Αρχιμ. Βασίλειος (Γοντικάκης): Ο Χριστός αποκαλύπτει την αληθινή διάσταση της δόξας στην αδοξία, στην κένωσι, χάριν της αγάπης!

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Από τον παλαιό στον νέο Αδάμ

Η κόλασι του χωρισμού

Ο Αδάμ δεν δέχτηκε ευχαριστιακά όλη τη δημιουργία, την αγάπη και την εντολή του Θεού. Δεν υπήκουσε στον Θεό. Κινήθηκε ατομικά. Αντέδρασε βιαστικά και, στη συνέχεια, θρασύδειλα. Φοβήθηκε τον Θεό, όταν Τον άκουσε να περπατά στον Παράδεισο. Έριξε το βάρος στον άλλο, στην Εύα, στον όφι. Κατηγόρησε τον Άλλο. Κατηγόρησε τον Θεό. Κέρδισε την κατάρα.

Δεν κατάλαβε ποια είναι η φύσι και η αποστολή του ανθρώπου. Χωρίστηκε από τον άλλο. Χωρίστηκε από τον Θεό. Χωρίστηκε από την επικοινωνία, από τη θεία κοινωνία, από την καθολική κοινωνία, που είναι θεία. Μπήκε στην κόλασι του χωρισμού, της μη κοινωνίας, στη μανία να σώση το εγώ του εις βάρος του άλλου.

Τότε, όπως αναφέρει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, επαναστάτησε όλη η φύσι κατά των πρωτοπλάστων. Τα ζώα αγρίεψαν. Έγιναν θηρία και όρμησαν να τους κατασπαράξουν. Αυτοί αμύνθηκαν.

Και άρχισε η γνωστή ιστορία, όχι της εν αγάπη περιχωρήσεως, αλλά της ατομικής αμύνης, του χωρισμού. Καθένας απομονώνεται στη φιλαυτία του, στη σωματική ή πνευματική. Απ’ εκεί πετά μύδρους, ηθικούς ή υλικούς, στην ψυχή και στο σώμα του άλλου.

Είχαμε τόσο εξαγριωθή, που δεν μας έσωζε καμιά άλλη επέμβασι, παρά μόνο η σάρκωσι και θυσία του Υιού του Θεού. «Εδεήθημεν Θεού σαρκουμένου και νεκρουμένου, ίνα ζήσωμεν».

Ο Κύριος «δευτέραν κοινωνεί κοινωνίαν, πολύ της προτέρας παραδοξοτέραν». Έρχεται ο νέος Αδάμ. Κάνει υπακοή μέχρι θανάτου, «θανάτου δέ σταυρού». Δεν αμύνεται για τον εαυτό Του. Έχει αποστολή «ίνα ποιήση το θέλημα του πέμψαντος αυτόν Πατρός και τελειώση αυτού το έργον».

Το έργο αυτό είναι η κατάργησι του θανάτου, η καινή κτίσι. Η μετά του Θεού κοινωνία και ζωή. Το να γίνη ο άνθρωπος θεός κατά χάριν. Να ανακεφαλαιώνη ο καθένας το μυστήριον του όλου. Να έλθουν διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος ο Πατήρ και ο Υιός, να ποιήσουν μονήν σε κάθε πιστό.

Να έχωμε όλοι οι πιστοί, η Εκκλησία, και δι’ αυτής όλη η κτίσι και η ιστορία, ένα κέντρο, ένα προζύμι, μια εστία. Μια χάρι, που να διασφίγγη, περικρατή, ευλογή, αγιάζη και πληθύνη τα πάντα.

«Εγώ δέ ειμι σκώληξ και ουκ άνθρωπος»

Κατά τη σάρκωσι του Θεού Λόγου «τα πάντα συνεκινείτο διά το μελετάσθαι θανάτου κατάλυσιν».

Σα να νοιωθε ο πονηρός ότι κάτι φοβερό ετοιμαζόταν («Κατελύθη μου η εξουσία»). Γι’ αυτό, προσπάθησε με κάθε τρόπο, ή ο ίδιος ή χρησιμοποιώντας εμάς τους ανθρώπους ως όργανά του, να αποτρέψη τον Κύριο από την εκπλήρωσι του έργου Του.

Θέλησε ο πονηρός να αποφευχθή αυτό. Να γίνη κάτι άλλο, οτιδήποτε άλλο, εκτός απ’ αυτό που ήταν να γίνη. Αλλά ο Κύριος προχώρησε σταθερά, «ίνα ποιήση το θέλημα του πέμψαντος αυτόν πατρός». Βάδισε ήρεμα προς το πάθος. «Εστήριξε το πρόσωπον αυτού του πορεύεσθαι εις Ιερουσαλήμ». Και άλλοτε μίλησε αυστηρά σ’ αυτούς που Τον προέτρεπαν για κάτι άλλο: «Ύπαγε οπίσω μου, σατανά».

Άλλοτε δεν απαντούσε καθόλου στις προτάσεις που του γίνονταν, είτε για να Τον εμπαίξουν («Προφήτευσον ημίν τίς εστιν ο παίσας σε»), είτε για να τον σώσουν («Ουκ οίδας ότι … εξουσίαν έχω απολύσαί σε;»).

Και οι Μαθηταί συνέχεια έπεφταν έξω, κάθε φορά που πήγαιναν να ανοίξουν το στόμα τους να πούν κάτι, όταν ο Κύριος τους μιλούσε, τους απεκάλυπτε το μυστήριο της πορείας Του προς το πάθος και προς τον Πατέρα. Έκαναν λάθος. Δεν απαντούσαν σωστά. Δεν καταλάβαιναν τον Κύριο.

«Ο Χριστός έπαθεν υπέρ ημών ημίν υπολιμπάνων υπογραμμόν». Έπαθε, ταπεινώθηκε, πόνεσε η παναγία Του ψυχή: «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου» και το σώμα του: «Έκαστον μέλος της αγίας σου σαρκός ατιμίαν δι’ ημάς υπέμεινε».

Δεν «είχεν είδος ουδέ κάλλος» ο «ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων». Αλλά «το είδος αυτού άτιμον και εκλείπον». Ξεπέρασε όλο τον πόνο τον ανθρώπινο. Σήκωσε επάνω Του όλη την οδύνη και τις αμαρτίες των ανθρώπων: «Ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται».

Εταπεινώθη τόσο, που μόνον ένας Θεός μπορεί να ταπεινωθή. Η ταπείνωσί του η έσχατη, η κάθοδος στον άδη τέτοιας δοκιμασίας, ξεπερνά τις ανθρώπινες δυνατότητες. Αυτός δεν είναι μόνον άνθρωπος, είναι Θεάνθρωπος.

Και αυτό φανερώνεται, όχι μόνο στη δόξα Του, αλλά και στην αδοξία, που υπέστη χάριν της σωτηρίας μας: «Ούτως αδοξήσει από των ανθρώπων το είδος σου». Ξεπέρασε τα όρια του ανθρώπου και στην αδοξία, στην ταπείνωσι, στην κάθοδο. «Το δε ανέβη τι εστι, ει μη ότι και κατέβη;».

Και όταν καταλήγη στην τραγική φράσι ο Μεσσίας για τον εαυτό Του: «Εγώ δέ ειμι σκώληξ, και ουκ άνθρωπος», είναι το ίδιο με το να λέη: «Εγώ είμαι Θεός, και όχι μόνον άνθρωπος».

Μας αποκαλύπτει την αληθινή διάστασι της δόξας στην αδοξία, στην κένωσι, χάριν της αγάπης. Η ατιμία του Σταυρού γίνεται δόξα, διότι υπέρ των φιλουμένων θυσιάστηκε εκούσια ο Κύριος.

Όταν αδοξή, όταν ταπεινώνεται και σταυρώνεται γυμνός «δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν», τότε τον βλέπει Βασιλέα της Δόξης η Εκκλησία: «Διά τούτο δε αυτόν βασιλέα καλώ, επειδή βλέπω αυτόν σταυρούμενον».

Ο Κύριος της δόξης, δι’ ου και εν ω τα πάντα, δέχεται την εσχάτη ταπείνωσι, πολιτεύεται διά της τελείας υπακοής: «Εγώ δε ουκ απειθώ ουδέ αντιλέγω· τον νώτόν μου έδωκα εις μάστιγας, τας δε σιαγόνας εις ραπίσματα, το δε πρόσωπόν μου ουκ απέστρεψα από αισχύνης εμπτυσμάτων».

Εμείς δεν μπορούμε να ταπεινωθούμε. Δεν μπορούμε και δεν ξέρομε να υπακούωμε. Γι’ αυτό, Τον αφήνομε μόνο.

«Τις δύναται αυτού ακούειν;». Ποιος μπορεί να Τον ακολουθήση σε τέτοιο πάθος; Ποιος μπορεί να μείνη άγρυπνος μαζί Του στη Γεθσημανή; Τον εγκαταλείπομε, Τον αφήνομε μόνο, παρ’ όλες τις υποσχέσεις μας. Αλλά δεν είναι μόνος. Είναι πάντοτε μετ’ αυτού ο Πατήρ. Αυτή είναι η δύναμι και το περιεχόμενο της αποστολής Του, ότι είναι πάντοτε ο Πατήρ εν Αυτώ και Αυτός εν τω Πατρί.

Και πάνω στον Σταυρό, όταν επεκράτησε σκότος «από ώρας έκτης έως ώρας ενάτης», είπε ο Κύριος το «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;» Είναι μαζί Του ο Πατήρ, εγκαταλείποντάς Τον. Σημείο αφάτου, αμοιβαίας και ανερμηνεύτου αγάπης.

Κανείς δεν Τον καταλαβαίνει· δεν καταλαβαίνει το πάθος Του. Κανείς δεν μπορεί να Τον ακολουθήση στην πάλη κατά του θανάτου, στην έσχατη ταπείνωσι. Και προχωρεί μόνος: «Χριστός κατελθών προς πάλην άδου μόνος, λαβών ανήλθε πολλά της νίκης σκύλα».

Συνεχίζεται

Από το βιβλίο του Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους, «Το κάλλος θα σώση τον κόσμο», έκδοση της Ιεράς Μονής Ιβήρων.