Non omnis moriar
(Δὲν θὰ πεθάνω ὁλόκληρος
[κάτι ἀπὸ μένα θὰ παραμείνει ζωντανό],
Ὁράτιος)
«Ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρὶῳ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ»
ἔτσι μόνο ταιριάζει νὰ εἰπωθεῖ, καθὼς μὲ αἰσθήματα βαθιᾶς ὀδύνης προπέμψαμε τὴν 27η Μαρτίου, ἡμέρα Παρασκευή, στὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Πτολεμαΐδος τὸν ἀγαπητό μας Βασίλειο, τὸ χαριτωμένο, τὸ χαμογελαστὸ ξανθὸ ἀγόρι μὲ τὸ ὁλόλευκο πρόσωπο καὶ τὰ μεγάλα μάτια, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία μόλις 12 ἐτῶν.
Ἡ ἡμέρα τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας ἐνεδύθη πέπλο ὁμίχλης, σὰν νὰ συμμετεῖχε σιωπηλὰ στὸ πένθος μας. Κατὰ τὴν ὥρα ὅμως τῆς ταφῆς, τὸ φῶς τοῦ ἡλίου ἀνέτειλε λαμπρό, μεταμορφώνοντας τὸ τοπίο σὲ ἀνοιξιάτικο, ὑπενθυμίζοντας μὲ ἕναν τρόπο μυστικὸ καὶ ὑπαινικτικὸ τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴ θλίψη στὴν ἐλπίδα.
Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία, ὁ ἀποχωρισμὸς γιὰ τὸν οὐρανὸ ἔγινε μὲ πόνο ποὺ ξεπερνᾶ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Ἡ ἀπώλεια ἑνὸς παιδιοῦ δὲν ἐξηγεῖται, δὲν χωρᾶ σὲ λογικές, δὲν παρηγορεῖται εὔκολα. Εἶναι πληγὴ στὰ βαθύτερα σημεῖα τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Ἐνώπιον τοιούτου πόνου, ἄνθρωποι καὶ Ἐκκλησία σωπαίνουν, στέκονται μὲ δάκρυ καὶ συμπόνοια. Ἡ θλίψη μοιάζει νὰ συμπορεύεται μὲ τὸ ἱερὸ δέος, καθότι ἡ ψυχὴ ἑνὸς παιδιοῦ δὲν βαραίνει, ἀλλὰ φέρεται ὁλόλαμπρη.
Ἡ μητέρα του, Χριστίνα, καὶ ὁ πατέρας του, Νικόλαος, φέρουν σταυρὸ ἀσήκωτο. Πάλεψαν μὲ ὅλη τους τὴν ψυχὴ τέσσερα ὁλόκληρα χρόνια καὶ ἔδειξαν ἀντοχὴ πέρα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Ὅλοι πάλεψαν. Καὶ τὸ παιδὶ πάλεψε. Δοκιμάστηκαν βαθιά, ἀλλὰ ἄνισα. Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴ δοκιμασία ἔγιναν μάρτυρες μιᾶς ἀγάπης ποὺ δὲν ὑποχώρησε, ἀλλὰ στάθηκε μέχρι τέλους καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ μεγαλύτερη μαρτυρία ζωῆς.
Ἡ μητέρα του, ἡ ξαδέρφη μου, ἡ φίλη μου εἶναι ἐκείνη μὲ τὴν ὁποία μοιράστηκα τὰ πιὸ ὄμορφα καὶ ἀνέμελα παιδικὰ χρόνια. Τὸ πιὸ καλὸ καὶ γλυκὸ κορίτσι∙ ἔτσι τὴν βλέπει ἀπὸ πάντα ἡ καρδιά μου. Στὴ διάρκεια τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας στεκόταν μὲ δύναμη στὸ προσκέφαλο τοῦ παιδιοῦ της. Δὲν ξέρω ἂν ἄντεχε. Ὁ πατέρας του ἀμίλητος σὰν μάρμαρο ποὺ πάγωσε στὸν χρόνο μὲ τὸ βλέμμα του νὰ χαράζει τὴ θύμησή μου.
Ἀνάμεσά στὸ πλῆθος τῶν παρευρισκομένων καὶ παιδιά: συμμαθητές, φίλοι, μικρὲς ψυχὲς ποὺ ἦρθαν νὰ ἀποχαιρετήσουν ἕναν δικό τους ἄνθρωπο. Ἡ παρουσία τους ἡ πιὸ σπαρακτικὴ ὑπενθύμιση τῆς ἀδικίας τοῦ θανάτου. Ἰδιαίτερα ὑπῆρξαν τὰ λόγια ἑνὸς καθ’ ὁδὸν πρὸς τὸ κοιμητήριο «Ἐδῶ εἶναι ὁ παπποῦς καὶ ἡ γιαγιά μου… καὶ τώρα ὁ κολλητός μου». Χαμήλωσα τὸ κεφάλι ἀπὸ σεβασμὸ μπρὸς στὸν ἱερὸ παιδικό του πόνο.
Οὐδεμία θεολογικὴ ἀλήθεια δὲν γεμίζει τὴν ἀπουσία. Καμία λέξη δὲν ἀντικαθιστᾶ μιὰ ἀγκαλιά. Ὑπάρχει ὅμως κάτι ἀληθές: ἡ σχέση αὐτὴ δὲν τελείωσε. Δεν τη βλέπεις, ἀλλὰ ὑπάρχει, διότι ὁ θάνατος δὲν εἶναι τὸ τέλος.
Χριστίνα,
ἡ ζωὴ συνεχίζεται ἐκεῖ ὅπου τὸ παιδί σας ἤδη βρίσκεται. Καὶ ἐκεῖ, κάποια μέρα, θὰ τὸ ξαναβρεῖς. Κάθε ἀνάμνηση εἶναι παρουσία καὶ κάθε χτύπος τῆς καρδιᾶς σου κρατᾶ μέσα σου κάτι ἀπὸ τὸ παιδί σου. Μέχρι τὴν ἡμέρα ἐκείνη τῆς συνάντησης, ποὺ δὲν θὰ ἔχει ἀποχωρισμό.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ τὴ βιωματικὴ πεμπτουσία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀπὸ αὐτὴν ἀντλοῦμε δύναμη, νόημα καὶ ἐλπίδα:
«Ἐγὼ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωὴ· ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται» (Ἰω.)». Ἀκόμη κι ἂν γονατίζουμε ἀπὸ τὸ βάρος τῆς λύπης, γνωρίζουμε ὅτι ἡ ψυχή του βρίσκεται στοὺς κόλπους τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀγάπη εἶναι αἰώνια καὶ ὁ πόνος δὲν ἔχει θέση.
Χριστὸς καὶ οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος, διότι βασιλεύει μόνον ἡ κατασκευάσασα τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα Σοφία τοῦ Θεοῦ.
Καλὴ Ἀνάσταση, ἀγαπημένε μας Βασίλη.