Ευμετάβλητος και τυπολάτρης λαός

Κρατώντας ο λαός του Θεού στα χέρια του τα βαΐα, κατά την Κυριακή των Βαΐων, δηλώνει και διακηρύσσει το μεγάλο και αιώνιο θαύμα της Θείας Οικονομίας. Ομολογεί δηλαδή ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, ο Οποίος σαρκώθηκε «διά Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», γενώμενος τέλειος άνθρωπος, εκτός αμαρτίας, για την σωτηρία μας.

Το ίδιο γεγονός της βαιοφορίας συνέβη στα Ιεροσόλυμα, όταν ο λαός υποδεχόταν τον καθήμενο σε ένα πουλαράκι Θεάνθρωπο Κύριο, κρατώντας τα βαΐα των φοινίκων και αναφωνώντας το «ωσανά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» (Ιωάν. 12, 13). Ο ίδιος, όμως, αυτός λαός, μετά από λίγες ημέρες, κραύγαζε στο πραιτώριο ενώπιον του Πιλάτου για τον Ίδιο τον Ιησού «άρον, άρον σταύρωσον αυτόν» (Ιωάν. 19, 15).

Μελετώντας κάποιος την ψυχολογία αυτού του όχλου θα τον χαρακτήριζε ευμετάβλητο και τυπολάτρη. Εάν, ωστόσο, εξετάσουμε σε βάθος και αντικειμενικώς τους εαυτούς μας, θα διαπιστώσουμε ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σήμερα. Η πλειονότης των χριστιανών ενδιαφέρεται για τον τύπο και όχι για την ουσία. Με αυτόν τον τρόπο έχει φθάσει ο σύγχρονος χριστιανικός λαός να είναι περισσότερο ευμετάβλητος και ασταθής από τον τότε λαό των Ιεροσολύμων. Και αυτό διαφαίνεται στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου. Θέλει να είναι χριστιανός των μεγάλων εορτών, εφαρμόζοντας από τις εντολές του Θεού μόνον εκείνες που τον συμφέρουν κοινωνικά. Είναι χριστιανός των εθίμων. Προσέρχεται αυτές τις ημέρες στον ναό και παρακολουθεί τυπικά τις Ακολουθίες. Σήμερα φωνάζει «ωσαννά» και αύριο θα χύση μερικά συναισθηματικά δάκρυα κάτω από τον Σταυρό. Κατόπιν θα ψάλλη κατ’ έθιμον το «Χριστός Ανέστη», μπορεί ίσως και να κοινωνήση, πάλι για το έθιμο, χωρίς να έχη προετοιμασθεί με μετάνοια και εξομολόγηση. Και, όταν τελειώσουν αυτές οι εορτές, περιβάλλεται ξανά τον μανδύα του κοσμικού ανθρώπου και συνεχίζει την ίδια κοσμική και αμαρτωλή ζωή, χωρίς να τον ενδιαφέρη το αν ο Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε, για να τον λυτρώση από την αμαρτία. Πορεύεται και πάλι τον δρόμο της ασωτίας, του ψεύδους, της απάτης, της συκοφαντίας, του χαρτοπαιγνίου, του εγωισμού, της κατακρίσεως, της υποκρισίας, της πορνείας, της μοιχείας, της αρσενοκοιτίας και τόσων άλλων παθών, στα οποία βρίσκεται υποδουλωμένος και δεν θέλει να τα αποχωρισθή.

Ο Θεός, παρά ταύτα, δεν θέλει σε μία τέτοια κατάσταση τον άνθρωπο, ο οποίος διατείνεται ότι πιστεύει σε Αυτόν. Τον θέλει να είναι πιστό και αληθινό μέλος της Αγίας Του Εκκλησίας. Επιθυμεί να τον βλέπει αφοσιωμένο στον Ίδιο: «Υιέ δος μοι σηνκαρδίαν». «Παιδί μου» του λέγει «δώσε μου όλη την καρδιά σου και όχι ένα κομματάκι σε μένα και το υπόλοιπο να το καταλαμβάνουν τα πάθη σου και οι άθεες, υλιστικές ιδεολογίες σου».

Πολλές φορές παίρνει την απόφαση ο άνθρωπος να ακούση αυτήν την φωνή του Θεού και να Τον ακολουθήση. Εν τούτοις παραμένει ευμετάβολος, ασταθής και επανέρχεται στην προτέρα του αμαρτωλή πορεία, ανεβάζοντας και πάλι τον Χριστό στον Σταυρό με τις πτώσεις και τις αμαρτίες του. Ανεβάζει τον Χριστό στον Σταυρό εκείνος που πιστεύει μόνον στην ύλη και όχι στο πνεύμα, στην σάρκα και όχι στην ψυχή. Αυτός επίσης που με την πορνεία χάνει την αγνότητα και καθαρότητά του. Αυτός ακόμη που με την μοιχεία ατιμάζει και διαλύει την οικογένειά του. Αυτός ομοίως που βλασφημεί τα Θεία, που αδικεί, που κατακρίνει, που δεν ενδιαφέρεται για τον πτωχό αδελφό του, αλλά μόνον για τον δικό του πλουτισμό. Ένας τέτοιος άνθρωπος, όμως, δεν έχει το δικαίωμα να αναφωνεί «ωσαννά» εφόσον οι πράξεις του κραυγάζουν «άρον, άρον σταύρωσον αυτόν…».

Οι ημέρες των Παθών του Κυρίου μας είναι ημέρες ενδοσκοπήσεως. Ας εξετάσουμε ο καθένας μας τον εαυτόν του με το μάτι της αληθείας, για να δούμε αν είμαστε τυπολάτρες και ευμετάβολοι και ας παρακαλέσουμε τον Νυμφίο της ψυχής μας Ιησού Χριστό να αποκτήσουμε την σταθερότητα της Ορθοδόξου εκκλησιαστικής ζωής, ώστε να αναφωνούμε σταθερά και ειλικρινά το «ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».