Γράμματα σπουδάματα στον Μακρυγιάννη

Ο Στέλιος Παπαθανασίου είναι δρ. Φιλολογίας, δρ. Θεολογίας

«Τούτην την πατρίδα την έχουμε, όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι μικρότεροι άνθρωποι· όσοι αγωνιστήκαμε, αναλόγως, ο καθείς, έχουμε να ζήσουμε εδώ».

Με το απόσπασμα αυτό από τα «Απομνημονεύματα» του στρατηγού Μακρυγιάννη και μία ολοκάρδια ευχή «Χρόνια πολλά!» κλείνει ένα επετειακό κείμενο στην «Πεμπτουσία» υπό τον τίτλο: «Ο Μακρυγιάννης δεν έδινε εξετάσεις! Έδινε… επανάσταση! Παρέδιδε ήθος!».

Το κείμενο, δημοσιευμένο ανήμερα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (25-3-2026), αρχίζει ως ακολούθως: «Ποιος θυμάται τον Μακρυγιάννη; Πολλοί! Όπως και εγώ!».

Με ένα ρήμα «μνήμης σημαντικό» (θυμούμαι και θυμάμαι), ο πολυγραφότατος και ευαίσθητος δημοσιογράφος και συγγραφέας Στέλιος Κούκος, πρώτον, ερωτά ευσεβάστως και, δεύτερον, απαντά με μια αδιαπραγμάτευτη βεβαιότητα. Η απάντησή του, ευεργετική και παρήγορη, συναρτάται με δύο στίχους του Μάνου Ελευθερίου, από το εμβληματικό μουσικό έργο «Γράμματα στον Μακρυγιάννη», που συνέθεσε το 1979 ο Ηλίας Ανδριόπουλος: «Της λησμονιάς το χόρτο δεν φυτρώνει / στα Γιάννενα, στην Άρτα, στο Μοριά».

Η οικονομία της αφήγησης που ακολουθεί μπορεί να ευνοεί την Άρτα, όχι όμως και τα Γιάννενα, παρά το γεγονός ότι η πρωτεύουσα της Ηπείρου υπήρξε πρώτη, όχι μόνο στα άρματα αλλά και στα Γράμματα. Είναι καιρός, ωστόσο, να βάλουμε τα πράγματα και σε λογαριασμό.

Ως γνωστόν, η Μνημοσύνη, θεά Τιτανική, αδερφή του Κρόνου και του Ωκεανού, μητέρα των Μουσών και κορυφαία του Χορού τους, είναι η θεότητα που προστατεύει την ποιητική λειτουργία. Γι’ αυτό, ίσως, ο Κωστής Παπαγιώργης το 1994, αναφερόμενος στον φίλο του «Ποιητή» Χρήστο Βακαλόπουλο («Η γραμμή του ορίζοντος»), έγραψε τα ακόλουθα: «Εκεί που άλλοι έχουν ανάγκη να λησμονήσουν, αυτός είχε επείγουσα ανάγκη να θυμηθεί».

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον σπουδαίο Ελληνοκύπριο συμπατριώτη μας Στέλιο Κούκο, οπότε αναγκαστικά, προσφεύγουμε στο διακείμενο: «Της λησμονιάς το χόρτο δεν φυτρώνει / στα Γιάννενα, στην Κύπρο, στο Μοριά». Εξάλλου, το επιβεβλημένο «Δεν ξεχνώ», μετά την εγκληματική εισβολή των Τούρκων στην Μεγαλόνησο το 1974, θα παραμένει επίκαιρο και ζωντανό εις αιώνα αιώνος.

Ο Στέλιος Κούκος στο επετειακό δημοσίευμά του διατρέχει ένα μεγάλο μέρος από την επικράτεια του οικουμενικού ελληνισμού της εποχής του Μακρυγιάννη (Ανατολική Θράκη, Μικρά Ασία, Πόντος κ.ά.). Φυσικά, δεν παραλείπει την ιδιαίτερη πατρίδα του, η οποία πλήρωσε με φονικό πογκρόμ την έναρξη της Επανάστασης του 1821.

Αναλόγως πλήρωσε η Κύπρος τη βαθιά αγάπη των παιδιών της για ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία κατά την χρονική περίοδο 1955-59. Μόνο που τη φορά αυτή στήνονταν αγχόνες από «τους φίλους του άλλου πολέμου», όπως γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημά του «Σαλαμίνα της Κύπρος».

Συνεπώς, η ιστορία επαναλαμβάνεται και οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους. Αδιάψευστος επ’ αυτού μάρτυς ο Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος του δωδέκατου αιώνα και το Χρονικό του «Περί των κατά την χώραν Κύπρον σκαιών».

Δεν είναι, συνεπώς, τυχαίο το γεγονός ότι ο Στέλιος Κούκος εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στον πρώτο Έλληνα Νομπελίστα. «Ας είναι καλά ο Σεφέρης», σημειώνει, καθόσον με τα γραπτά και τα ποιήματά του διέσωσε ένα σπάνιο πατριωτικό ήθος και «ύμνησε γλυκόπικρα την Μεγαλόνησο».

Είναι καιρός όμως να επιστρέψουμε στην Άρτα του Μάνου Ελευθερίου, του Σεφέρη και του Μακρυγιάννη, για να συμπληρώσουμε όσα έγραψε ο καλός δημοσιογράφος και συγγραφέας. Όλα τα άλλα τα παρουσίασε με τρόπο μοναδικό: όχι μόνο δημοσιογραφικό αλλά και οιονεί ποιητικό. Στο προκείμενο, λοιπόν, με τον λόγο στον Σεφέρη από τη μελέτη του «Ένας Έλληνας – ο Μακρυγιάννης»:
Στο ξέσπασμα της επανάστασης στην Άρτα, ο Μακρυγιάννης ακούει έναν μπέη να μιλά στους φίλους του αυτά τα λόγια που σημειώνει: «Πασάδες και μπέηδες, θα χαθούμε! Θα χαθούμε! […] Ότι ετούτος ο πόλεμος δεν είναι μήτε με το Μόσκοβο, μήτε με τον Εγγλέζο, μήτε με τον Φραντσέζο. Αδικήσαμε το ραγιά και από πλούτη και από τιμή και τον αφανίσαμε. Και μαύρισαν τα μάτια του και μας σήκωσε ντουφέκι. Κι ο Σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του γίνεται· τον γελάνε εκείνοι που τον τρογυρίζουν».

Εδώ ο Μακρυγιάννης, χωρίς να το αντιλαμβάνεται μάλλον, λειτουργεί με όρους της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Ως γνωστόν, η ύβρις επισύρει νομοτελειακά την τίσιν, δηλαδή την ανταπόδοση του γενομένου κακού.

Και επειδή ο Γιώργος Σεφέρης στη γνωστή Δήλωσή του εναντίον της δικτατορίας των συνταγματαρχών κάνει λόγο για τους «παμπάλαιους Χορούς του Αισχύλου», εξαιρετικά χρήσιμο και απαραίτητο είναι να κλείσουμε, επικαλούμενοι τη συγκλονιστική κατακλείδα από το προαναφερθέν ήδη ποίημα του μεγάλου Έλληνα Νομπελίστα «Σαλαμίνα της Κύπρος». Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αισχύλος δίνει εκ νέου βροντερό «παρών» με τον τρόπο της διακειμενικότητας.

Το θαυμαστό στην εν λόγω ποιητική κατακλείδα συναρτάται και με ένα σπάνιο στα λογοτεχνικά χρονικά γεγονός. Στο πλαίσιο της διακειμενικότητας και της συνακόλουθης διαλογικότητας προσώπων και ειδών (genres) ανταμώνουν και συνεορτάζουν, προεξάρχοντος και χοροστατούντος του Αισχύλου, ο Ψαλμός 28 (στίχος 3) και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σωφρόνιος με σχετικούς ύμνους από την τελετή του Αγιασμού των υδάτων!

Και επειδή, κατά τον Μάνο Ελευθερίου («Γράμματα στον Μακρυγιάννη»), «ο κόσμος όλος είναι μια γιορτή», θα αδικούσαμε σφόδρα το στρατηγό, αν τον αφήναμε έξω από την ποιητική φωτοχυσία.

Εξηγούμαι: Στο ίδιο ποίημα (στίχοι 16 και 17) διαβάζουμε: «Η γης δεν έχει κρικέλια, για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν». Τροφοδότης αυτών των στίχων είναι ο Μακρυγιάννης, άρα πρέπει να μετακινηθούμε επειγόντως στα Απομνημονεύματα του στρατηγού: «Ότι κρικέλια δεν έχει η γης να την πάρει κανείς εις την πλάτη του, ούτε ο δυνατός, ούτε ο αδύνατος».

Παστρικές κουβέντες από έναν όντως ήρωα της Επανάστασης, ο οποίος αγωνίστηκε τον αγώνα τον καλό (πρβλ. «τους δώσαμεν έναν σκοτωμόν καλόν»), εν μέρει όμως «για να χορεύουν σέικ…» (Ντίνος Χριστιανόπουλος).

Η παρέκβαση, πριν περάσουμε στην υπεσχημένη ποιητική κατακλείδα, τράβηξε αρκετά σε μάκρος αλλά, όπως θέλω να πιστεύω, άξιζε τον κόπο. Εξάλλου, προς τις διακειμενικές (ή διαλογικές) ατραπούς μας οδήγησε διακριτικά ο παντογνώστης τρόπον τινά Ποιητής, πραγματοποιώντας και ο ίδιος (όπως ο Χίτσκοκ σε ορισμένες ταινίες του) ένα ανεπαίσθητο πέρασμα με τον ακόλουθο χαρακτηριστικό στίχο: «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας»:

                                                                       – Ναι· όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει
σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο
το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.

Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.
Νήσος τις έστι.

                                                                        Σαλαμίνα, Κύπρος, Νοέμβρης ’53