Ζήσαμε για μια ακόμη εβδομάδα αυτόν τον μεγάλο και ανεπανάληπτο πολιτισμικό, υπαρξιακό, κατανυκτικό και οντολογικό κόσμο της Μεγάλης Εβδομάδας. Επτά συναπτές ημέρες τις οποίες μπορούμε να χαρακτηρίσουμε και ως τραγικές και ίσως τις τραγικότερες που έζησε ποτέ στο σύνολό της η δημιουργία. Ακόμη και ο ίδιος ο Δημιουργός, ο Λόγος που «τα πάντα δι’ αυτού εγένετο», τον Κτίστη, όπως ακούσαμε στα Εγκώμια «Σε τον πάντων Κτίστην…».
Αυτός ουσιαστικά είναι ο πρωταγωνιστής σ’ αυτές τις επτά μικρές, μεγάλες, μέγιστες και τρισμέγιστες καθημερινές τραγωδίες που δι’ ελέου και φόβου ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μας. Ή ακόμη συμμετέχουμε και εμείς. Δεν πρόκειται για κάτι ξένο, αλλά κάτι στο οποίο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συμμετέχουμε με την έννοια του εμπλεκόμαστε άμεσα και οδυνηρά.
Είναι, λοιπόν, σκοπός των ακολουθιών αυτών η κάθαρση, όπως στην αρχαία τραγωδία;
Είναι αρκετή η κάθαρση στις προσδοκίες των συμμετεχόντων;
Ή ακόμη στον ποιητή, μελωδό τους;
Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τις ακολουθίες αυτές και ως θρησκευτικές όπερες, αν δεν ξέραμε, πως και οι αρχαίες τραγωδίες είχαν και μουσικά μέρη και χαρακτηριστικά τα οποία έγραφε ο ποιητής. Ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης, ο Σοφοκλής. Και πράγματι οι ακολουθίες αυτές μοιάζουν με ιδιαίτερα θεατρικά έργα και δρώμενα τα οποία θέλουν να παρουσιάσουν σαν σε μια κλίμακα, μια σκάλα το αποκορύφωμα της ζωής του Θεανθρώπου.
Και πλάι στους μεγάλους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας εδώ θα αντιπαραθέταμε τους Αγίους Κοσμά επίσκοπο Μαϊουμά και τον Ιωάννη Δαμασκηνό οι οποίοι έχουν και την μεγαλύτερη ποιητική και θεολογική συνεισφορά στην διαμόρφωση αυτών των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας. Και πλάι σ’ αυτούς θα πρέπει να μνημονεύσουμε τον Άγιο Ρωμανό τον Μελωδό και την μοναχή Αγία Κασσιανή ή Κασσία και τον αυτοκράτορα Λέοντα Στ’ τον Σοφό.
Στην Μεγάλη Εβδομάδα και τις συγκλονιστικές λατρευτικές ακολουθίες, τραγωδίες ή όπερές της γευόμαστε το αποκορύφωμα της τραγικής παραφροσύνης του ανθρώπου. Στα πιο ψηλά σκαλοπάτια της κλίμακας αυτής ο Θεάνθρωπος, όχι μόνον θα δοκιμαστεί και θα βασανιστεί σκληρά, αλλά και θα φονευτεί.
Σ’ αυτό το θείο δράμα το οποίο διαδραματίζεται μπροστά στα μάτιά μας όλοι δοκιμαζόμαστε, ανάλογα με την ευαισθησία μας ο καθένας και την πνευματικότητά μας. Και όταν αναφερόμαστε σε πνευματικότητα δεν εννοούμε την διανοητική, πόσα βιβλία έχει διαβάσει ο καθένας, αλλά κυρίως πόσο έχει εκλεπτυνθεί νηπτικά η καρδιά του, αν έχει καλοσυνέψει, έχει γίνει ευαίσθητος και έχει αποκτήσει ποιητική ψυχή, όπως θέλει τον Χριστιανό ο Άγιος Πορφύριος. Και όχι, δυστυχώς, χοντροκομμένο και συνέχεια επιθετικό προς κάθε κατεύθυνση. Αλοίμονο!
Και αν θέλετε ένα αποκαλυπτικό παράδειγμα είναι αυτό του σύγχρονου Αγίου, που αναφέραμε μόλις, του Οσίου Πορφυρίου που ενώ διάβαζε κάποιο ευαγγέλιο των Παθών μεταφέρθηκε στην εποχή εκείνη και έβλεπε τα διαδραματιζόμενα. Πώς, λοιπόν, μπορούσε να μην συν-κινηθεί; Πώς μπορούσε να συνεχίσει το διάβασμα; Πράγματι σταμάτησε για να συνέλθει από την δοκιμασία αυτή, σκούπισε το δακρυσμένο πρόσωπό του με μια πετσέτα και συνέχισε την ανάγνωση.
Μου έρχεται, όμως, κατά νουν και η περίπτωση του απλού, απλούστατου μοναχού που έβλεπε ψηλά στο τέμπλο του ναού τον Χριστό στο σταυρό και στεναχωριόταν που έμενε νηστικός. Για τον λόγο αυτό απέκτησε φιλία μαζί του, του έφερνε φαγητό και ο Χριστός κατέβαινε και έτρωγε ό,τι του έφερνε ο απλούστατος, αλλά με λεπτή και ποιητική καρδιά μοναχός.
Να που η παραφροσύνη μπορεί μετατραπεί με την συγκίνηση και πηγή χάριτος για ψυχές έτοιμες να την δεχθούν γιατί καλλιεργήθηκαν ανάλογα, δηλαδή εσωτερικά, καρδιακά. Και έτσι να υπερβούν το γράμμα, την εντολή και να ανοιχθούν ολόψυχα σ’ αυτόν τον επτασφράγιστο κόσμο με το αντικλείδι που αποκόμισαν με την αγαθή τους φιλοτιμία.
Παρ’ όλα αυτά η παραφροσύνη είναι πάντα μια κεντρική και βασανιστική συντεταγμένη των ημερών. Είτε κατονομαζόμενη είτε υπαινισσόμενη. Όπως και να το κάνουμε σπάει κόκκαλα, ραγίζει καρδιές:
«Τάδε λέγει Κύριος τοις Ιουδαίοις· Λαός μου, τι εποίησά σοι ή τι σοι παρηνώχλησα; τους τυφλούς σου εφώτισα, τους λεπρούς σου εκαθάρισα, άνδρα όντα επί κλίνης ηνωρθωσάμην. Λαός μου, τι εποίησά σοι, και τι μοι ανταπέδωκας; Αντί του μάννα χολήν∙ αντί του ύδατος όξος· αντί του αγαπάν με σταυρώ με προσηλώσατε. Ουκέτι στέγω λοιπόν· καλέσω μου τα έθνη κακείνα με δοξάσουσι συν τω Πατρί και τω Πνεύματι· καγώ αυτοίς δωρήσομαι ζωήν την αιώνιον».
Ακόμη και μέσα στα τόσο τρυφερά εγκώμια ακούμε τους στίχους, «Ω της παραφροσύνης, και της χριστοκτονίας, της των προφητοκτόνων» και μας κόβονται, αμέσως τα πόδια. Εκεί λυγίζουμε! Η μελωδία μεταφέρει κατ’ ευθείαν στην καρδιά τα λόγια αυτά.
Και, βεβαίως, αυτήν την αδιανόητη για όλους μας αδικία – παραφροσύνη, την αντιμετωπίζει αντίστοιχα και η Υπεραγία Θεοτόκος, ως μάνα Αυτού που τάισε τους φονείς του με μάννα στην έρημο.
«Επί ξύλου βλέπουσα, κρεμάμενον Χριστέ, σε τον πάντων Κτίστην και Θεόν, η σε ασπόρως τεκούσα, εβόα, πικρώς· Υιέ μου, πού το κάλλος έδυ της μορφής σου; ου φέρω καθοράν σε, αδίκως σταυρούμενον· σπεύσον ούν ανάστηθι, όπως ίδω καγώ, σου την εκ νεκρών, τριήμερον εξανάστασιν».
Και αίφνης αναθυμόμαστε και τους πρώτους στίχους του Γιάννη Ρίτσου από τον δικό του «Επιτάφιο»: «Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,/ πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,/ πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω/ και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω»;
Και η αναφορά μας αυτή δεν αποτελεί προσπάθεια για αισθητικοποίηση των Θείων και του Θείου δράματος, αλλά για να υποστήριξουμε την πεποίθησή μας για το πόσο άρρηκτα είναι οι μέρες αυτές και οι ακολουθίες με τα φανερώματα του πολιτισμού μας.
Για τον λόγο αυτό αντιγράφω από τα Εγκώμια τους εξής στίχους που μπορεί, ίσως, να «παραπέμπει» ο Γ. Ρίτσος:
«Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;»
«Ω φως των οφθαλμών μου, γλυκύτατόν μου τέκνον, πώς τάφω νυν καλύπτη;»
Η ανεπανάληπτη αισθητική των ημερών, όμως, δεν εξαντλείται στην ποίηση και την μελωδία, αλλά και σε ένα πλήθος εικαστικών εικόνων υψηλής αισθητικής. Και αναφέρομαι ουσιαστικά στις εικόνες της λεγόμενης, πλέον, βυζαντινής τεχνοτροπίας. Αυτών που οι δημιουργοί τους είχαν ανακαλύψει την «αφαίρεση» πριν την αφαίρεση της μοντέρνας τέχνης. Αυτό το ομολόγησαν και μεγάλοι ξένοι εικαστικοί.
Οι ζωγράφοι εκκλησιαστικών εικόνων συνεχίζοντας την αρχαία ελληνική ζωγραφική μοιάζουν να έχουν απορρίψει οποιουδήποτε φτηνό συναισθηματισμό. Και η όλη απεικόνιση των θεμάτων τους γίνεται με έναν ρωμαλέο τρόπο. Παρ’ όλα αυτά ο στιβαρός αυτός τρόπος καταφέρνει να συγκινήσει πιο ουσιαστικά και σε βάθος από την πρώτη συναισθηματική εντύπωση που δημιουργεί μια εικόνα άλλης τεχνοτροπίας.
Εικόνα αυτή θα σε κερδίσει, θα σε ακολουθεί χωρίς να προσπαθεί να εκβιάσει την συναισθηματική σου δέσμευση. Προσφέρεται απαθώς, ορισμένες φορές και αδυσώπητη και ιδιαίτερα άμεση, αλλά και συνάμα λιτή, χωρίς να θέλει να σε κατακυριεύσει ή και να σε εξαντλήσει συναισθηματικά. Σε σέβεται δηλαδή, με μια ιδιαίτερη φιλανθρωπία η οποία έχει το κέντρο της από την Θεολογία από την οποία αρδεύεται.
Και, σίγουρα, κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει το κάλλος τους!
Αντίστοιχες, βεβαίως, επιρροές έχει η εικονογραφία και στους κοσμικούς εικαστικούς μας, και δεν αναφέρομαι μόνο στον Φώτη Κόντογλου και τους δρόμους που άνοιξε μαζί με τους μεγάλους μαθητές του ζωγράφους. Μου έρχονται κατά νουν οι μεγάλοι χαράκτες, όπως ο Τάσσος, η Κατράκη και ο Σικελιώτης οι οποίοι ορισμένες φορές μοιάζει σαν να ξεπατικώνουν μορφές και φιγούρες από τα Άγια Πάθη.
Ας σημειώσουμε απλά και το όνομα Θεόφιλος.
Υπάρχει, βεβαίως, και η σχέση της υμνολογίας με την σύγχρονη ελληνική μουσική -πέραν από το σκέλος της ποίησης. Μόνο που στην περίπτωση αυτή παρά τα καλά αποτελέσματα θα μπορούσαμε να πούμε πως στην αντίστοιχη αφαίρεση των βυζαντινών τρόπων και της μουσικής εδώ έχουμε μια… πρόσθεση. Ενίοτε με δεύτερη και τρίτη φωνή, οπότε όλα αυτά κατακλύζονται με κάποιο σχετικά έντονο συναισθηματισμό.
Και ο συναισθηματισμός δημιουργεί μια επίφοβη παγίδα η οποία αφαιρεί, εδώ κυριολεκτικά, την αμεσότητα και αναζητεί μια εξωτερική διαμεσολάβηση, δηλαδή αχρείαστα δεκανίκια τα οποία εμβολίζουν ορισμένες φορές την ρωμαλεότητα και αμεσότητα του πρωτοτύπου.
Και αίφνης ανεπαίσθητα μού έρχεται κατά νουν ο κυρίαρχος των ημερών. Ποιος άλλος; Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Είχα προβληματιστεί, βεβαίως, πριν αρχίσω να γράφω το κείμενο αυτό, αν θα έγραφα κάποιο κείμενο για το Πάσχα ή για το παιδί του τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Τελικά, χωρίς να πάρω την τελική απόφαση, άρχισα να κρατώ μερικές σημειώσεις για το κείμενο που διαβάζετε.
Και να, όμως, που ο ίδιος έχει παρεισφρήσει ακάλεστος-καλεσμένος και ίσως και να πανηγυρίζει και για μια κάποιου είδους επικράτηση! Ας είναι. Δικαίωμα του και καμάρι μας να τον έχουμε ανάμεσά μας, παρέα μας! Εξάλλου όλα αυτά τα θέματα τα γνωρίζει καλύτερα από μας. Ελπίζουμε, βεβαίως, να μην του προκαλέσουμε κάποια δυσφορία από την άστοχη διαπραγμάτευσή μας. Η υποδοχή μας, πάντως, σ’ αυτόν είναι εγκάρδια πάντα.
Έτσι, κι αλλιώς ένεκα και της ξεχωριστής δικής του συμβολής στα πασχαλινά αναγνώσματα μπαίνουμε στα λιβάδια των λευκών σελίδων, του κενού αρχείου του υπολογιστή για να πλησιάσουμε με την βοήθεια της γραφής και του λόγου τους τόπους από τους οποίους και ο ίδιος γεύτηκε και ξεδίψασε.
Με λόγια δικά του για να χαρούμε: «ολίγην Ανάστασιν και ολίγην άνοιξιν»!
Όπως και να έχει, το κάλλος σε ποικίλες μορφές, διαπερνά όλη την μεγάλη εβδομάδα και αυτό μοιάζει να είναι, κάπως, αντάξιο του «Ωραίου κάλλει παρά πάντας βροτούς», ενώ την παραφροσύνη της Μεγάλης Εβδομάδας διαδέχεται η υπέρβαση της μωρίας του Σταυρού. Η Ανάσταση!
Διότι χωρίς την χαρά – Ανάσταση, όλα θα ήταν μάταια και ματαιότης ματαιοτήτων!
Και έτσι από τις στιγμές κατά τις οποίες, «Πάσα η κτίσις ηλλιούτο φόβω» έχουμε περάσει (Πάσχα) στο πάσα η γη αλλοιώνεται χαρούμενα και φωτεινά!
Αναστάσιμα!
Το υπερούσιο κάλλος του αναστημένου Ιησού αλλοίωσε καλώς κάθε αλλοτρίωση. Ενώ η τραγική κάθαρση η οποία αποτελούσε προσδοκία ενός αρχαίου ποιητή και των θεατών των έργων του, τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου λαμβάνει χαρακτηριστικά εκστατικά!
Η Ανάσταση απαθανατίζει το πρόσλημμα!
Χριστός Ανέστη!
Χρόνια Αναστάσιμα!