Ηδονή και Οδύνη στον άγιο Μάξιμο

Η θεολογία του αγίου Μαξίμου για την ηδονή και την οδύνη είναι πάρα πολύ σημαντική και θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να την γνωρίσουν οι νέοι μας. Γενικότερα, ο άγιος Μάξιμος είναι πολύ επίκαιρος στην εποχή μας.

Εν πρώτοις ο άγιος διδασκει ότι η ηδονή, όπως έχουμε πει, είναι η αρρωστημένη τάση της ψυχής για άντληση χαράς από τις αισθήσεις. Γράφει σχετικά: «Ο Αδάμ, αφού συγκατατέθηκε στην πλευρά του που του πρότεινε την ηδονή (δηλαδή την Εύα), έβγαλε έξω από τον παράδεισο το ανθρώπινο γένος. Και ο Κύριος, που υπόμεινε τον πόνο από το κέντημά της, έβαλε το ληστή μέσα στον Παράδεισο. Ας αγαπήσομε λοιπόν την κακοπάθεια του σώματος και ας μισήσουμε την ηδονή του. Γιατί η πρώτη εισάγει στον Παράδεισο και μας αποκαθιστά στα αγαθά, ενώ η άλλη βγάζει έξω και χωρίζει από τα αγαθά».

Είναι φανερό ότι ο άγιος πιστεύει ότι ο πόνος μας εξαγιάζει.  Αυτό είναι το μυστικό, αυτό υπονοεί και η λέξη «δοκιμασία». Όταν συμβαίνει αυτό, να μας λυγίζει μια δοκιμασία και δυσανασχετούμε, και πάλι μάλλον κέρδος είναι, γιατί καταλαβαίνουμε τη μικρότητά μας. Πρέπει πάντως οπωσδήποτε, κατά τον ιερό Πατέρα, να αρνηθούμε την ηδονή : «Ας αρνηθούμε την ηδονή και την οδύνη της ζωής αυτής με όλη μας τη δύναμη, και τότε θα απαλλαγούμε από κάθε επινόηση των παθών και κάθε δαιμονική κακουργία. Γιατί αγαπούμε τα πάθη για την ηδονή και εξαιτίας του πόνου αποφεύγομε την αρετή». Αλλά γιατί σώνει και καλά πρέπει να αρνηθούμε την ηδονή;

Λέγει λοιπόν ο Μάξιμος σχετικά: «Επειδή τη λύπη της ψυχής, δηλαδή τον πόνο – γιατί και  τα δύο είναι το ίδιο- την προξενεί η ηδονή της αισθήσεως, ενώ τη λύπη της αισθήσεως, δηλαδή τον πόνο, τη δημιουργεί από τη φύση της η ηδονή της ψυχής, εύλογα  εκείνος που επιθυμεί με ελπίδα τη ζωή του Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, η οποία φυλάγεται στους ουρανούς για να δοθεί μέσω της αναστάσεως των νεκρών ως κληρονομία άφθαρτη και αμόλυντη και αμάραντη, έχει αγαλλίαση στην ψυχή του και χαρά ανεκλάλητη και ευφραίνεται ακατάπαυστα με την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, ενώ στην σάρκα και την αίσθηση έχει λύπη, δηλαδή τους πόνους και τις οδύνες που του προκαλούν οι διάφοροι πειρασμοί. Γιατί κάθε αρετή ακολουθούν ηδονή και πόνος. Πόνος στη σάρκα, γιατί στερείται τη μαλακή και φιλική αίσθηση. Ηδονή στην ψυχή, γιατί απολαμβάνει τους πνευματικούς λόγους καθαρούς από κάθε αισθητό».

                                  ************

Στο σημείο αυτό, αφού είδαμε κατ’ άκρα συντομία τι λέγει ο άγιος σχετικά με αυτό το θέμα, πρέπει να προσέξουμε ότι αναπτύσσεται μια διδασκαλία παντελώς διαφορετική από αυτή της σύγχρονης Φιλοσοφίας, και μάλιστα της Αναλυτικής. Επίσης μια διδασκαλία διαφορετική και από τον δαρβινισμό. Πιο συγκεκριμένα, ορισμένοι φιλόσοφοι και επιστήμονες νομίζουν σήμερα ότι υπάρχει ένα πεδίο ανθρωπίνων ευχαριστήσεων και δυσαρεσκειών, χαλαρά περίπου συνδεδεμένων μεταξύ τους, που διαθέτει ο άνθρωπος και χρησιμεύουν στο να έχει φυσιολογική «συμπεριφορά». Αν φάω ένα γλυκό, νιώθω μια  ευχαρίστηση, αν γλιστρήσω και πέσω, αισθάνομαι δυσαρέσκεια, αν πάω σε ένα δροσερό μέρος το καλοκαίρι, λαμβάνω μια ηδονή, αν το χειμώνα μένω στο κρύο, τιμωρούμαι από τον οργανισμό μου με έναν πόνο κ.λπ. Και μπορεί, με αυτή την λογική, ταυτόχρονα να νιώθω πολλές ευχαριστήσεις και λύπες μαζί. Πρέπει όμως να πούμε ότι αυτή η θέση είναι βαθιά λανθασμένη.

Άραγε γιατί; Ο λόγος λοιπόν είναι ότι κάθε ηδονή και οδύνη συνδέονται στην πραγματικότητα ψυχοδυναμικά στενά μεταξύ τους. Ας υποθέσουμε ότι κάνω κάτι «δυσάρεστο», ετοιμάζω καταβάλλοντας κάποιο κόπο π.χ. ένα γεύμα για κάποιον άλλον, αλλά αυτός ο άλλος συμβαίνει να είναι το παιδί μου. Τότε όμως η όλη διαδικασία αποβαίνει από τις πλέον ευχάριστες. Μια μητέρα ξενυχτά με χαρά δίπλα στο άρρωστο παιδί της. Θα έλεγε κανείς ότι γεννήθηκε για να βιώσει αυτή την κατάσταση, για να «προσφέρει». Μπορεί η προσφορά να σημαίνει πάντα «καταβάλλω κάποιον κόπο», αλλά εδώ ο κόπος είναι όμως παραδόξως ηδονή.

Δεν είναι λοιπόν ο πόνος μια τυχαία δυσάρεστη ενόχληση. Είναι ακριβώς η απουσία της κύριας ηδονής που δημιουργεί τον μεγάλο πόνο. Το παιδί εμπλέκεται κατευθείαν στο παιχνίδι του επιθυμητού: όλα τα αντικείμενα είναι κοινωνικά «σεσημασμένα», από το ότι ο κύριος πόθος του είναι αυτός για την μητέρα. Όλα τα άλλα εξαρτώνται από εκεί. Ένα αντικείμενο, θα το λέγαμε πιο επιστημονικά, δεν παίρνει αξία παρά συμβολικά: εμπλέκεται στο πεδίο του άλλου. Έτσι λοιπόν, για να συνοψίσουμε, οδύνη δεν είναι παρά η απουσία της ηδονής. Δεν υπάρχει στιγμή, όπως νομίζει η Αναλυτική φιλοσοφία, όταν κανείς βρίσκεται σε μια «μέση», ουδέτερη κατάσταση, δηλαδή χωρίς να νιώθει μέσα του μήτε οδύνη μήτε ηδονή. Ζω πάντα έχοντας μια αίσθηση αποδοχής ή απόρριψης από τον άλλο.

                                    ************

Εν συνεχεία, διαβάζουμε στον άγιο Μάξιμο και το έξης: «Επειδή κάθε κακία εκ φύσεως καταστρέφεται μαζί με τους τρόπους που τη δημιούργησαν, βρίσκοντας ο άνθρωπος με την πείρα του ότι κάθε ηδονή τη διαδέχεται η οδύνη, κατεύθυνε όλη την ορμή του προς την ηδονή και όλη την αποστροφή του προς την οδύνη. Την πρώτη την υπερασπίζεται με όλη του τη δύναμη, ενώ την άλλη την καταπολεμά  με όλο του το ζήλο, πιστεύοντας κάτι αδύνατο, ότι με τη μέθοδο αυτή θα διαχωρίσει τη μια από την άλλη και μόνη της τη φιλαυτία θα  έχει ενωμένη με την ηδονή χωρίς να της βάζει τέλος η οδύνη∙  το πάθος όμως φαίνεται τον κάνει ν’ αγνοεί ότι σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει ηδονή χωρίς οδύνη. Γιατί είναι ανακατεμένος με την ηδονή ο πόνος, κι ας  μοιάζει να μην γίνεται αντιληπτός απ’ όσους τον έχουν, καθώς στο πάθος επικρατεί η ηδονή. Και είναι φυσικό να προβάλλει πάντοτε εκείνο που επικρατεί, και να σκεπάζει ό,τι συνυπάρχει. Όταν λοιπόν διεκδικούμε την ηδονή εξαιτίας της φιλαυτίας μας και φροντίζουμε να αποφεύγουμε την οδύνη, πάλι για την ίδια αιτία, τότε εφευρίσκομε τα απερίγραπτα καταστρεπτικά πάθη». Με άλλα λόγια, υπάρχει και μια λιποψυχία, να μη θέλει κανείς να αποδεχτεί, να αναδεχτεί την «οδύνη», που ξέρει ότι πρέπει να περάσει για να ωριμάσει πνευματικά. Μόλις κανείς δοκιμάσει κάτι δυσάρεστο, προσκολλάται σε αυτό που θυμάται ότι του προξένησε ευχαρίστηση, γιατί κατά βάθος αγαπά τον εαυτό του, με μια λεπτή μεν, αλλά εμπαθή αγάπη… Είναι η φιλαυτία…

Ο φιλήδονος μάλιστα καταστρώνει ολόκληρο «πρόγραμμα», να αποφύγει εντελώς την οδύνη και να γευτεί παντοιοτρόπως την ηδονή. Σκέπτεται πώς να ικανοποιήσει όλα του τα πάθη, ξεχνά όμως ακριβώς την ψυχοδυναμική διάσταση της πραγματικής ηδονής και νομίζει ότι μπορεί να αποφύγει τη θυσία που αυτή συνεπάγεται. Όλα τα πάθη εφευρίσκονται τότε και γίνονται αχαλίνωτα. «Η απόρριψη από την ψυχή των φυσικών της ενεργειών γίνεται αρχή της ηδονής της αισθήσεως», διδάσκει ο Ομολογητής. Ο ιερός Πατήρ προσθέτει: «Γιατί όταν η ψυχή καταγίνεται με τα αγαθά που ταιριάζουν στη φύση της, δεν υπάρχει η δύναμη που εφευρίσκει την ηδονή της αισθήσεως». Με αυτή του τη παρατήρηση ο βυζαντινός θεολόγος εννοεί πως στην πραγματικότητα τότε εφευρίσκονται τα διάφορα πάθη, όπως η μνησικακία, ο φθόνος, η εμπάθεια, το μίσος, όλες αυτές οι «εφευρέσεις» του εγωισμού. Είναι ο περίεργος αρνητισμός του κακού, μια περίεργη ελευθερία που δόθηκε στον άνθρωπο, να εφευρίσκει το μηδέν…

Η ηδονή είναι λοιπόν εφευρετική… Και τα παράγωγά της, ο φθόνος, η μνησικακία κ.λπ. ακόμη περισσότερο… Αντίθετα όμως από την μάταιη «εφευρετικότητα» της ηδονής, ο ενάρετος άνθρωπος, φθάνοντας να εννοεί τι σημαίνει πραγματικά αρετή, δηλαδή  αγάπη και ταπείνωση, αγαπά την ηδονή της ψυχής: «Σωτήρια ηδονή λέει (η Γραφή) τη χαρά της ψυχής για την αρετή, και ωφέλιμη λύπη την οδύνη που υποφέρει η σάρκα για χάρη της αρετής». Εδώ ως «ψυχή» ορίζεται ο βαθύς εσωτερικός άνθρωπος, όχι απλά  το «ψυχικό» στοιχείο, το διανοητικό… Και εννοεί ο Μάξιμος ως «αρετή» την κίνηση που κάνει ο βαθύς εαυτός να αγκαλιάσει τον άλλο, από τα μύχια της ψυχής του, τα κατάβαθα της ύπαρξής του… Η αρετή προέρχεται από κάτι που οι φιλοκαλικοί Πατέρες ονομάζουν «καρδιά».

Είδαμε τα βασικά στοιχεία της σκέψης του αγίου Μαξίμου. Ας προσθέσουμε και το εξής χωρίο: «Εκείνος που λυπάται κατά σάρκα λόγω των πόνων για χάρη της αρετής, χαίρεται συγχρόνως ψυχικά γι’ αυτήν την αρετή, γιατί βλέπει την ωραιότητα των μελλόντων (=του ερχόμενου κόσμου)», καθώς τον προσδοκά σαν έναν κόσμο ανείπωτης  ομορφιάς, αλήθειας και αγάπης. Όπως ακριβώς ένας καλλιτέχνης έλκεται και αποτυπώνει στον καμβά του ένα μελλοντικό, «εσχατολογικό» σύμπαν αρμονίας και χάρης. Η ψυχή μας, έλεγε ο άγιος Πορφύριος στις μέρες μας, αν θέλει να είναι χριστιανική, πρέπει να είναι «ποιητική», ψυχή ενός «ποιητή». Δεν πρέπει να προσπερνάμε την ομορφιά που ο Κύριος έδωσε στην πλάση. Ο άγιος Μάξιμος στην ουσία για αυτήν την ομορφιά μιλά και κάθε νέος άνθρωπος που ξεκινά με αγνή ακόμη την καρδιά του και τις αισθήσεις του θα ωφεληθεί πολύ, αν έρθει σε βαθύτερη επαφή με την σκέψη του. Αυτό ευχόμαστε ολόψυχα!