(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Στις 9 Απριλίου, Μεγάλο Σάββατο του 1821, ο Πατριάρχης έλαβε διαταγή να παραγγείλει στους Χριστιανούς να προσέλθουν στην εκκλησία την ημέρα του Πάσχα, να προσευχηθούν και έπειτα να επιστρέψει ο καθένας στο σπίτι του, χωρίς τους συνηθισμένους χαιρετισμούς και τις επισκέψεις.
Τότε ο θείος Γρηγόριος, στρεφόμενος προς κάποιον από τους Αρχιερείς που κάθονταν δίπλα του, είπε: «Επαληθεύεται και σε εμάς το προφητικό λόγο: “θα μετατρέψω τις γιορτές σας σε πένθος”» (Αμώς η’ 10).
Παρά όλα αυτά, ο μακάριος Γρηγόριος παρέμεινε μέχρι την τελευταία του στιγμή ατρόμητος και ανδρείος.
Προβλέποντας τον κίνδυνο που πλησίαζε, ρωτούσε τις παραμονές: «Ποιος θάνατος είναι προτιμότερος, ο αποκεφαλισμός ή η αγχόνη;».
Απέκρουε όμως κάθε φορά με ένταση τις επανειλημμένες συστάσεις της ρωσικής πρεσβείας και των προκρίτων ομογενών να διαφύγει από ασφαλή δρόμο για να σωθεί, λέγοντας: «Μη με παρακινείτε σε φυγή. Πώς θα εγκαταλείψω το ποίμνιό μου; Είμαι Πατριάρχης για να σώσω τον λαό μου, όχι για να τον ρίξω στα μαχαίρια των Γενιτσάρων. Ο θάνατός μου θα ωφελήσει περισσότερο από τη ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες δεν θα δουν με αδιαφορία την ύβρη κατά της Πίστης τους στο πρόσωπό μου.
Από δε τους Έλληνες, οι πολεμιστές θα μάχονται με απελπισία, η οποία συχνά χαρίζει τη νίκη. Όχι, δεν θα γίνω ο περίγελως του κόσμου· δεν θα ανεχθώ, περνώντας από τους δρόμους της Οδησσού, της Κέρκυρας ή της Αγκώνας, να με δείχνουν με το δάχτυλο λέγοντας: “να ο φονιάς Πατριάρχης”. Πηγαίνω εκεί όπου με καλεί η μεγάλη μοίρα του Έθνους μου και ο πανάγαθος Θεός, ο προστάτης των θείων και των ανθρώπινων πραγμάτων».
Ό,τι προέβλεπε ο Γρηγόριος, αυτό και έγινε με πρωτοφανή αγριότητα και θηριωδία.
Τις 10 Απριλίου, την ημέρα του Πάσχα, κατέβηκε στον Πατριαρχικό Ναό και τέλεσε τη θεία Λειτουργία με αταραξία και μεγαλειώδη ηρεμία, την οποία διέκοπταν μόνο η συγκίνηση και τα δάκρυα.
Την ώρα που ψαλλόταν το «Αγαπήσω σε, Κύριε, η ισχύς μου», έδωσε τον τελευταίο ασπασμό στους οκτώ Αρχιερείς που συλλειτουργούσαν μαζί του. Μετά το τέλος της θείας Λειτουργίας, ανέβηκε στο Πατριαρχείο και αποσύρθηκε στο δωμάτιό του για να ησυχάσει.
Εκεί τον επισκέφθηκε ένας από τους οικείους του και του ανήγγειλε ότι επιβάτες πλοίου από τα Επτάνησα που ερχόταν από την Πελοπόννησο επιβεβαίωσαν την είδηση για την εξέγερση των Ελλήνων, και πρόσθεσε: «Και τώρα τι πρόκειται να γίνει;».
Ο Πατριάρχης, ατάραχος, απάντησε: «Και τώρα και πάντοτε, ας γίνει το θέλημα του Κυρίου».
Την ίδια εκείνη ημέρα του Αγίου Πάσχα, γύρω στις δέκα το πρωί, του ανήγγειλαν οι κληρικοί που βρίσκονταν εκεί ότι ήρθαν στο Πατριαρχείο και τον ζητούν ο μέγας διερμηνέας Σταυράκης Αριστάρχης και ο Τούρκος γενικός γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών.
Ο Άγιος, νομίζοντας ότι ήρθαν για επίσκεψη λόγω της εορτής του Πάσχα, σηκώθηκε και τους περίμενε.
Αλλά ο διερμηνέας, αφού πήγε στην αίθουσα συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου και κάλεσε εσπευσμένα τους Αρχιερείς, ανέγνωσε ένα σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ παυόταν ως ανάξιος του Πατριαρχικού θρόνου, αχάριστος προς την Υψηλή Πύλη και άπιστος.
Ο έκπτωτος Πατριάρχης συνελήφθη αμέσως από τους παρευρισκόμενους Γενιτσάρους και οδηγήθηκε στις φυλακές του Μποστανζήμπαση. Εκεί, αφού υποβλήθηκε σε κάθε είδους βασανιστήρια και εμπαικτικές ερωτήσεις, τήρησε αξιοθαύμαστη σιωπή, την οποία διέκοψε μόνο μία φορά όταν οι βασανιστές τον προέτρεπαν να απαρνηθεί την πίστη του στον Χριστό για να σωθεί, λέγοντας: «Ο Πατριάρχης των Χριστιανών, Χριστιανός πεθαίνει».
Μετά από μερικές ώρες, οδηγήθηκε από πολυάριθμη φρουρά στην αποβάθρα του Φαναρίου. Νομίζοντας ότι εκεί ήταν ο τόπος της εκτέλεσής του, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, έκανε το σημείο του Σταυρού, γονάτισε και έσκυψε τον αυχένα για τον αποκεφαλισμό.
Τον σήκωσαν όμως και πάλι, σέρνοντάς τον οι δήμιοι ανάμεσα στο πολυάριθμο τουρκικό πλήθος μέχρι το Πατριαρχείο, όπου και τον απαγχόνισαν στη μεσαία πύλη.
Από τότε η πύλη αυτή παραμένει κλειστή. Κατά την τελευταία στιγμή πριν από τον απαγχονισμό του, ο μακάριος εκείνος Πατριάρχης άπλωσε τα χέρια του, ευλόγησε όλους τους πιστούς και είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξου το πνεύμα μου».
Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Απρίλιος, τόμος δ’.