Όσιος Γεώργιος (Καρσλίδης), Και μόνο που σε έβλεπε ο Γέροντας, σου έλεγε όλο το παρελθόν και όλο σου το σόι τι έκανε…

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Ήταν πάντοτε κοντά μας. Όλο μας συμβούλευε και μας βοηθούσε. Όμως και εμείς, όσο μπορούσαμε τον βοηθούσαμε.

Μέρα-νύχτα ήμασταν στην αυλή του μοναστηριού. Έρχονταν πολλοί επισκέπτες από την Δράμα. Εμείς τρέχαμε να τους ξεφορτώσουμε.

Παίρναμε τα καλάθια με τα τρόφιμα, που έφερναν εδώ στο μοναστήρι.

Πολλές φορές, όσους δεν δεχόταν ο Γέροντας, τους έφερνε στο σπίτι το δικό μας.

Εμείς είχαμε ένα δωμάτιο μόνο για τους ξένους. Εγώ που ήμουν λίγο μεγαλύτερος, θυμάμαι καλά ότι βοήθησα δύο γυναίκες, που ήρθαν από τις Σέρρες φορτωμένες από δύο καλάθια η καθεμία.

Τις έφερα ως την πόρτα και τότε ο καλόγερος μου είπε: «Άστα εκεί τα καλάθια και πες στις γυναίκες – αυτές ήταν δεκαπέντε μέτρα πιο πίσω – να ‘ρθουν στο σπίτι το δικό σας, σε μένα εδώ δεκτές δεν γίνονται».

Μετά το βράδυ, φώναξε τον πατέρα μου και τον παρακάλεσε να τις φιλοξενήσει για ένα βράδυ.

Κρεβάτια, κουβέρτες, όλα εκείνος μας τα έδινε, για να έχουμε το δωμάτιο γι’ αυτήν τη δουλειά. Πολλές φορές έστελνε και το φαγητό.

Το πρωί εγώ έφυγα με τα ζώα και το βράδυ που γύρισα, ο πατέρας μου μου είπε όλα όσα κουβέντιασαν με τον καλόγερο.

Αυτές οι γυναίκες ήταν κακοποιοί μαζί με τους άνδρες τους. Πήγαιναν λήστευαν σπίτια, έκλεβαν χρυσαφικά, ακόμη και φόνους έκαναν.

Οι άνδρες τους μετά πήγαν στο παραπέτασμα, γι’ αυτό δεν τις δέχτηκε.

Και μόνο που σε έβλεπε ο Γέροντας, σου έλεγε όλο το παρελθόν και όλο σου το σόι τι έκανε…

Από το βιβλίο του Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη, ο «Όσιος Γεώργιος της Δράμας 1901-1959», έκδοση της Ιεράς Μονής Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχες (Σίψα) Δράμα.