Όσιος Σάββας ο εν Καλύμνω, «Σαν καπνός έβγαινε έξω η ευωδία, την ώρα που προσηύχετο ο γέροντας»!

 

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Ευωδίαζεν ο ναός και ο γύρω χώρος κατά την προσευχήν του

Αφήγηση Μαρίας Μπιζάνη

Η ζωή του ήτο…. Μόνον που ημείς δεν πήραμε τίποτα. Με τέτοιον γέροντα!

Είχε προφητικό χάρισμα.

Θέλαμε μια μέρα να κάνουμε λειτουργία στο Άργος, στoν άγιο Θεολόγο.

Μου μίλησε κάτω. «Μαρία δεν θάρθης να με βοηθήσης;»

Λέω: «Νάρθω, γέροντα».

Η Μαρία του Ανδρίτσου, εγώ και η Αναστασία ή η Στυλιανή πήγαμε, λοιπόν, ώρα εσπερινού.

Μάιος. Μπήκαμε μέσα. Μοναξιά! Άκρα γαλήνη!

Η γερόντισσα ήτο κάτω. Κάτω, στο κάτω μέρος του χωραφιού και πολεμούσε. Έσκαβε.

Λέω: «Ψυχή δεν υπάρχει ζώσα εδώ».

Ηκούσαμε όμως μια μυρωδιά!
Μια μυρωδιά από την πόρτα! Μια μυρωδιά!
Ανασαίναμε, ανασαίναμε Α! α! τι μυρωδιά είναι αυτή!
Τι μυρωδιά είναι αυτή!

Λέω: «Να προχωρήσωμε, να μπούμε μέσα στην εκκλησία;»

Προχωρήσαμε.

Ανοίξαμε την Εκκλησία. Δεν ήταν το κλειδί. Έτσι ανοίξαμε.

Είδαμε τον γέροντα μέσα και προσηύχετο. Τον π. Σάββα [τον Όσιο Σάββα τον εν Καλύμνω].

Προσηύχετο.

Από διάκρισιν τραβηχθήκαμε έξω.

Έλεγα τώρα εγώ: «Α! Το λείψανο του π. Ιεροθέου»!

Η άλλη πάλι, πιο γριά, εκείνη η Αναστασία: «Ναααα, η, η, η, η προσευχή του π. Σάββα είναι».

«Ε, λέω, ε, είτε ο ένας, είτε ο άλλος, πάντως η ευωδία».

Όχι, στην αυλή της Εκκλησίας! Μακρυά!

Πήγαινε έξω από την εξώπορτα, την πρώτην εξώπορτα, μέχρι εκεί.

Σαν καπνός έβγαινε έξω η ευωδία, την ώρα που προσηύχετο ο γέροντας.

Και πέρασε από την άλλην πόρτα και έφυγε προς τα επάνω ο γέροντας.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασιλείου Χρ. Παπανικολάου, ο «Άγιος Σάββας ο Νέος ο εν Καλύμνω», β΄ έκδοση που εξέδωσε η Ιερά Μονή Αγίων Πάντων Καλύμνου.