Πώς ένας Σαρακηνός έγινε Χριστιανός, μαρτύρησε για τον Χριστό και το σώμα του έμεινε αδιάφθορο

 

(Επιμέλεια Στέλιος)

Ο Αμιράς* της Συρίας έστειλέ ποτε [κάποτε] τον ανεψιόν του εις την Διόσπολιν, την υπό των Σαρακηνών ονομαζομένην Ράμελ, διά να εξετάση υποθέσεις τινάς του τόπου εκείνου.

Εις την πόλιν ταύτην υπάρχει Ναός θαυμάσιος του Αγίου Γεωργίου, τον οποίον ιδών από μακράν ο Σαρακηνός ούτος επρόσταξε τους υπηρέτας του να μεταφέρουν τας αποσκευάς του επάνω εις το κατηχούμενον του Ναού αυτού, εις τον οποίον, αφού κατέλυσε, επρόσταξε να φέρουν εντός του Ναού και τας δώδεκα καμήλους του, οι δε Ιερείς του Ναού παρεκάλουν τούτον να μη κάμη τοιούτον πράγμα απαίσιον· αλλ’ εκείνος απειλών επρόσταξε να τας φέρουν.

Ευθύς όμως, ως ωδήγησαν τας καμήλους εις τον Ναόν, αύται, ώ του θαύματος! έπεσαν όλαι εις την γην και απέθανον.

Το σημείον τούτο ιδών ο ανεψιός του Αμιρά εθαύμασε διά την μεγάλην δύναμιν του Αγίου Γεωργίου και επρόσταξε να σύρουν τας νεκράς καμήλους έξω του Ναού.

Την επομένην, ότε μετέβη ο Ιερεύς διά να επιτελέση την θείαν Λειτουργίαν, παρετήρει τούτον ο Σαρακηνός, ίνα ίδη τι θα έπρατεν· ο δε φιλάνθρωπος Θεός ήνοιξε τους οφθαλμούς της διανοίας του και απεκάλυψεν εις αυτόν το εξής όντως φοβερόν.

Όταν επλησίαζεν η ώρα της θείας μετουσιώσεως των Τιμίων Δώρων, είδεν ο Σαρακηνός, ότι λαβών ο Ιερεύς παιδίον μικρόν έσφαξεν αυτό, το δε αίμα του εκένωσεν εντός του αγίου Ποτηρίου και αφού κατέκοψε το σώμα του το ετοποθέτησεν εις τον ιερόν δίσκον.

Όταν δε ετελείωσε το κοινωνικόν, έβλεπε τον Ιερέα μεταδίδοντα εις τον λαόν τας σάρκας και το αίμα του παιδίου.

Μετά το τέλος της θείας Λειτουργίας, λαβών ο Ιερεύς τας πλέον εκλεκτάς εκ των προσφορών εφιλοδώρησε διά τούτων τον Σαρακηνόν.

Ούτος δε ηρώτησε, τον Ιερέα λέγων· «Τι είναι αυτά;».

Ο δε Ιερεύς απεκρίθη· «Αυθέντα μου, είναι προσφοραί από τας οποίας λειτουργούμεν ημείς εις την Εκκλησίαν μας».

Τότε ο Σαρακηνός λέγει προς τον Ιερέα με θυμόν· «Από αυτάς ελειτούργησες σήμερον; Δεν σε είδα εγώ όπου έσφαξες το παιδίον και έρριψες το αίμά του εις το ποτήριον, το δε σώμα του κατέκοψες εις τεμάχια και βαλών αυτά εις τον δίσκον τα μετέδιδες εις τον λαόν; Νομίζεις ότι δεν έβλεπα εγώ αυτά τα οποία έκαμνες συ, φονεύ μιαρέ;».

Ταύτα ακούσας ο Ιερεύς εφοβήθη και πεσών εις τους πόδας του Σαρακηνού είπεν· «Ας έχη δόξαν ο Κύριος, όστις σε ηξίωσεν, αυθέντα μου, να ίδης το φρικτόν τούτο Μυστήριοv. Εκ τούτου πιστεύω, Χάριτι Χριστού, ότι θα γίνης μέγας άνθρωπος και ο Θεός μέλλει να σε κατατάξη μεταξύ των σωζομένων».

Εκπλαγείς ο Σαρακηνός εκ των λόγων τούτων του Ιερέως, είπε προς αυτόν· «Δεν είναι λοιπόν ταύτα ακριβώς καθώς εγώ τα είδα;».

Απεκρίθη ο Ιερεύς· «Ναι, αυθέντα μου, ούτως είναι και ούτω πιστεύομεν ότι ο άρτος και ο οίνος τον οποίον προσφέρομεν ημείς οι Χριστιανοί εις την Λειτουργίαν μας, μεταβάλεται πράγματι, διά της Χάριτος του Κυρίου, εις Σώμα και Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του Θεού. Όμως το όραμα τούτο δεν ηξιώθην ποτέ να το ίδω εγώ, επειδή είμαι αμαρτωλός, αλλ’ ενώπιον εμού βλέπω άρτον μόνον και οίνον. Επειδή δε ο Κύριος και Θεός μου ηξίωσε σε, τον αυθέντην μου, να ίδης τοιούτον Μυστήριον, πιστεύω, ότι είσαι μέγας άνθρωπος· διότι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ως υπεράξιοι, έβλεπον το θαυμαστόν τούτο Μυστήριον».

Ταύτα ακούσας ο Σαρακηνός και πολύ θαυμάσας έκυψε την κεφαλήν προς τα κάτω και εσυλλογίζετο επί ώραν πολλήν· έπειτα δε, ως από ύπνου εξυπνήσας, ήλθεν εις εαυτόν και αφού επρόσταξε τους υπηρέτας του να εξέλθουν έξω, είπε προς τον Ιερέα· «Καθώς βλέπω και πληροφορούμαι, η Πίστις των Χριστιανών είναι αληθινή και αλλοίμονον εις εμέ, όστις διήλθον την ζωήν μου εις το ψεύδος και την ματαιότητα, την θρησκείαν δηλαδή των Σαρακηνών, την όντως ακάθαρτον. Αλλ’ επειδή είναι θέλημα Θεού να σωθώ, βάπτισόν με, διά να λατρεύσω τουλάχιστον από τώρα και εις το εξής τον Θεόν με καθαράν συνείδησιν».

Λέγει τότε προς αυτόν ο Ιερεύς· «Δεν αποτολμώ, αυθέντα μου, να σε βαπτίσω, διότι έχεις θείον τον βασιλέα και όταν αυτός πληροφορηθή το γενόμενον και εμέ θέλει φονεύσει και τας Εκκλησίας μας θέλει καταστρέψει. Μόνον, αν θέλης, αναχώρησον απ’ εδώ κρυφίως και ύπαγε εις τον Πατριάρχην της Ιερουσαλήμ, από τον οποίον ζήτησε να σε βαπτίση, χωρίς να του αποκαλύψης ποίος είσαι και αυτός θέλει σε βαπτίση».

Τότε ο Σαρακηνός, ευρών τρίχινόν τι ένδυμα και ενδυθείς αυτό, ανεχώρησε κρυφίως νύκτα τινά και επήγεν εις την Ιερουσαλήμ. Παρουσιασθείς δε εις τον Πατριάρχην και προσπεσών εις τους πόδας του, τον παρεκάλεσε να τον αξιώση του Αγίου Βαπτίσματος.

Επιτυχών δε του ποθουμένου, μετά την ογδόην ημέραν είπε προς τον Πατριάρχην· «Ιδού ότι, Χάριτι θεία έγινα Χριστιανός· λοιπόν τι πρέπει να κάμω   διά   να σωθώ;».

Ο δε Πατριάρχης του είπεν· «Εάν θέλης να σωθής, ύπαγε εις το Όρος Σινά όπου ευρίσκονται Μοναχοί ευλαβείς και ενάρετοι και γενού Μοναχός, φύλαξον δε τας εντολάς του Θεού και ούτω θέλεις σωθή».

Μετέβη λοιπόν πράγματι ο ευλογημένος εκείνος άνθρωπος εις το όρος Σινά και αφού εγένετο Μοναχός και παρέμεινεν εκεί τρεις χρόνους, έφθασεν εις μεγάλον ύψος αρετής. Έπειτα παρεκάλεσε τον Ηγούμενον όπως του επιτρέψη, να υπάγη εις την Ράμελ.

Λαβών δε την άδειαν και μεταβάς εκεί, εισήλθεν εις τον Ναόν του Αγίου Γεωργίου, όπου συνήντησε τον θεοσεβή εκείνον Ιερέα και αφ’ ου του απεκάλυψε ποίος είναι, του λέγει· «Ιδού ότι, Χάριτι θεία   διά   των ευπροσδέκτων προς Κύριον δεήσεών σου, έγινα Χριστιανός και Μοναχός· έχω όμως επιθυμίαν μεγάλην να ίδω τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και σε παρακαλώ θερμώς να εκπληρώσης τον πόθον μου».

Τότε ο Ιερεύς δοξάσας τον Θεόν είπεν· «Ύπαγε εις τον θείον σου Αμιράν καί, παρουσία αυτού και όλων των Σαρακηνών, ομολόγησον ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού και Θεός, δημιουργός πάσης της Κτίσεως, όστις διά την ημών σωτηρίαν έγινεν άνθρωπος και έκαμε μεγάλα και παράδοξα θαύματα και εσταυρώθη και ετάφη και τη τρίτη ημέρα ανέστη και ανελήφθη εις τους ουρανούς μετά δόξης. Ταύτα πράττων θέλεις αξιωθή να ίδης τον Κύριον μετά παρρησίας».

Καταπεισθείς λοιπόν ο αοίδιμος εκείνος Μοναχός εις τους θείους λόγους του ευλαβούς Ιερέως, εξεκίνησεν ευθύς και μετέβη εις την πόλιν την οποίαν ευρίσκετο ο θείος του, κατά δε την νύκτα ανήλθεν εις τον μιναρέ του τζαμίου των και ήρχισε, να φωνάζη· «Τρέξατε εδώ, Σαρακηνοί, διότι έχω λόγον να σας είπω».

Τούτο δε ακούσαντες εκείνοι έτρεξαν μετά λαμπάδων και ιδόντες τον Μοναχόν τον ηρώτησαν, τι έχει να τους είπη. Ο δε Μοναχός τους είπε· «Με ερωτάτε τι έχω να σας ειπώ;   Πού   είναι ο ανεψιός του Αμιρά, εκείνος όστις έφυγε κρυφίως;». Εκείνοι του είπον· «Αν ίσως και μας είπης τούτο, θέλομεν σού δώσει όσα χρήματα ζητήσης». Ο δε Μοναχός απήντησεν· «Οδηγήσατέ με εις τον Αμιράν να σας το είπω».

Αρπάσαντες τότε εκείνοι τον μακάριον αυτόν Μοναχόν τον έφερον εις τον Αμιράν μετά χαράς λέγοντες· «Ούτος ο Μοναχός γνωρίζει   πού   είναι ο ανεψιός σου».

Ο δε Αμιράς τον ηρώτησεν, εάν πράγματι γνωρίζη και εκείνος απεκρίθη· «Ναι, τον γνωρίζω· εγώ ο ίδιος είμαι· όμως τώρα είμαι Χριστιανός και πιστεύω εις Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, την μίαν Θεότητα και ομολογώ ότι ο Υιός του Θεού εσαρκώθη εκ της Αειπαρθένου Μαρίας και έκαμεν εις τον κόσμον μεγάλα θαυμάσια και εσταυρώθη και τη τρίτη ημέρα ανέστη και ανελήφθη εις τους ουρανούς και εκάθησεν εν δεξιά του Θεού και Πατρός και μέλλει να έλθη πάλιν ίνα κρίνη ζώντας και νεκρούς».

Ταύτα ακούσας ο θείος του ο Αμιράς και εκπλαγείς είπε· «Τι έπαθες, ταλαίπωρε, να αφήσης τον οίκον σου, τα πλούτη σου και την δόξαν σου και να περιπατής ούτω καταφρονημένος ως επαίτης; Δεν επιστρέφεις εις την θρησκείαν σου, να ομολογήσης προφήτην τον Μωάμεθ και να έλθης πάλιν εις την πρώτην σου κατάστασιν;».

Ο δε Μοναχός απεκρίθη· «Εγώ όσα καλά είχον τότε, όταν ήμην Σαρακηνός, όλα ήσαν μερίς του διαβόλου· τούτο δε το τρίχινον ένδυμα, όπου φορώ τώρα, είναι καύχημά μου και πλούτος μου και αρραβών της δόξης, την οποίαν μέλλω να απολαύσω   διά   την αληθινήν Πίστιν του Χριστού μου· τον δε Μωάμεθ, όστις σας επλάνησε, καθώς και την θρησκείαν του, αναθεματίζω και παντελώς αποστρέφομαι».

Ταύτα ακούσας ο Αμιράς έπρεπε, κατά τον νόμον των, να θανατώση ευθύς τον υβριστήν της θρησκείας των, λυπούμενος όμως αυτόν, είπεν εις τους εκεί παρευρεθέντας Σαρακηνούς: «Αυτός έχασε τον νουν του και δεν γνωρίζει τι λέγει· εκβάλετέ τον έξω και διώξατέ τον».

Αλλ’ εκείνοι του είπον: «Αυτόν όστις ανεθεμάτισε τον προφήτην μας και την θρησκείαν μας απολύεις; Αυτός, είναι άξιος μυρίων θανάτων. Να αρνηθώμεν λοιπόν και ημείς την θρησκείαν μας και να γίνωμεν Χριστιανοί».

Τότε ο Αμιράς, φοβηθείς τους όχλους μήπως εξεγερθούν περισσότερον εναντίον του, έδωκεν εις αυτούς την άδειαν να τον κάμουν ό,τι θέλουν.

Εκείνοι δέ, τρίζοντες τους οδόντας, ήρπασαν το ευλογημένον του Χριστού πρόβατον και αφού τον ωδήγησαν έξω της πόλεως, τον ελιθοβόλησαν, ενώ ούτος επεκαλείτο το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ούτως, ετελειώθη ο αοίδιμος εν καλή ομολογία και πορευθείς μετά παρρησίας προς τον Κύριον, Όν επόθησεν, έλαβε τον στέφανον του Μαρτυρίου.

Καθ’ εκάστην δε νύκτα και επί πολύν χρόνον εφαίνετο άστρον λαμπρόν επάνω από τον σωρόν των λίθων, το οποίον εφώτιζεν όλον το μέρος εκείνο, βλέποντες δε τούτο οι Σαρακηνοί εθαύμαζον.

Αφού δε παρήλθεν καιρός αρκετός, έδωκε την άδειαν ο Αμιράς εις τους Χριστιανούς να εκβάλωσι το άγιο Λείψανον του Μάρτυρος από τον σωρόν των λίθων και τούτου γενομένου, ώ του θαύματος! ευρέθη το άγιο Λείψανον σώον και αδιάφθορον, άρρητον εκπέμπον ευωδίαν, ασπασάμενοι δε τούτο μετ’ ευλαβείας, το ενεταφίασαν εν ύμνοις και ψαλμωδίαις δοξάζοντες τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.

Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν.

 * Διοικητής

Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Απρίλιος, τόμος δ’.