Ένα σοβαρό θέμα με το οποίο ασχολείται η Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία είναι και η σχέση του θεωμένου ανθρώπου με τον κόσμο. Ο άγιος Νικήτας ο Στηθάτος, μαθητής του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου, αναλύοντας θεολογικά την έννοια της θεώσεως, παρατηρεί: «θέωσις εν τω βίω τούτω εστίν η νοερά και θεία ιερουργία καθ’ ην ιερουργείται ο λόγος τοις ετοιμάζουσιν εαυτούς». Δηλαδή, θέωση είναι η θεία ιερουργία, η θεία κατάσταση κατά την οποία μπαίνει στη ζωή των ανθρώπων ο Θεός Λόγος και έτσι συντελείται η ενχρίστωσή τους. Εννοείται ότι αυτή η ιερουργία πραγματοποιείται, όταν ο άνθρωπος έχει καθαρθεί από τα πάθη και έχει καταστήσει ένοικόν του την αρετή της ταπεινώσεως, που χαρακτηρίζεται από τους θεοφόρους Πατέρες ως «υψοποιός κένωσις».
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο και ο γέροντας του αγίου Νικήτα του Στηθάτου, ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος, στον περίφημο λόγο του «Περί των οιομένων έχειν εν εαυτοίς Πνεύμα Άγιον», δηλαδή γι’ αυτούς που νομίζουν ότι έχουν Άγιο Πνεύμα, επισημαίνει: «να διδάσκεσθε τον λόγο του Θεού, να μετανοείτε για τις αμαρτίες σας, να έχετε το κατά Θεόν πένθος μέχρι που να δείτε στην ψυχή σας τον Νυμφίο Χριστό».
Μιλώντας τώρα ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος για τη σχέση του θεωμένου ανθρώπου με τον κόσμο, και όταν λέμε κόσμο στην Πατερική Θεολογία δεν εννοούμε τους ανθρώπους αλλά τα υλικά εμπαθή πράγματα, επισημαίνει: «αυτός που έγινε κατοικητήριον του Αγίου Πνεύματος και έχει κάνει υπέρβαση του κόσμου τούτου, δεν ενδιαφέρεται για τα πράγματα του κόσμου. Δεν τον ενδιαφέρουν δηλαδή τα χρήματα, η δόξα, η κοινωνική προβολή, η γνώμη των άλλων ανθρώπων γι’ αυτόν».
Χαρακτηριστική είναι η θεώρηση του χρυσού και του αργύρου και της κτηματικής περιουσίας από μέρους του μεγάλου Βασιλείου, που χαρακτηρίζει το χρυσάφι και το ασήμι πέτρες και την κτηματική περιουσία απλώς χώμα. Ο Άγιος τα θεωρεί ως μέσον για την απόκτηση της μακαρίας ζωής, εννοείται διά της ασκήσεως της ελεημοσύνης. Υποστηρίζει, λοιπόν, ο μέγας Βασίλειος: «λυπάσαι λοιπόν να δώσεις πέτρες και χώμα, γιατί αυτά είναι το χρυσάφι και το ασήμι, ακόμα λυπάσαι να δώσεις και γην που έχεις, ώστε δι’ αυτών να αποκτήσεις την μακαρίαν ζωήν».
Κακίζοντας τώρα την έμμονή του ανθρώπου στην άνεση που προσφέρει ο πλούτος, παρατηρεί: «εις τρυφήν καταχρήσειτον πλούτον; Και εις άρτος ικανός αποπληρώσαι γαστέραν». Δηλαδή, τι θέλεις τον πλούτον και τα πολλά χρήματα για μια ζωή με ανέσεις; Ας αρκεστείς σ’ ένα ψωμί που μπορεί να κορέσει την πείνα σου.
Ο ιερός Πατήρ, κινούμενος μέσα σ’ αυτό το πνεύμα της σχέσης του θεωμένου ανθρώπου με τον κόσμο, όπου ο άνθρωπος λειτουργεί αφαιρετικά ως προς τα υλικά αγαθά, προβάλλει ως έξοχο πρότυπο την αγία μάρτυρα Ιουλίτα, όπου σ’ έναν λόγο του γι’ αυτήν επισημαίνει: «αυτή λοιπόν, αφού θεώρησε πως τα φθαρτά πράγματα ασφαλώς ήταν υποδεέστερα των ουρανίων αγαθών, λειτούργησε αφαιρετικά ως προς τα γήινα πράγματα που είχε κι έτσι κάνοντας υπέρβασή τους, κέρδισε τον Παράδεισο».
Εξάλλου, από την πλευρά τη δική του, ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος, σε έναν λόγο του που επιγράφεται «Περί εορτών και πώς χρη εορτάζειν», κακίζοντας τη ματαιοδοξία και την προβολή που χαρακτήριζε χριστιανούς που γιόρταζαν τις γιορτές όχι θεοπρεπώς, αλλά δυστυχώς με πνεύμα ματαιοδοξίας, επισημαίνει: «πώς λοιπόν ένας άνθρωπος που θέλει να λέγεται χριστιανός και που υποτίθεται πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του ως ξένο και παρεπίδημο σε τούτο τον κόσμο, πώς θα θελήσει να γιορτάσει, στήνοντας τραπέζια με πλούσια φαγητά κι έχοντας καλέσει σπουδαίους κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες;» Αυτό είναι ανεπίτρεπτο, γιατί δίνει σημασία σ’ αυτό που σήμερα υπάρχει και αύριο δεν θα υφίσταται. Μη νομίζεις πως οι γιορτές έχουν να κάνουν με πολυτελή ρούχα και με αγέρωχα άλογα. Να σκέφτεσαι πως, όπως ακριβώς ένας λαμπρός ναός είναι γεμάτος με λαμπάδες, έτσι και ο οίκος της ψυχής σου πρέπει να είναι γεμάτος με τις αρετές. Τα μύρα και τα αρώματα άφησέ τα κατά μέρος και ας ευωδιάζει η ψυχή σου με τη νοητή ευωδία του Αγίου Πνεύματος».
Τέλος, ο όσιος Ευπρέπιος, μιλώντας για τη θεώρηση των υλικών πραγμάτων από τον θεωμένον άνθρωπο, τον προτρέπει να μην εστιάζει την προσοχή του σ’ αυτά, γιατί «ο αγαπών ύλην, αγαπά προσκόμματα».