Η ουσία της Ορθόδοξης Θεολογίας είναι στην πραγματικότητα η έννοια του Υποκειμένου ή Προσώπου. Οι Πατέρες της Εκκλησίας όρισαν ότι ο Θεός είναι μια τριαδική ένωση Υποστάσεων (μία η Κοινή Ουσία- Τρεις οι Υποστάσεις), ενώ παρομοίως και για τον άνθρωπο ανέπτυξαν την έννοια του Υποκειμένου, το οποίο βέβαια είναι «κατ’ εικόνα Θεού». Ωστόσο, είναι το Υποκείμενο, δηλαδή το Πρόσωπο, που δέχθηκε μεγάλη επίθεση από τον στοχασμό του 19ου ήδη αιώνα, και μάλιστα από τον Νίτσε, καθώς θεωρήθηκε συνώνυμο της «Μεταφυσικής». Ο Νίτσε είναι ένας στοχαστής που έχει επηρεάσει και εξακολουθεί να επηρεάζει ακόμα την σκεπτόμενη νεολαία μας, οπότε θα είχε νόημα να προσπαθήσει κανείς να αντιμετωπίσει κριτικά το έργο του.

Ο Νίτσε λοιπόν επιτέθηκε στο Υποκείμενο. Θα προσπαθήσουμε εδώ να δώσουμε και να εξετάσουμε δύο μόνο από τα επιχειρήματά του, για λόγους οικονομίας χώρου. Κατά τον συγκεκριμένο φιλόσοφο λοιπόν το Υποκείμενο είναι ένα μύθευμα, απλά δεν υπάρχει. Πιστεύουμε όμως ότι υπάρχει, γιατί ακριβώς μας παραπλανά η Γλώσσα, η οποία θέτει Υποκείμενα εκεί όπου δεν υπάρχουν, όπως όταν λέμε για παράδειγμα «[η αστραπή] αστράφτει». Όταν όμως αστράφτει, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα κανένα υποκείμενο, αλλά είναι, όπως είπαμε, η Γλώσσα, που έχει έντονη την ανάγκη για την κυρίαρχη συντακτική μορφή «Υποκείμενο-Ρήμα», και θέτει ως τέτοιο το «αστραπή». Παρομοίως ισχύει και με τον άνθρωπο. Έχει δίκιο ο Νίτσε;
Λοιπόν, θα έλεγε ο φιλόσοφος, πώς όταν, για παράδειγμα, απολαμβάνουμε ένα ηλιοβασίλεμα, παρατηρούμε να υπάρχει ένα «γεγονός», ένας θαυμασμός και ένα μάγεμα από την ομορφιά της φύσης (ο Νίτσε είχε μεγάλη αγάπη και ανάγκη για τον Ήλιο του Νότου), ενώ στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να υπάρχει υποκείμενο, όπως όταν λέμε «Εγώ ισχυρίζομαι ότι ο πόλεμος είναι το χειρότερο κακό». Στην τελευταία περίπτωση φαίνεται να ζωντανεύει πράγματι το (θεωρητικό) Υποκείμενο, ως ο βασικός φορέας ενός ισχυρισμού, μιας πρότασης κ.λπ. Αλλά αυτό εξαφανίζεται στην περίπτωση της ενατένισης του Ηλιοβασιλέματος, όπου ένα τέτοιο θεωρητικό εγώ, «υπερβατολογικό», όπως θα έλεγε ο Καντ, μοιάζει να εξαφανίζεται. Το ίδιο συμβαίνει και όταν π.χ. «πονώ». Ένας έντονος πόνος υπάρχει πράγματι ως γεγονός «εκεί-πέρα», ωστόσο και πάλι τίποτε από αυτό που εννοούμε με την λέξη Υποκείμενο δεν φαίνεται να υπάρχει. Και σε πάρα πολλές άλλες περιπτώσεις συμβαίνει το ίδιο.
Πρόκειται για ένα επιχείρημα που δείχνει την τρομερή άγνοια της δυτικής φιλοσοφικής σκέψης για την Ορθόδοξη Πατερική Ανθρωπολογία (κατά την γνώμη μου αυτή παρουσιάζεται με άριστο τρόπο στο βιβλίο του π. Χρυσοστόμου Διονυσιάτου, «Θεός Λόγος και Ανθρώπινος Λόγος», Εκδ. Ι.Μ.Αγ. Διονυσίου, Άγιον Όρος, 1998, το οποίο και εδώ ακολουθώ), η οποία και μιλά για την ύπαρξη του Νου, ως «οφθαλμού της ψυχής». Ο νους διακρίνεται από τον «λόγο», ο οποίος και εκπορεύεται από αυτόν. Για παράδειγμα, όταν ένας μαθηματικός προσπαθεί να λύσει ένα δύσκολο ερώτημα που ενέχει και γεωμετρικό σχέδιο, το αδράχνει πρώτα «νοερά» (αυτά τα αντιλαμβάνεται καλά η Σχολή της Φαινομενολογίας, η οποία και για αυτό το λόγο διατηρεί έντονη την αίσθηση του Υποκειμένου), πράγμα που θα πει «στρέφεται» πρώτα προς αυτό χωρίς ακόμη καμιά ρητή λογική σκέψη. Το ότι δεν υπάρχει ακόμη καμιά ρητή σκέψη, δεν σημαίνει ότι ο μαθηματικός έχει στην πραγματικότητα στρέψει την προσοχή του κάπου αλλού: ίσα ίσα αυτό ακριβώς είναι που «θεωρεί», για αυτό και μετά από κάποια ώρα λύνει το πρόβλημα με ρητή πια σκέψη, δυνατή να εκφρασθεί και στην μαθηματική γλώσσα. Ή άλλο ένα παράδειγμα, που μπορούμε να σκεφθούμε: μια μητέρα αγκαλιάζει το παιδί της, που επιστρέφει χρόνια μετά τον πόλεμο. «Αδράχνει» νοερά, τρόπον τινά, το όλο πρόσωπο του παιδιού της, ενώ ρητή σκέψη δεν κάνει ακόμη καμία. Και αυτό γιατί είναι αδύνατον η σχέση της με το παιδί της να περιγραφεί στην Γλώσσα ρητά και εξαντλητικά: είναι ο νους, όπως είπαμε, που «εναγκαλίζεται» το άλλο πρόσωπο, ενώ αργότερα, μπορεί, επιστρέφοντας στην ρητή σκέψη, να ρωτήσει τον γιο της για το τι συνέβη στον πόλεμο, τι γεγονότα έζησε κ.λπ.
Παρομοίως λοιπόν και με το Ηλιοβασίλεμα: είναι λάθος να πούμε ότι «δεν υπάρχει «Υποκείμενο» όση ώρα ατενίζει κανείς τον Ήλιο που δύει. Στην πραγματικότητα είναι ο «νους» που «θεωρεί» («θωρεί» λέμε στην νέα ελληνική) το όλο γεγονός, στην μεγαλοπρέπειά του. Κατόπιν μπορεί κανείς να επιστρέψει σε μεμονωμένες ρητές σκέψεις, π.χ. «ο Ήλιος πέφτει μέσα στην θάλασσα», «τα σύννεφα πήραν ένα χρυσαφί χρώμα», «μια γραμμή αντανάκλασης δημιουργείται στην θάλασσα» κ.λπ. Όταν όμως ένας ζωγράφος, π.χ. ένας ιμπρεσιονιστής, θελήσει να ζωγραφίσει το Ηλιοβασίλεμα, σύμφωνα με την Φαινομενολογία, και μάλιστα τον ίδιο τον Χούσερλ, θα επιστρέψει πραγματικά σ’ εκείνη εκεί ακριβώς την συγκεκριμένη ενατένιση, και θα την μεταφέρει στον καμβά, ακριβώς όπως το έζησε- αν είναι ικανός ζωγράφος και ανήκει ίσως στο τάδε ζωγραφικό κίνημα κ.λπ. Και έτσι, η ένσταση του Νίτσε κατά του Υποκειμένου δεν ευσταθεί. Το γλωσσικό επιχείρημα απορρίπτεται.
*************
Περνάμε τώρα σε ένα δεύτερο, συναφές με το πρώτο, επιχείρημα, που είναι γνωστό ως «η πληθυντικότητα του Υποκειμένου». Σύμφωνα με αυτήν την άποψη αυτό που ονομάζουμε «Υποκείμενο» είναι στην πραγματικότητα ένα «συνονθύλευμα» από διάφορες ορμές, τάσεις, ένστικτα, πάθη, βουλήματα κ.λπ., μεταξύ των οποίων τυχαίνει κάποιο να είναι περισσότερο έντονο από τα άλλα- οπότε και νομίζουμε ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι ενιαίο, το «Υποκείμενο». Αυτή η άποψη του Γερμανού στοχαστή δείχνει και πάλι άγνοια της ορθόδοξης ησυχαστικής ή «νηπτικής» Θεολογίας, η οποία και μιλά για τον διασκορπισμό του ανθρώπου, που προέκυψε μετά την αμαρτία, και την προσπάθεια ενοποίησης του εαυτού, που επιτυγχάνεται μέσω της τήρησης των εντολών του Χριστού (δες και πάλι το προαναφερθέν βιβλίο του π. Χρυσοστόμου Διονυσιάτου).
Πιο συγκεκριμένα, ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή, και η ψυχή από το λογιστικό, το επιθυμητικό και το βουλητικό στοιχείο. Όταν ο άνθρωπος δεν εργάζεται τις εντολές, τότε αρχίζουν μερικά πάθη και δυναμώνουν, π.χ. η λαιμαργία, και αυτονομούνται. Ο άνθρωπος αρχίζει να τρώγει όχι για να τραφεί, αλλά για να ικανοποιήσει την κοιλιοδουλία του. Παράλληλα όμως μπορεί να δυναμώσει και ένα άλλο πάθος, π.χ. η κενοδοξία, και ο άνθρωπος να θέλει μάταιη δόξα και προβολή. Αυτά συμφύρονται και συμπλέκονται μεταξύ τους, το λογικό αρχίζει να χάνει την κυριαρχία του στον άνθρωπο, οι φαντασίες των υλικών απολαύσεων, των «αισθητών», όπως θα έλεγε και ο άγιος Μάξιμος, κρατούν δέσμια την ψυχή κ.λπ. Το ανθρώπινο πρόσωπο «διαλύεται», διασκορπίζεται.
Ωστόσο αυτό θεραπεύεται, κατά την Φιλοκαλική Θεολογία, με την εργασία των εντολών του Χριστού. Ο άνθρωπος αρχίζει να προσεύχεται, «μαζεύει» τον νου του λέγοντας την λεγόμενη «προσευχή του Ιησού», η προσευχή αρχίζει, αν συνοδεύεται από ταπείνωση, να γεννά την αγάπη, που είναι η κορυφαία αρετή, η οποία, όταν δυναμώνει με την θεία χάρη, απομακρύνει τα πάθη, εξαφανίζεται ο «διασκορπισμός» και η «διάσπαση» του πιστού, και, προοδεύοντας στην αρετή, ο άνθρωπος ενοποιείται όλο και περισσότερο. Έτσι γίνεται αληθής άνθρωπος, μιμείται τον τέλειο Άνθρωπο, δηλαδή τον Χριστό, ο Οποίος και ήταν παντελώς «ενοποιημένος», θα λέγαμε, ολόκληρος Αγάπη -όντας Θεάνθρωπος- για το πλάσμα Του, το οποίο και έσωσε με την σταυρική Του Θυσία και την Ανάσταση. Έτσι καταργήθηκε και ο θάνατος. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι ούτε και αυτή η ένσταση του Νίτσε ισχύει- ο Χριστός είναι το τέλειο Πρόσωπο, το Οποίο κάθε χριστιανός πρέπει να μιμείται.
***************
Μπορούν να ειπωθούν πολλά περισσότερα βέβαια ως προς το θέμα αυτό. Οι νέοι μας θα ήταν ευτύχημα να έρθουν σε επαφή με την φιλοκαλική παράδοση της Εκκλησίας, για να μπορούν να στέκονται κριτικά απέναντι σε όλα τα φιλοσοφικά και πνευματικά ρεύματα που γεννώνται στην Δύση. Δεν φοβόμαστε την δυτική φιλοσοφική παράδοση, αλλά ούτε και δεχόμαστε άκριτα τις θεωρίες διαφόρων φιλοσόφων και γενικά στοχαστών της. Καλή Ανάσταση!