Το Τελευταίο Δεμάτι

Ο ήλιος είχε γείρει προς τη δύση όταν ο Θανάσης Κεφαλάς στάθηκε στη μέση του χωραφιού και κοίταξε το τελευταίο κομμάτι στάχυ που απόμεινε όρθιο. Ήταν μικρό, σαν παλάμη παιδιού, σε μια γωνιά που το δρεπάνι δεν είχε φτάσει εύκολα. Το έκοψε αργά, χωρίς βιασύνη, και το κράτησε λίγη ώρα στα χέρια του πριν το βάλει στο τελευταίο δεμάτι.

Τριάντα χρόνια έκανε αυτή τη χειρωνακτική δουλειά. Τριάντα χρόνια ο τελευταίος θερισμός του Αυγούστου τελείωνε έτσι, με αυτό το μικρό σταμάτημα. Κι ύστερα το χωράφι άδειαζε, κι ο ήλιος κατέβαινε πιο γρήγορα, κι ο ίδιος γυρνούσε σπίτι με τα χέρια βαριά.

Φέτος δεν ήταν μόνος στο χωράφι.

Ο γιος του, ο Γιώργης, είχε έρθει από την Τρίπολη για δύο μέρες. Είκοσι πέντε χρονών, δούλευε σε κατάστημα σιδερικών, φορούσε παντελόνια τσίνο και μιλούσε πολύ. Είχε έρθει, είπε, «να βοηθήσει τον μπαμπά», αλλά ο Θανάσης ήξερε ότι ήρθε κυρίως γιατί η μάνα του τον έστειλε. Πενήντα οκτώ χρονών ο Θανάσης, με τη μέση που τον πονούσε από τον Ιούνιο, δεν ήταν πια αυτός που θέρισε μόνος τρία χωράφια σε μία εβδομάδα.

Ο Γιώργης δούλεψε καλά. Ήξερε τι κάνει, δεν τον είχε αφήσει ο πατέρας αμαθή. Αλλά θέριζε γρήγορα, χωρίς να κοιτά τριγύρω, σα να ήθελε να τελειώσει. Ο Θανάσης τον παρακολουθούσε κι έναν καιρό τον ρώτησε:

«Δεν βλέπεις αυτά τα χαμόδεντρα εκεί πάνω; Τα πουρνάρια;»

Ο Γιώργης έστρεψε το βλέμμα.

«Τι να δω;»

«Είναι τα ίδια που ήταν όταν πήγαινα σχολείο», είπε ο Θανάσης. «Τα ίδια ακριβώς. Δεν έχουν αλλάξει καθόλου.»

Ο γιος του δεν απάντησε. Γύρισε πάλι στο θέρισμα.

Το χωριό ήταν μισοάδειο εδώ και δέκα χρόνια. Οι νέοι έφευγαν, οι γεροντότεροι πέθαιναν, κι ανάμεσά τους απόμεναν κάποιοι σαν τον Θανάση, που δεν έφυγαν ούτε πέθαναν ακόμα. Η γυναίκα του, η Μαρία, είχε ζητήσει πολλές φορές να κατεβούν στην Τρίπολη, κοντά στο γιο τους. «Εκεί έχεις γιατρό, έχεις κόσμο», έλεγε. Κι εκείνος δεν απαντούσε, γιατί δεν ήξερε πώς να της πει ότι αυτό το χωράφι δεν ήταν απλώς χωράφι.

Ήταν ο τόπος όπου ο πατέρας του είχε πεθάνει θερίζοντας, ένα πρωί του ’36, από τον ήλιο που τον κτύπησε στο κεφάλι. Ήταν ο τόπος όπου είχε φέρει τη Μαρία νύφη, τον Αύγουστο κι εκείνη τη χρονιά, και είχαν κάτσει οι δυο τους στην πέτρα δίπλα στη στέρνα κι εκείνη είχε γελάσει με κάτι που δεν θυμόταν πια τι ήταν. Ήταν ο τόπος όπου ο Γιώργης, παιδί τεσσάρων χρονών, είχε τρέξει ανάμεσα στα στάχυα και είχε χαθεί για μισή ώρα, ώσπου τον βρήκε κοιμισμένο κάτω από μία βελανιδιά.

Δεν ήξερε πώς να πει αυτά τα πράγματα στη Μαρία. Ίσως γιατί κι εκείνη τα ήξερε.

Τελείωσαν λίγο πριν τη δύση. Ο Γιώργης έδεσε τα τελευταία δεμάτι κι έκανε να τα σηκώσει, αλλά ο Θανάσης τον σταμάτησε με ένα νεύμα.

«Άφησέ τα λίγο.»

Κάθισαν και οι δυο στην άκρη του χωραφιού, στην ίδια πέτρα που καθόταν πάντα ο Θανάσης. Ο γιος έβγαλε τσιγάρο, τον κοίταξε, του πρόσφερε κι ένα. Ο Θανάσης το πήρε χωρίς λόγο, αν και το είχε κόψει εδώ και χρόνια.

«Θα ξαναρθείς τον άλλο χρόνο;» ρώτησε ο Θανάσης.

«Αν θέλεις να έρθω, έρχομαι.»

«Δεν ρώτησα αν θέλεις να έρθεις. Ρώτησα αν θα ξαναρθείς.»

Ο Γιώργης έστρεψε το βλέμμα αλλού. Ο καπνός ανέβαινε λεπτός στον ήρεμο αέρα.

«Θα δούμε», είπε.

Ο Θανάσης γνώριζε αυτή την απάντηση. Ήταν η ίδια που έδινε κι εκείνος στον πατέρα του, πριν τριάντα χρόνια, όταν τον ρωτούσε αν θα μείνει στο χωριό. Κι ύστερα έμεινε, όχι γιατί αποφάσισε, αλλά γιατί κάθε φορά που σκεφτόταν να φύγει, κάτι μικρό τον κρατούσε: ένα πουρνάρι, μια πέτρα, το πρόσωπο ενός γείτονα που δεν ήταν πια εκεί.

«Θα δούμε», είπε κι εκείνος.

Ο Γιώργης τον κοίταξε με έκπληξη. Μετά γέλασε, ένα κοφτό γέλιο που έσβησε το τσιγάρο γρήγορα.

Σηκώθηκαν. Φόρτωσαν τα δεμάτια στο κάρο που άφησαν παραέξω. Ο ήλιος είχε γίνει πορτοκαλής και μεγάλος πίσω από τα βουνά, και τα πουρνάρια στη ράχη έριχναν μακριές σκιές στο καθαρισμένο πια χωράφι. Ο Θανάσης έριξε μια ματιά πίσω πριν πάρει το κάρο να κινηθεί.

Το χωράφι έδειχνε εξαντλημένο, αλλά ήρεμο.

Ο ίδιος δεν ήξερε αν θα ήταν εκεί και τον άλλο Αύγουστο. Η μέση του πονούσε και τα χέρια του τη νύχτα έμεναν αναίσθητα, σα να μην κατάλαβαν ακόμα ότι η δουλειά είχε τελειώσει. Αλλά αυτό δεν ήταν ερώτηση για σήμερα.

Σήμερα ο θερισμός είχε τελειώσει. Και πατέρας και γιος βάδιζαν δίπλα στο κάρο, σε απόσταση μισού βήματος ο ένας από τον άλλον, σιωπηλοί, με τον ίδιο τρόπο που βαδίζουν οι άνθρωποι που μοιράζονται κάτι δεμένο, κάτι που δεν έχει όνομα ακόμα.