(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αγίου Γρηγορίου Παλαμά
Ομιλία 19
Επί του Ευαγγελίου του Χριστού περί της Σαμαρείτιδος
Και ότι πρέπει να καταφρονούμε τα παρόντα
5Αφού δε αυτοί προσέκρουσαν στον Θεό πολλές φορές και εγκαταλείφθηκαν από αυτόν πολλές φορές, ύστερα έγιναν όλο το γένος αιχμάλωτοι, οπότε αντί αυτών ο ηγέτης των Ασσυρίων εγκατέστησε στον τόπο έθνη που συνάθροισε από διάφορα μέρη και τους ωνόμασε Σαμαρείτες από το όρος Σομόρ.
Όπως δε ο Ιακώβ περνώντας από εκεί υπέταξε τα Σίκημα, καθώς λέγει η ιστορία, έτσι περνώντας ο Χριστός τώρα υπέταξε τη Σαμάρεια. Αλλά εκείνος μεν το έκαμε, όπως λέγει ο ίδιος, με την ρομφαία και το τόξο του, δηλαδή προς εξολόθρευσι και καταστροφή των παλαιών κατοίκων, ο δε Χριστός με λόγο και διδασκαλία, δηλαδή για σωτηρία· «διότι ο Ιησούς», λέγει «κουρασμένος απ’ την οδοιπορία, εκαθόταν έτσι δίπλα στο πηγάδι· η ώρα ήταν περίπου έκτη».
6 Και η ώρα και ο κόπος και ο τόπος επέβαλλαν να καθήση καθένας που έχει σώμα σαν το δικό μας. Θέλοντας λοιπόν να επιβεβαιώση τούτο και προβλέποντας το μελλοντικό κέρδος, εκαθόταν, λέγει, έτσι δίπλα στο πηγάδι, δηλαδή αφελώς κάτω, μόνος του σαν ένας οδοιπόρος από τους πολλούς, διότι οι μαθηταί του είχαν φύγει στην πόλι, για ν’ αγοράσουν τροφές.
Καθώς λοιπόν εκαθόταν έτσι μόνος του δίπλα στο πηγάδι, έρχεται μια γυναίκα από την Σαμάρεια να πάρη νερό. Ο δε Κύριος, ως άνθρωπος διψώντας και βλέποντας να έρχεται κάποια ανθρωπίνως διψώσα, για να σταματήση τη δίψα της, ως Θεός δε βλέποντας και την καρδιά της να διψά για σωτήριο ύδωρ, χωρίς όμως να γνωρίζη αυτόν που μπορεί να της το προσφέρη, επείγεται να αποκαλύψη τον εαυτό του στην ποθούσα ψυχή, διότι ποθεί και αυτός τους ποθούντας κατά τα γεγραμμένα, αρχίζει δε από εκεί που θα γίνη ευπρόσδεκτος· και της λέγει, «δος μου νερό να πιώ».
Αυτή δε, καθώς ήταν ευφυής και αντιλήφθηκε και από μόνο τη στολή και το σχήμα και την έκδηλη εξωτερική κοσμιότητα ότι είναι Ιουδαίος και φύλακας του νόμου, είπε, θαυμάζω πώς ζητείς από Σαμαρείτιδα νερό, ενώ οι Ιουδαίοι δεν επικοινωνούν με τους Σαμαρείτες ως εθνικούς. Ο δε Κύριος, παίρνοντας από αυτό αφορμή, αρχίζει ν’ αποκαλύπτη τον εαυτό του προς αυτήν λέγοντας· «αν εγνώριζες την δωρεά του Θεού και ποιός είναι αυτός που σου λέγει, δος μοι να πιώ νερό, εσύ θα του εζητούσες και θα σου έδινε ζωντανό ύδωρ».
7 Βλέπετε επιβεβαίωσι περί του ότι, αν εγνώριζε, θα εζητούσε αμέσως και θα εγινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανού ύδατος, όπως έπραξε και απήλαυσε όταν έμαθε ύστερα, ενώ το συνέδριο των Ιουδαίων, που ερώτησαν κι’ έμαθαν σαφώς, έπειτα εσταύρωσαν τον Κύριο της δόξης;
Αλλά ποια είναι η δωρεά του Θεού; «διότι», λέγει, «αν εγνώριζες τη δωρεά του Θεού».
Για ν’ αφήσωμε τα άλλα, και μόνο τούτο, το ότι ο ενανθρωπήσας Θεός δεν βδελύσσεται τους θεωρουμένους από τους Ιουδαίους βδελυκτούς και ακοινωνήτους ακόμη και για ένα ποτήρι νερό, πόσο μεγάλη δωρεά και χάρις δεν είναι;
Το δε να τους θεωρή τόσο αγαπητούς, ώστε όχι μόνο να δέχεται τα διδόμενα από αυτούς, αλλά να μεταδίδη σ’ εκείνους από τα ίδια τα θεία χαρίσματά του (τι λέγω τα χαρίσματα; Διότι προσφέρει τον εαυτό του και καθιστά τους πιστούς σκεύη δεκτικά της θεότητός του, αφού, όπως προβλέποντας επαγγέλλεται, δεν είναι δυνατό να έχουν αλλιώς μέσα τους πηγή, που να τρέχη στην αιώνια ζωή), ποιος νους θα το καταλάβη;
Ποιος λόγος θα εκφράση το υπερβάλλον της δωρεάς;
8 Η Σαμαρείτις, επειδή δεν κατάλαβε ακόμη το μεγαλείο του ζωντανού ύδατος, πρώτα μεν απορεί, από πού θα εύρη το ύδωρ που υπόσχεται ο συνομιλητής, αφού κουβά δεν έχει και το πηγάδι είναι βαθύ.
Έπειτα επιχειρεί να τον συγκρίνη με τον Ιακώβ, τον οποίο αποκαλεί και πατέρα, εξυμνώντας το γένος από τον τόπο, και εξαίρει το νερό του πηγαδιού, με τη σκέψι ότι δεν μπορεί να ευρεθή καλύτερο από αυτό.
Όταν δε άκουσε τον Κύριο να λέγη ότι «το ύδωρ που θα σου δώσω εγώ, θα γίνη για τον δεχόμενο πηγή που τρέχει προς αιώνια ζωή», άφησε λόγο ψυχής που ποθεί και οδηγείται προς την πίστι, αλλά δεν μπόρεσε ακόμη να κυττάξη καθαρά προς το φώς· «δος μου», λέγει, «Κύριε, το ύδωρ τούτο, για να μη διψώ κι’ ούτε να έρχωμαι εδώ να παίρνω».
Ο δε Κύριος, θέλοντας ακόμη να αποκαλύπτεται λίγο λίγο, την προστάσσει να φωνάξη και τον άνδρα της. Καθώς δε εκείνη, κρύβοντας τη διαγωγή της και συγχρόνως σπεύδοντας να πάρη το δώρο, έλεγε «δεν έχω άνδρα», ακούει πόσους άνδρες είχε δικούς της από παιδί και ελέγχεται ότι τώρα έχει άνδρα που δεν είναι δικός της· δεν στενοχωρείται όμως από τον έλεγχο, αλλά αμέσως, αντιληφθείσα ότι είναι προφήτης ο συνομιλητής, επιλαμβάνεται υψηλοτέρων ζητημάτων.
Συνεχίζεται
Από τον τόμο «Γρηγορίου Παλαμά, έργα 9» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Κ. Χρήστου.