(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Κυριακή 13 Ιανουαρίου 1957.
Ας χαράξω εις τας γραμμάς σου, προσφιλές μου σημειωματάριον, και τας τελευταίας λέξεις ας επρόφερεν εις τας τελευταίας του στιγμάς ο σεβαστός και αγαπητός πνευματικός μου πατήρ, ίνα μη λησμονήσω, αλλά να τας διαβάζω εις τας σελίδας σου και να τας ανανεώνω πάντοτε εις τον νουν και την καρδίαν μου.
Μας ενουθέτεις και μας εδίδασκες πολλά, αλλά πολλά και μάλλον αισθητά είναι και τα παραδείγματα της ζωής σου, τα οποία επί 27 ολόκληρα έτη παρηκολούθουν και είδα.
Πρέσβευε εκεί στον Χριστόν μας και δι’ ημάς τα ανάξια παιδιά σου…
Όλην την νύκτα το προσκύνημα διά να πάρουν την ευχήν και ευλογίαν του, δεν έπαυσεν, αλλά μόνον μίαν ή δύο ώρας ησύχασαν και πάλιν λίαν πρωί ήρχισεν, ώστε οι ιατροί εξέστησαν από το πολύ πλήθος.
Την επαύριον το πρωί επήγεν και ο επίσκοπος κ. Δαμασκηνός και έκαμε ευχέλαιον· παρηκολούθει δε και ο Γέροντας από την κλίνην του.
Όταν ετελείωσεν, επλησίασεν ο επίσκοπος και ηρώτησε τον Γέροντα εάν πάσχη πολύ, εκείνος δε απεκρίθη: «Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού εις την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς».
Εξηκολούθησεν και πάλιν το προσκύνημα μέχρι την νύκτα του Σαββάτου αργά. Την επαύριον, εορτήν των Θεοφανείων, μέχρι του τέλους της Λειτουργίας, ο σεβαστός Γέροντας ευρίσκετο ακόμη εν τη ζωή.
Κατά διαλείμματα ήρθρωνεν κάποτε μερικάς λέξεις.
Αίφνης λέγει: «Φως… Φως…».
Και πάλιν: «Ο Χριστός…».
Και τα βλέμματά του ητένιζαν ως να έβλεπεν κάτι εις το άπειρον. Εν τω μεταξύ του έφεραν και ήπιε Αγιασμόν των Θεοφανείων και εις ολίγον είπε:
«Ω μακαρία ταπείνωσις!» τρεις φοράς και παρέδωσε το πνεύμα του.
Εκοιμήθη στις 6 Ιανουαρίου του 1957. Η μνήμη του τιμάται στις 9 Μαΐου.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη, «Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, ο Γέρων της ‘Αναλήψεως’», έκδοση Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα, Άγιον Όρος.