(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Μετά την αγορά της περιοχής των Δομποϊτών και την απομάκρυνσή τους από εκεί, ο Άγιος πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Αφού πήρε άδεια από τον Πατριάρχη -η οποία σώζεται μέχρι σήμερα- άρχισε να χτίζει έναν σταυροπηγιακό Ναό στο όνομα του Σωτήρος Χριστού, καθώς και ένα μοναστήρι, όπως ακριβώς τον είχε διατάξει η Υπεραγία Θεοτόκος.
Όμως ο διάβολος, που μισεί το καλό, μηχανεύτηκε πώς να ματαιώσει αυτό το θεάρεστο έργο· έσπειρε ζιζάνια στις καρδιές κάποιων ανθρώπων και τους ώθησε να συκοφαντήσουν τον Άγιο ως δολοπλόκο και απατεώνα. Αυτοί, αφού έγιναν όργανα του φθονερού διαβόλου, κατήγγειλαν τον Άγιο στον Οθωμανό διοικητή της Λιβαδειάς. Του είπαν ότι ένας πανούργος μοναχός έπεισε με τις ραδιουργίες του τους κατοίκους της Δομποΐας να εγκαταλείψουν την ιδιοκτησία τους, δίνοντάς τους μια εξευτελιστική χρηματική αποζημίωση.
Όταν ο άρχοντας της Λιβαδειάς άκουσε αυτά τα λόγια, οργίστηκε πολύ εναντίον του Αγίου και έστειλε τρεις Τούρκους στρατιώτες να τον φέρουν δεμένο στη Λιβαδειά για να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Όταν οι στρατιώτες έφτασαν στο μέρος όπου εργαζόταν ο Άγιος, τον έβρισαν με βάναυσο τρόπο και τον χτύπησαν άγρια στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να μείνει ημιθανής. Το κρανίο του σχίστηκε βαθιά, και το σημάδι αυτό φαίνεται ακόμα και σήμερα στην Αγία του Κάρα.
Μόλις ο Άγιος συνήλθε λίγο, τον έδεσαν και τον οδηγούσαν προς τη Λιβαδειά. Στον δρόμο οι στρατιώτες δίψασαν, αλλά δεν έβρισκαν νερό γιατί η περιοχή ήταν άνυδρη. Φτάνοντας στη θέση Παμπλούκι, μία ώρα μακριά από εκεί που ξεκίνησαν, επιτέθηκαν ξανά στον Άγιο και απειλούσαν να τον σκοτώσουν, λέγοντας πως εξαιτίας του υπέφεραν από τη δίψα και κινδύνευαν να πεθάνουν σε εκείνη την ξερή ερημιά.
Αν και ο Άγιος ήταν εξαντλημένος από την κούραση και τα χτυπήματα και ένιωθε τρομερούς πόνους στην πληγή του κεφαλιού του, δεν κράτησε κακία στους άσπλαχνους στρατιώτες. Μιμούμενος τον Σωτήρα Χριστό, που πάνω από τον Σταυρό προσευχόταν για τους σταυρωτές Του, ζήτησε άδεια να προσευχηθεί στον Θεό για να τους ανακουφίσει από τη δίψα.
Αφού οι διψασμένοι Τούρκοι τον έλυσαν, εκείνος γονάτισε και παρακάλεσε τον Κύριο να δείξει τη δύναμή Του βγάζοντας νερό από την κατάξερη γη, όπως κάποτε έβγαλε νερό από τον βράχο του Σινά.
Μετά την προσευχή, χτύπησε το ραβδί του στο σημείο όπου είχε βρέξει το χώμα με τα δάκρυά του. Και, ω του θαύματος! Αμέσως ανάβλυσε γλυκό και καθαρό νερό, το οποίο τρέχει μέχρι σήμερα και ξεδιψά τους περαστικούς, που δοξάζουν τον Θεό θυμούμενοι το θαύμα.
Οι Τούρκοι, αφού ήπιαν και ξεδιψάσαν, συνέχισαν τον δρόμο τους δείχνοντας πλέον σεβασμό και μετάνοια για όσα του είχαν κάνει. Πείστηκαν ότι ο άνθρωπος που συνόδευαν δεν ήταν απατεώνας. Η πίστη τους αυτή επιβεβαιώθηκε και από ένα δεύτερο θαύμα:
Στον δρόμο εμφανίστηκαν αγριοπερίστερα. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να τα πυροβολήσουν, αλλά δεν πετύχαιναν κανένα. Τότε ο Άγιος τους είπε να σταματήσουν και ότι θα τους τα προσφέρει ο ίδιος ζωντανά. Πράγματι, αφού προσευχήθηκε, άπλωσε τα χέρια του, έπιασε τρία περιστέρια και έδωσε από ένα στον καθένα.
Έκπληκτοι από όσα είδαν, οι στρατιώτες άφησαν τον Άγιο ελεύθερο να επιστρέψει στο έργο του. Εκείνοι συνέχισαν για τη Λιβαδειά, ενώ ο Άγιος Σεραφείμ επέστρεψε στη Μονή.
Εκεί βρήκε τους μαθητές του βυθισμένους στη θλίψη για την απώλεια του προστάτη τους και τους ενθάρρυνε, λέγοντας πως είναι θέλημα Θεού να ολοκληρωθεί το έργο. Τους προέτρεψε να δοξάζουν τον Θεό, ο οποίος ποτέ δεν εγκαταλείπει τους πιστούς Του στις δολοπλοκίες των πονηρών και τη μανία των ισχυρών, αλλά τους προστατεύει ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές.
Ο Άγιος τιμάται στις 6 Μαΐου.
Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Μάιος, τόμος ε’.