(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Από το βιβλίο του Αρχ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη,
«Λόγοι ασκητικοί, Ερμηνεία στον Αββά Ησαΐα»,
των εκδόσεων Ίνδικτος
Περί αρετών
[…]
Τρεις αρεταί εισιν επιχορηγούσαι φως τω νοΐ διά παντός· το μη ειδέναι πονηρίαν τινός ανθρώπου και το αγαθοποιήσαι τους κακοποιούντάς σε και το υποφέρειν πάντα τα επερχόμενά σοι αταράχως· αι τρεις αύται αρεταί γεννώσιν άλλας τρεις μείζους αυτών· το μη ειδέναι πονηρίαν ανθρώπου γεννά την αγάπην, και το αγαθοποιήσαι τους κακοποιούντάς σε κτάται την ειρήνην και το υπενεγκείν τα επερχόμενά σοι αταράχως φέρει την πραότητα. Αββάς Ησαΐας [7, 3]
Τι ωραία που αναλύει την ψυχή! Αυτή είναι όντως ψυχανάλυσις.
Τρεις αρετές λοιπόν επιχορηγούν φως στον νου μας, ανοίγουν δρόμο στην πνευματική μας ζωή. Η πρώτη είναι το μη ειδέναι πονηρίαν τινός ανθρώπου, το να μην εισέρχεσαι στην προσωπική ζωή του άλλου, διότι, όπου και αν σκάψης, θα βρης χώμα, λάσπη, αμαρτία.
Εμείς, είτε από περιέργεια, είτε από αγάπη δήθεν μήπως ο Θεός με έβαλε να σώσω αυτή την ψυχούλα; -, είτε από προφύλαξη για τον εαυτό μας –τι άνθρωπος είναι αυτός; μήπως δεν είναι ηθικός; αυτό γιατί το είπε;–, αμαρτάνουμε.
Διότι, όταν χωρίζης τη ζωή σου από τη δική του και έχης τον Γέροντά σου, τι σε νοιάζει τι κάνει αυτός; Τίποτε δεν μπορεί να σου κάνη. Εσύ ξέρεις ό,τι βλέπεις. Εάν ξαφνικά αποδειχθή ότι δεν είναι έτσι, τότε θα ρωτήσης τον Γέροντά σου ποια σχέσι πρέπει να έχης μαζί του.
Εάν δης ότι κάποια στιγμή σε οδηγεί στο κακό, σου διασαλεύει τα βήματά σου, θα τον βάλης στο περιθώριο, θα διαφυλάξης την πνευματική ελευθερία σου.
Το να γνωρίζης την πονηρία κάποιου ανθρώπου είναι μία γνώσις που δεν σε βοηθάει.
Πρώτον, σου διασαλεύει τη λογική, διότι αναρωτιέσαι: Όλοι τέτοιοι είναι; δεν υπάρχει κανείς καλός; Αυτό βγαίνει σαν φυσικό συμπέρασμα, στην ουσία όμως είναι ένας παραλογισμός. Διότι ποιος μπορεί να αμφισβητήση ότι «μείζων ο εν ημίν ή ο εν τω κόσμω»; Αν ο Χριστός είναι ο μείζων, σημαίνει ότι ο Χριστός έχει περισσότερους και ο Χριστός νικά. Αλλά, εάν φαίνεται στενή η πύλη, αυτό σημαίνει ότι εμείς τους βλέπομε όλους ως αμαρτωλούς.
Εδώ ακριβώς έγκειται η δύναμις του Θεού. Αυτούς που φαίνονται ή που είναι αμαρτωλοί, τους κάνει ο Χριστός ανθρώπους του παραδείσου. Τον έναν με την μετάνοια, τον άλλον με την αγάπη, τον τρίτο με την αρρώστια, τον τέταρτο με την διάλυσι της οικογενείας του, τους κάνει όλους δικούς του. Και εγώ παραμένω στον παραλογισμό μου ότι όλοι είναι αμαρτωλοί.
Εάν όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί, τότε με ποιους γεμίζει η βασιλεία των ουρανών; με αυτούς γεμίζει.
Μας εξαπάτησε ο πονηρός, διέστρεψε το είναι μας. Έρχεται όμως η δύναμις του Θεού, μας αλλοιώνει, μας δίνει «καρδίαν καινήν και πνεύμα καινόν», και «ιδού τα πάντα ποιεί καινά». «Ουρανούς καινούς ποιεί», και δεν θα μπορέση να κάνη καινή τη δική μου;
Το να γνωρίζωμε λοιπόν την πονηρία των ανθρώπων, δηλαδή το κακό που κάνουν οι άλλοι, μικρό ή μεγάλο, μας αλλοιώνει την λογική, μας εξασθενίζει τις δυνάμεις μας, διότι δεν συμμαρτυρεί με τον Θεόν. Τελικά, έχομε αδιαλείπτως έναν πειρασμό μπροστά μας.
Μαθαίνω ότι κάποιος μοναχός βγήκε από το Άγιον Όρος και αγόρασε ένα διαμέρισμα και λέγω: Καλόγηρος είναι αυτός; Μετά από έξι μήνες, μετά από ένα χρόνο, μετά από είκοσι, ακόμη και μετά από σαράντα χρόνια, όταν αντιμετωπίσης κάποια δυσκολία με τον Γέροντά σου, μία κρίσι συνειδήσεως, μία κατάπτωσι, μία ακηδία, κάτι που γίνεται στο μοναστήρι, θα πης: Είδες; εάν είχα τώρα κάτι, ένα καλυβάκι, θα σωζόμουν από αυτή την φασαρία που γίνεται. Δεν θα το σκεπτόσουν όμως αυτό, αν δεν είχες μάθει ότι εκείνος αγόρασε τότε διαμέρισμα.
Παρ’ ότι τον κατηγόρησες, τώρα εσύ αποφασίζεις να κάνης ό,τι έκανε εκείνος προ σαράντα ετών. Βγαίνεις λοιπόν από το μοναστήρι σου για να αγοράσης ένα καλυβάκι, μην τυχόν σε διώξη ο Ηγούμενός σου. Τι επίδρασι έχει μέσα στην ψυχή μας η συμπεριφορά του άλλου!