«Εις την Ανάστασιν του Κυρίου», Κοντάκιον Ρωμανού του Μελωδού

Εισαγωγικά

          Τον Ρωμανό τον ονομάζουμε  μελωδό, διότι μελοποίησε  πολλούς ύμνους (κοντάκια), πάνω από χίλιους αλλά μας είναι γνωστοί μόνο το ένα δέκατο, δηλαδή 85 – 100. Πολλοί δεν ενσωματώθηκαν στα λειτουργικά κείμενα, διότι συνήθως ήταν μεγάλης έκτασης και κυρίως γιατί επικράτησε  ο Κανόνας, ο οποίος είχε μεγαλύτερη μουσική ποικιλία και έτσι προτιμήθηκε έναντι του κοντακίου. Όλες οι στροφές (οίκοι) του Κοντακίου έχουν μία μουσική σύνθεση, αυτή του α΄ οίκου, σε αντίθεση με τον Κανόνα, ο οποίος έχει οχτώ Ωδές με διαφορετική μουσική σύνθεση η κάθε μία στον ίδιο βέβαια ήχο.

          Ο Ρωμανός ο Μελωδός δεν θα παρέλειπε να υμνήσει το σωτήριο γεγονός της Ανάστασης του Κυρίου, το σημαντικότερο γεγονός στην ιστορία της ανθρωπότητας και της χριστιανοσύνης, στο οποίο αφιέρωσε έξι κοντάκια. Στα κοντάκια αυτά άλλοτε μένει πιο κοντά στην αφήγηση των Γραφής, άλλοτε στην απόκρυφη παράδοση και άλλοτε  δημιουργεί ένα φανταστικό σκηνικό μέσα στο οποίο τοποθετεί τα βιβλικά πρόσωπα ή δίνει μορφή και φωνή προσωποποιώντας καταστάσεις, όπως τον Θάνατο, ή χώρους, όπως τον Άδη.

          Το συγκεκριμένο κοντάκιο διακρίνεται για το έντονο θεατρικό χαρακτήρα και μας παραπέμπει σε καταστάσεις που τις φανταζόμαστε αλλά δεν τις καταθέτουμε γραπτά. Ο Ρωμανός το τόλμησε και μας παρουσιάζει μερικές σκηνές προσωποποιώντας τους βασικούς συντελεστές της θεατρικής αυτής θρησκευτικής σκηνής  έχοντας βασικό εργαλείο  τον διάλογο. Πρωταγωνιστικά πρόσωπα εκτός από τον αναστάντα Χριστό είναι  ο Άδης και στη συνέχεια στο δεύτερο μέρος του οι φύλακες του τάφου του Ιησού. Το κοντάκιο διακρίνεται για την απολογητική του διάθεση της εποχής του.

Βέβαια, το μοτίβο της Κατάβασης στον Κάτω Κόσμο δεν αποτελεί έμπνευση του Ρωμανού. Αφηγήσεις για καταβάσεις στον Άδη απαντούν σε αρκετούς πολιτισμούς και θρησκείες. Εκεί ο ήρωας ή κάποιος θεός ταξιδεύει στον Κάτω Κόσμο προκειμένου να φέρει πίσω κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, να μάθει τα μελλούμενα ή να πετύχει κάποιον άθλο.

  Το αρχαιότερο δείγμα κατάβασης, το οποίο επηρέασε σε μεγάλο βαθμό ολόκληρη τη μεταγενέστερη γραμματεία, είναι η ομηρική Νέκυια, η ενδέκατη ραψωδία της Οδύσσειας, η οποία περιγράφει με λεπτομέρεια την κατάβαση του Οδυσσέα στο βασίλειο των νεκρών. Η ιδέα αυτή απαντά ήδη σε ορισμένα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης, ιδιαιτέρως στους Ψαλμούς. Αντίστοιχες καταβάσεις στον Άδη είναι  και του Ηρακλή για να επαναφέρει  στον πάνω κόσμο την Άλκηστη ή του Ερμή για να επαναφέρει την Περσεφόνη ή του Ορφέα για να απελευθερώσει την Ευρυδίκη από τον Άδη. Καταβάσεις στον Άδη περιλαμβάνει  και η λατινική γραμματεία, αρχικά στην Αινειάδα του Βιργιλίου και εν συνεχεία στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου κ.α.  και στα νεότερα χρόνια η Κόλαση του Δάντη.

Το κοντάκιο αυτό είναι ιδιόμελο ως προς το προοίμιο, ενώ οι οίκοι του μελίζονται προς τους οίκους του «εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν» ύμνο του Ρωμανού.

 

Η Δομή του Κοντακίου

ΜΕΡΟΣ Α΄ 1. Μονόλογος του ποιητή (οίκος 1-2 στ. 1-4)

ΜΕΡΟΣ B΄ (χώρος ο Κάτω Κόσμος)

  1. Ο ποιητής/αφηγητής απευθύνεται στον Άδη (οίκος 2 στ. 5 κ.ε.)
  2. Ο λόγος του Άδη (οίκοι 3-12)
  3. Η απάντηση του ποιητή (οίκος 12)

ΜΕΡΟΣ Γ΄ (χώρος ο τάφος του Ιησού)

  1. Ο ποιητής προς την κουστωδία (οίκος 13)
  2. Η απάντηση των φυλάκων (οίκος 14)
  3. Η παρέμβαση του ποιητή και η ανταπάντηση των στατιωτών

(οίκοι 15-20)

ΜΕΡΟΣ Δ΄

1.Κρίσεις του ποιητή επί των λεχθέντων (οίκος 21)

  1. Προσευχή του ποιητή (οίκος 22)

 

 

Προοίμιον

Τὸν σταυρόν σου προσκυνῶ, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ τὴν ταφήν σου δοξάζω, ἀθάνατε, καὶ τὴν ἀνάστασίν σου ἑορτάζων κραυγάζω σοι·

«Ἀνέστη ὁ Κύριος.»

Μετάφραση

Προσκυνώ τον Σταυρό σου, Χριστέ κα Θεέ μας,

δοξάζω την ταφή σου σου, Αθάνατε, και γιορτάζοντας

την Ανάστασή σου κραυγάζω: «Ανέστη ο Κύριος».

(α) Τὴν ὁδόν σου, σωτήρ μου, τὴν εἰς Ἅιδην οὐδεὶς ἔγνω σαφῶς,

 εἰ μὴ ὁ Ἅιδης· ἠδυνήθη γὰρ ἀφ’ ὧν εἶδεν, ἀφ’ ὧν ἔπαθεν,

 μαθεῖν σου τὴν δύναμιν· αὐτὸν οὖν πρῶτον θέλω ἐρωτῆσαι

 ὅτι γέγονε  καὶ τότε μετὰ τοῦτον τοὺς φυλάξαντας τὸ μνῆμά σου

τίς ὁ κλέψας τὸ σῶμά σου. Εἰ γὰρ καὶ ἔγνων ἀκριβῶς πῶς ἀνέστης, ἀτελεύτητε, μαθὼν ἐκ τῶν φίλων σου, ὅμως καὶ ἐκ τῶν μισούντων σε ἐπείγομαι πιστώσασθαι τοὺς λόγους τῶν κραζόντων·

«Ἀνέστη ὁ Κύριος.»

Μετάφραση

Την «εις Άδου κάθοδόν σου» Σωτήρα μας, κανένας δεν την έμαθε με σαφήνεια, παρά μόνο ο Άδης μπόρεσε να μάθει την δύναμή σου

από αυτά που είδε, από αυτά που έπαθε. Αυτόν λοιπόν θέλω πρώτα να ρωτήσω τί έγινε και ύστερα μετά από αυτόν αυτούς που φύλαξαν τον μνήμα σου και ποιος έκλεψε το σώμα σου. Και παρ’ όλο ότι ξέρω ακριβώς πως αναστήθηκες, εσύ που δεν έχεις τέλος, αφού τα έμαθα από αυτούς που σε αγαπούν, όμως και από αυτούς  που σε μισούν βιάζομαι να  επαληθεύσω τους λόγους αυτών που  κράζουν: «Αναστήθηκε ο Κύριος».

Σχολιασμός

          Ο Άδης θα παραμείνει άγνωστος και παρόλες τις προσπάθειες των συγγραφέων να στείλουν  τους ήρωές τους για να μάθουν, παραμένει κάτι το άγνωστο. Επομένως είναι λογικό και ο Ρωμανός να θέλει να ρωτήσει πρώτα τον Άδη και ύστερα τους φύλακες του μνημείου τί έγινε και έχασαν τον νεκρό Χριστό. Την ίδια απορία έχει και ο υμνογράφους του Αίνου του β΄ήχου:«Εἰπάτωσαν Ἰουδαῖοι, πῶς οἱ στρατιῶται ἀπώλεσαν τηροῦντες τὸν Βασιλέα; διατὶ γὰρ ὁ λίθος οὐκ ἐφύλαξε τὴν πέτραν τῆς ζωῆς;

 ἢ τὸν ταφέντα δότωσαν, ἢ ἀναστάντα προσκυνείτωσαν, λέγοντες σὺν ἡμῖν·

Δόξα τῷ πλήθει τῶν οἰκτιρμῶν σου. Σωτὴρ ἡμῶν δόξα σοι». Οι υμνογράφοι έχουν την δυνατότητα να κινούνται ελεύθερα σε διάφορες πηγές ή να αφήνουν τον εαυτό τους να κατευθύνονται από την θεία έμπνευση.  Το τί ακριβώς συνέβη το ξέρει από τους φίλους του Χριστού θέλει όμως και να το μάθει και από αυτούς που τον μισούν και αυτό θα είναι περισσότερο αξιόπιστο. Όλα αυτά είναι μια πολύ καλή εισαγωγή για το τί συνέβη.

 (β) [Ὁ] φιλῶν γὰρ ὡς φίλον μεγαλύνει· ὁ μισῶν καὶ μὴ θέλων ἀληθεύει, καθὼς γέγραπται· «Σωτηρίαν ἐξ ἐχθρῶν ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν μισούντων ἡμᾶς.»   Εἰπὲ οὖν πρῶτος, Ἅιδη, ὁ ἀεὶ ἐχθρὸς τοῦ γένους μου,

 πῶς εἶχες ἐν τῷ τάφῳ τὸν ποθήσαντα τὸ γένος μου;

Τίς σοι οὗτος λελόγιστο; Πάντως ὡς πάντες οἱ ἐκ γῆς ἐλογίσθη σοι, ταλαίπωρε, λοιπὸν δὲ καὶ ἄπορε· οὓς γὰρ εἶχες ἀπώλεσας,

καὶ ὃν κατέχειν ἔλεγες οὐχ εὗρες· ἀληθῶς γὰρ ἀνέστη Κύριος.

Μετάφραση

          Ο φίλος από αγάπη λέει καλά λόγια γι’ αυτούς που αγαπά, αυτός όμως που μισεί, αν και δεν  θέλει, λέει την αλήθεια σύμφωνα με αυτό που είναι γραμμένο: «Την σωτηρία μας θα την μάθουμε από τους εχθρούς και από αυτούς που μας μισούν».  Έλα λοιπόν Άδη, πες μας εσύ που είσαι ο εχθρός του γένους μας, πώς κράτησες στον τάφο αυτού που αγάπησε το γένος μου; Ποιος σου τον παραχώρησε; Πάντως  όλους  από την γη τους λογάριαζες για δικούς σου, ταλαίπωρε και φτωχέ, όμως γιατί αυτούς που κρατούσες, τους έχασες και αυτόν που έλεγες ότι τον κρατάς δεν τον βρήκες, γιατί πράγματι αναστήθηκε ο Κύριος.

Σχολιασμός

          Εδώ ο υμνογράφος τονίζει την αδυναμία του Θανάτου, να κρατήσει στην κατοχή του τον αθάνατο Χριστό. Μέχρι τώρα έτσι είχε συνηθίσει, να παίρνει στη κατοχή του τους ανθρώπους που κατοικούσαν στη γη. Τώρα όμως ο Χριστός «σκυλεύσας τον θάνατο» του αφαίρεσε την λεία του. «Πού σου θάνατε το κέντρον, πού σου Άδη, το νίκος» ακούμε στην Ανάσταση στον Κατηχητικό Λόγο του Ι. Χρυσοστόμου.

          Στον προφητικό λόγο του Θεού στους Πρωτοπλάστους μετά την παρακοή μαθαίνουμε ότι ένας απόγονος του Αδάμ θα χτυπηθεί από τον Σατανά στην «αχίλλειο» πτέρνα και θα τον σκοτώσει. Όμως αυτός θα του συντρίψει την κεφαλή και θα τον εξαφανίσει. Αυτός είναι ο Χριστός. Κατά την Σταύρωση ο Σατανάς έτριβε τα χέρια του που μπόρεσε να καταφέρει αυτό το πλήγμα στον Υιό τους Ανθρώπου, ο οποίος όμως ήταν και Υιός του Θεού. Αυτό κράτησε για τρεις μέρες, γιατί ο Χριστός νίκησε με τον θάνατό του τον Θάνατο και απελευθέρωσε τους δεσμώτες του Άδη.

(γ) «Ὑπ’ ἐμοῦ θέλεις, ἄνερ, διδαχθῆναι πῶς ἐμοὶ κατεπέβη

ὁ φονεύς μου; Διαλέλυμαι καὶ οὐκ ἰσχύω σοι ἐρεύξασθαι·

ἀκμὴν γὰρ τεθάμβημαι αὐτὸν νομίζων βλέπειν τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ἄνθρωπε, ἐν ᾧ κατανοήσας ἐθεώρουν σαλευόμενον τοῦ κειμένου

τὸ λείψανον καὶ μετ’ ὀλίγον δυνατῶς ἐξαλλόμενον ἀνίστατο

 καὶ χεῖρας ἃς ἔδησα τῷ λαιμῷ μου ἐπέθηκε καὶ πάντας

 οὓς κατέπιον ἐξέμεσα βοῶντας· «Ἀνέστη ὁ Κύριος».

Μετάφραση

«Θέλεις να μάθεις, άνθρωπέ μου, από εμένα πώς έπεσε πάνω μου ο φονιάς μου; Είμαι διαλυμένος και δεν μπορώ να σου μιλήσω. Ακόμη είμαι έκθαμβος και νομίζω πως βλέπω εκείνο τον καιρό, άνθρωπέ μου, που με απόλυτη σιγουριά έβλεπα να σαλεύει το λείψανο του νεκρού και ύστερα από λίγο έκανε ένα δυνατό σάλτο και σηκώθηκε  και με τα χέρια του που προηγουμένως είχα δέσει  μου έπιασε από τον λαιμό  και όλους όσους είχα καταπιεί τους ξέρασα, ενώ φώναζαν: «Αναστήθηκε ο Κύριος».

Σχολιασμός

          Ο Άδης τρομοκρατήθηκε, όταν ο Χριστός τον συνάντησε στον κάτω κόσμο. Μόλις προ ολίγου τον είδε νεκρό μέσα στο νεκροκράβατό του αλλά σε λίγο άρχισε να σαλεύει και να σηκώνεται πάνω με ένα σάλτο. Ο Χριστός τον έπιασε από το λαιμό και τον έκανε να ξεράσει αυτούς που είχε καταπιεί. Εδώ κατά την πάγια υμνολογική παράδοση ο Άδης είναι ένα θηρίο με μεγάλη κοιλιά που χωράει όλους τους ανθρώπους. Ο Ιωνάς που βρέθηκε στην κοιλιά του με την προσευχή του τον έκανε να τον ξεράσει.

Συχνή μνεία γίνεται και στα απολυτίκια. Στο απολυτίκιο του γ΄ ήχου αναφέρεται ότι: «Ο Κύριος απάτησε τω θανάτω τον θάνατον… και εκ κοιλίας Άδου ερύσατο ημάς». Στο απολυτίκιο του δ΄ ήχου «Ἐσκύλευται ὁ θάνατος, ἠγέρθη Χριστὸς ὁ Θεός» στο απολυτίκιο του πλαγ. β΄ «Ἐσκύλευσας τὸν ᾍδην μὴ πειρασθεὶς ὑπ’ αὐτοῦ». Σε άλλο τροπάριο ο Άδης  με το μπήξιμο του Σταυρού του Χριστού για  την σταύρωσή του άρχισε να πονάει και να οδύρεται λέγοντας ότι αυτός ο Σταυρός ήταν ξύλινο ξίφος που τον τρύπησε στα πλευρά του, ότι τα σωθικά του ταράχθηκαν και ήθελε να ξεράσει αυτούς που είχε καταπιεί.

(δ) Τί δὲ κλαίω νεκροὺς οὓς ἀφῃρέθην; Ἐμαυτὸν θρηνῳδῶ

πῶς ἐχλευάσθην· καὶ οὐκ ἤρκεσε τοῦτο μόνον εἰς αἰσχύνην μου,

 ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐμπαίζομαι· λίχνον γὰρ καὶ παμφάγον οἱ φυγόντες

με καλοῦσί με καὶ ῥήμασι τοιούτοις παροξύνουσί με λέγοντες:

 ‘Τί γὰρ χαίνεις ὑπέρμετρα; Τί τῷ λαιμῷ σου ἐνωθεῖς εἴ τι δήποτε

ὡς δήποτε, ἀκόρεστε, ἄπληστε; Τί ἠπείχθης πρὸς ἔδεσμα

ταράσσων τὴν γαστέρα σου; Ἰδοὺ γάρ σε κενώσας ἀνέστη ὁ Κύριος.

Μετάφραση

Γιατί κλαίω για τους νεκρούς που μου πήραν; Λέω τον εαυτό μου αξιοθρήνητο, που χλευάστηκα, και δεν ήταν αυτό αρκετό που με ντρόπιασε αλλά επιπλέον με περιγελούν. Λαίμαργο και παμφάγο με αποκαλούν αυτοί που μου ξέφυγαν και λέγοντάς μου τέτοια λόγια με εξοργίζουν: «Τι χασμουριέσαι υπέρμετρα, τι έσπρωξες μέσα στο λαιμό σου οτιδήποτε  και σε πείραξε, αχόρταγε και άπληστε; Γιατί βιάστηκες να φας και τάραξες την κοιλιά σου; Να, κοίταξε, ο Κύριος αφού σε άδειασε, αναστήθηκε».

Σχολιασμός

          Ο Άδης με το να χάσει την λεία του έβαλε τα κλάματα, γιατί έμεινε αυτός ο Δεσπότης έχασε του σιδηροδέσμιους αιχμαλώτους του. Αισθάνεται τον εαυτό του αξιοθρήνητο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, υπάρχουν και τα χειρότερα. Ο Άδης εκεί που κοκορεύονταν, ξεφτιλίστηκε, έγινε καταγέλαστος και τον περιγελούσαν τα θύματά του. Το στόμα του, από όπου έφυγαν τα θύματά του,  έμεινε ανοιχτό. Κι από πάνω του έλεγαν: «εσύ ο λαίμαργος και αχόρταγος, πώς έμεινες έτσι και σπρώχνεις στο λαιμό σου οτιδήποτε βρεις;». Και άρχισαν να τον ειρωνεύονται. «Φαίνεται πως στραβοκατάπιες  με αυτά τα οτιδήποτε και αυτά σε πείραξαν την κοιλιά σου».

          Οι εικόνες και οι εκφράσεις του Ρωμανού είναι αρκετά οικείες και γνωστές και γι’  αυτό έγινε εύκολα κατανοητός και προσιτός στους πολλούς. Με αυτές τις εκφράσεις χαίρεται, που ο Άδης τα έχασε όλα και κλαίει και οδύρεται προς χαρά των πιστών. Ο ιερέας στον Κατηχητικό Λόγο του Ι. Χρυσοστόμου ρωτάει το εκκλησίασμα: « ο Άδης επικράνθη;» και όλοι με μια φωνή απαντούν, «επικράνθη, επικράνθη».

(ε) Ἀλλ’ εἰ δέχονται, ἔχω ἀντιλέγειν· καὶ τίς ἄρα οὐκ εἶχε πλανηθῆναι θεωρῶν αὐτὸν τῇ σινδόνι ἐνειλούμενον καὶ τάφῳ διδόμενον;

Τίς οὕτως ἦν κτηνώδης μὴ νοῆσαι ὅτι τέθνηκεν, ὁπότε σμῆγμα σμύρνης καὶ ἀλόης ἐπεχρίετο πρὸς ἐμὲ πορευόμενος; Τίς εἶπε πάλιν μὴ νεκρὸν βλέπων λίθον ἐπικείμενον οὗ ἦν οὗτος κείμενος; Τίς τοιοῦτον ἐνόησεν ἢ τίς ποτε ἐπήλπιζε βοῆσαι περὶ τούτου· «Ἀνέστη ὁ Κύριος»;

Μετάφραση

Αλλά αν αυτά τα παραδέχονται, έχω αντίλογο. Ποιος δεν θα πλανιόταν, όταν τον έβλεπε να είναι τυλιγμένος σε νεκρικό σεντόνι και να είναι τοποθετημένος μέσα στο μνήμα; Ποιος θα ήταν τόσο ανόητος ώστε να μην καταλάβει ότι πέθανε, την στιγμή που ήταν αλειμμένος με μείγμα σμύρνης και αλόης καθώς κατευθύνονταν προς εμένα;  Ποιος πάλι δεν θα τον έλεγε νεκρό βλέποντας την ταφόπλακα από πάνω του στο σημείο που τον είχαν βάλει; Ποιος θα μπορούσε να καταλάβει κάτι τέτοιο και ποιος θα ήλπιζε ότι γι’  αυτόν θα φωνάξουν: «Αναστήθηκε ο Κύριος».

 Σχολιασμός

          Οι εχθροί που τον μισούν και που θα ήθελε να ομολογήσουν την Ανάσταση το Χριστού, βλέποντας αυτά τα πρωτόγνωρα ομολογούν κατάπληκτοι. Γιατί πράγματι ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι έναν νεκρό μέσα στο μνήμα που τον είχαν αλείψει με νεκρώσιμα αρώματα και τον σκέπαζαν οι  ταφόπλακες,  θα σηκώνονταν.

          Εδώ ο υμνογράφος βάζει τον Σατανά στη θέση ενός απλού ανθρώπου, ο οποίος θα παραξενεύονταν, όταν έβλεπε αυτά τα παράξενα πράγματα.  Κι αυτό, γιατί ο Σατανάς ξέρει την δύναμη του Θεού, αν και είχε ξεγελαστεί προς το παρόν νομίζοντας ότι θα μπορούσε να κρατήσει την Πηγή της ζωής μέσα στο μνήμα του θανάτου. Γι’ αυτό  έκανε τα πάντα, για να μην μαθευτεί αυτή η Ανάσταση. Έβαλε τους Φαρισαίους να πληρώσουν τους φύλακες και να πουν ότι τον έκλεψαν και δεν αναστήθηκε. Ευτυχώς όμως οι πλεκτάνες του Διαβόλου έπαψαν να ισχύουν και η αλήθεια έλαμψε μέσα από τον τάφο. Τα όργανα του Σατανά, οι Φαρισαίοι, και αναστημένο τον Χριστό δεν τον πίστεψαν και ήθελαν να συγκαλύψουν τα ασυγκάλυπτα, κι έτσι γελάστηκαν και αυτοί, όπως και το αφεντικό τους, ο Διάβολος.

(ς) Παρ’ ἐμοὶ οὖν οὐδὲν ὧν ἐγκαλοῦσι· πρὸς ἐμὲ γὰρ αὐτὸς ἑκὼν κατῆλθε, καὶ τὰ πρῶτα μὲν ὠδυνώμην, τελευταῖον δὲ οὐκ οἶδα τί πέπονθα· τὸ ἄνθος τὸ γλυκάζον ἐμοὶ γέγονε τιθύμαλλος καὶ ὅλος μου

 ὁ φάρυγξ ἐπικράνθη ἐκ τῆς γεύσεως, καὶ οὓς εἶχον ἀπέπτυσα.

Οὐδεὶς τοιοῦτον κατ’ ἐμοῦ ἐνενόησεν ἢ ἔπραξεν ὡς οὗτος ἐποίησε· βασιλέων ἐδέσποζον καὶ προφητῶν ἐκράτησα καὶ τούτων τῶν κραζόντων· «Ἀνέστη ὁ Κύριος».

Μετάφραση

Δεν φταίω εγώ για όσα με κατηγορούν. Σε μένα αυτός με τη  θέλησή του κατέβηκε και στην αρχή πονούσα αλλά τελευταία δεν ξέρω τί έπαθα. Το μοσχομυριστό λουλούδι έγινε για μένα φαρμακερό βοτάνι και το λαρύγγι μου πικράθηκε από την γεύση του και όσους κρατούσα τους έφτυσα. Κανένας δεν σκέφτηκε κάτι τέτοιο εναντίον μου ή έπραξε, όπως αυτός εδώ. Κυβερνούσα βασιλιάδες και εξουσίαζα προφήτες αλλά ακόμη και αυτούς που φωνάζουν: «Αναστήθηκε ο Κύριος».

Σχολιασμός

          Προσποιείται ότι αυτός δεν έφταιξε, εφόσον ήρθε σε αυτόν με την θέλησή του. Είναι αλήθεια αυτό; Όχι βέβαια. Πίσω από την  πλεκτάνη που στήθηκε από τους Φαρισαίους και την  προδοσία του Ιούδα βρισκόταν αυτός και τους κατεύθυνε. Την θανή του Χριστού την πήρε σαν μοσχομυριστό λουλούδι  και πίστευε ότι νίκησε τον υιό του ανθρώπου, που ήταν και Υιός του Θεού, αλλά «επλανήθην πλάνην οικτράν»! Με το όπλο που πολέμησε αυτός τον Χριστό  και τον θανάτωσε προσωρινά, με το ίδιο όπλο, τον θάνατο, νικήθηκε οριστικά. Ο Χριστός «θανάτω θάνατον πατήσας και τους εν τοις μνήμασι ζωήν εχαρίσω». Ο θάνατος του Χριστού έδωσε ζωή όχι μόνο στον ίδιο με την Ανάστασή του αλλά και στους «εν Άδη».

 (ζ) Ἰδοὺ πέλω δεσμώτης ὁ δεσπότης καὶ δουλεύω ὁ πρώην βασιλεύων, καὶ γεγένημαι ὁ ἐπίφοβος ἐπίληπτος καὶ πᾶσιν εἰς γέλωτα· παντόθεν γυμνητεύω, τὰ γὰρ πάντα μου ἀφήρπασε· ἐκέλευσε καὶ ἄφνω τοῦτον ἅπαντες ἐκύκλωσαν ὡς κηρίον αἱ μέλισσαι, κἀμὲ δὲ δήσας ἰσχυρῶς ἔλεγεν αὐτοῖς ἐμπαίζειν μοι καὶ παίειν τὴν κάραν μου καὶ τὸν νῶτον συγκάμπτειν μου καὶ τὴν σκληρὰν καρδίαν μου συντρίβειν καὶ κραυγάζειν· «Ἀνέστη ὁ Κύριος».

Μετάφραση

Ορίστε, εγώ ο Δεσπότης γίνομαι δεσμώτης, και είμαι δούλος εγώ που πρώην ήμουν βασιλιάς, εγώ που σκόρπιζα τον φόβο έχω αιχμαλωτιστεί και έγινα σε όλους περίγελος. Έχω μείνει τελείως γυμνός, γιατί μου τα πήραν όλα. Έδωσε εντολή και αμέσως όλοι τον περικύκλωσαν όπως οι μέλισσες το κερί και εμένα αφού με έδεσε γερά τους έλεγε να με περιγελούν και να με χτυπούν στο κεφάλι, να με λυγίζουν την πλάτη μου και να μου συντρίβουν την σκληρή καρδιά μου και να φωνάζουν: «Αναστήθηκε ο Κύριος».

Σχολιασμός

          Οι αυτές οι ντροπιαστικές σκηνές μας θυμίζουν τις σκηνές του Μαρτυρίου του Χριστού. Ακριβώς και ο Χριστός, που ήταν Δεσπότης και κυριαρχούσε σε όλα, γίνεται ένας δεσμώτης στα χέρια τους, ο Βασιλεύς των Βασιλέων γίνεται υποχείριο των βασανιστών του, γίνεται περίγελος των στρατιωτών που τον χτυπάνε στο κεφάλι με το σκήπτρο (καλάμι) που του βάλανε να κρατάει στα χέρια, να του σκύβουν το κεφάλι και να τον μαστιγώνουν στην πλάτη. Υπάρχουν ομοιότητες αλλά υπάρχουν και τεράστιες διαφορές.  Ο Άδης ήταν ο φόβος και ο τρόμος ζωντανών και νεκρών, ήταν ο σαδιστής δαίμονας που χαιρόταν να αιχμαλωτίζει και να βασανίζει, ενώ ο Χριστός δεν έκανε κανένα κακό, αντίθετα έκανε πολλά καλά. Αυτά τα καλά ο υμνογράφος βάζει να τα επικαλείται ο ίδιος στις δύσκολες αυτές ώρες του Μαρτυρίου: « Λαός μου, τι εποίησά σοι η τι σοι παρηνώχλησα; τους τυφλούς σου εφώτισα, τους λεπρούς σου εκαθάρισα, άνδρα όντα επί κλίνης ηνωρθωσάμην. Λαός μου, τι εποίησά σοι, και τι μοι ανταπέδωκας; Αντί του μάννα χολήν∙ αντί του ύδατος όξος· αντί του αγαπάν με σταυρώ με προσηλώσατε (12ο Αντίφωνο της Μεγάλης Πέμπτης).

 (η) Νὺξ μὲν ἦν ὅτε ταῦτα ἐκαρτέρουν, πρὸς τὸν ὄρθρον δὲ ἄλλο ἐθεώρουν, ὡς ἐπείχθησαν εἰς τὴν τούτου ὑπαπάντησιν αἱ πύρινοι σύνοδοι· καὶ ἔξωθεν μὲν φόβοι, ἔσωθεν δὲ μάχαι εἶχόν με· τὸ βλέμμα μου δὲ πέμπειν οὐδ’ ἑτέρῳ κατεθάρρησα, ὅτι πάντες ἠπείλουν μοι. Διὸ ἐγκρύψας τὴν μορφὴν ἀνὰ μέσον τῶν γονάτων μου, δακρύων ἐβόησα· «Ὁ τὰς πύλας συντρίψας μου καὶ τοὺς μοχλοὺς συνθλάσας μου, πορεύου ἵνα κράζω, Ἀνέστη ὁ Κύριος».

Μετάφραση

          Ήταν νύχτα τότε που περίμενα και προς τα ξημερώματα άλλο είδα μπροστά μου, καθώς έσπευσαν να τον συναντήσουν οι πύρινοι συνοδοί. Και έξω με κατείχαν φόβοι, ενώ μέσα μου με πολεμούσαν. Την ματιά μου ούτε στον διπλανό μου δεν είχα το θάρρος να ρίξω, γιατί όλοι με απειλούσαν. Γι’ αυτό, αφού έκρυψα το πρόσωπό μου ανάμεσα στα γόνατά μου, με δάκρυα φώναζα: «Εσύ που έσπασες τις πύλες μου και τσάκισες τις αμπάρες μου, φύγε, για να φωνάξω κι εγώ: Αναστήθηκε ο Κύριος».

Σχολιασμός

          Πράγματι ήταν εφιαλτικό αυτό που έζησε ο Άδης. Ο υμνογράφος παρουσιάζει τον Άδη σαν ένα κοινό άνθρωπο, του  οποίου απειλείται η ζωή. Και δεν ήταν μόνο ο ίδιος ο Χριστός αλλά και όλο εκείνο το «λεφούζι» που ήταν τόσα χρόνια αιχμάλωτό του και υπέστη τα φρικτά του βασανιστήρια. Αυτοί αποτελούσαν το αντικείμενο του φόβου του, διότι επιτέλους συναισθάνθηκε πόσο κακό έκανε στους ανθρώπους και τώρα ήρθε η ώρα να υποστεί και αυτός τα ίδια. Αλήθεια, μπορούμε να φανταστούμε τον Χριστό, τον Θεό της αγάπης, να δείχνει τέτοια εκδικητικότητα και μανία για τους εχθρούς του; Τα ευαγγέλια δεν μας λένε κάτι τέτοιο. Ο Χριστός πήγε κάτω στον Άδη όχι για να τιμωρήσει τον Σατανά, θα γίνει και αυτό στην τελική Κρίση, αλλά τώρα ήρθε για να ελευθερώσει τους δύστυχους δεσμώτες του και να τους πάρει μαζί του και να πάνε στην παλιά τους κατοικία, στο Παράδεισο. Να τους βγάλει από τον τόπο των βασανιστηρίων και να τους φέρει στο χώρο «των εορταζόνταν και λεγόντων απαύστως «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι». Περιθώριο μετάνοιας υπάρχει πάντα και για τον Διάβολο, όχι όμως κάτω από εκβιασμούς σαν κι αυτούς που ο ίδιος αισθανότανε.

 (θ) [Ὁ μὲ]ν οὖν ἐπὶ τούτοις μειδιάσας τοῖς ὀπίσω φησίν· ‘Ἀκολουθεῖτε’· τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἔφη πάλιν· ‘Προηγεῖσθέ μου,

 διὸ καὶ κατήλθατε.’ Καὶ ἄφνω ἡσυχία καὶ δειλία κατεκράτησε τῆς κτίσεως ἁπάσης· ὁ δεσπότης γὰρ τῆς κτίσεως τῶν μνημάτων ἐξήρχετο·

προφῆται πάντες πρὸ αὐτοῦ δευτεροῦντες ἃ προέφησαν καὶ πᾶσι γνωρίζοντες ὅτι οὗτος αὐτός ἐστιν ὁ γνώμῃ καταβὰς εἰς γῆν·

 καὶ γνώμῃ νῦν ἐκ ταύτης ἀνέστη ὁ Κύριος.

Μετάφραση

          Κι εκείνος, αφού χαμογέλασε, είπε σε αυτούς που ήταν πίσω: «Ακολουθείστε με». Σε αυτούς πάλι που ήταν μπροστά είπε: «Προχωρήστε μπροστά, γι’  αυτό  κατεβήκατε». Και ξαφνικά σε όλη την πλάση επικράτησε ησυχία και φόβος, διότι ο Δεσπότης της κτίσεως έβγαινε από τα μνήματα. Όλοι οι προφήτες πριν από αυτόν επαναλάμβαναν αυτά που είχαν προφητεύσει γνωρίζοντας σε όλους ότι «αυτός είναι εκείνος που με την θέλησή του κατέβηκε στη γη και με την θέλησή του αναστήθηκε από αυτήν, δηλαδή  ο Κύριος».

Σχολιασμός

          Πρόκειται για μια πομπή στον κάτω κόσμο, που φαντάστηκε ο Ρωμανός ως πιθανή, κατά την οποία υπήρχαν δύο ομάδες. Η μία που πήραν εντολή από τον Χριστό να τον ακολουθήσουν και πιθανώς είναι εκείνοι που δέχτηκαν το μήνυμα του Χριστού και τον πίστεψαν, και η δεύτερη από τους προφήτες, που πήραν την εντολή να προηγούνται, όπως προηγήθηκαν και του Χριστού, όταν προφήτευαν γι’  αυτόν.

          Οι προφήτες αισθάνονται δικαιωμένοι, γιατί όλα όσα προφήτευσαν επαληθεύτηκαν τώρα, και ο Χριστός τιμώντας τους τους είπε να προηγούνται. Η πομπή αυτή είναι χαρμόσυνη, διότι όλοι απολάμβαναν την Χάρη του Αναστημένου Χριστού. Ο συρφετός των βασανισμένων ανθρώπων μετατράπηκε σε μια θριαμβευτική πορεία, όπου όλοι ήταν χαρούμενοι. Οι προφήτες αναθάρρησαν και επαναλάμβαναν αυτά που είχαν προφητεύσει, ότι ο Κύριος με τη θέλησή του κατέβηκε όχι μόνο στη γη αλλά και στα κατώτατα της γης και με τη θέλησή του αναστήθηκε και πήρε μαζί του όσους από τους νεκρούς τον πίστεψαν και όσους τον είχαν πιστέψει, όταν ήταν ζωντανοί, και είχαν προφητέψει γι’  αυτόν, αλλά συχνά η προφητεία τους δεν γίνονταν αποδεκτή. Τώρα ήρθε η ώρα της δικαίωσης.

(ι) Ὑψηλῇ τῇ φωνῇ ὁ Σοφονίας τῷ Ἀδὰμ ἀνεβόα· ‘Οὗτός ἐστιν ὃν ὑπέμεινας εἰς ἡμέραν ἀναστάσεως ὃν τρόπον προεῖπόν σοι.

’ Ναοὺμ δὲ μετὰ τοῦτον τὸν πτωχὸν εὐηγγελίζετο, «ἐκ γῆς ἀνέβη, λέγων, ἐμφυσῶν σου εἰς τὸ πρόσωπον ἐξαιρούμενος θλίψεως», καὶ

 Ζαχαρίας χαριεὶς κράζων· «Ἦλθες ὁ Θεὸς ἡμῶν μετὰ τῶν ἁγίων σου», καὶ Δαυὶδ ψάλλων εὔσημα· «Ὡς δυνατὸς ἐγήγερται καὶ ὥσπερ ἀπὸ ὕπνου ἀνέστη ὁ Κύριος.»

Μετάφραση

           Πρώτος ο Σοφονίας με δυνατή φωνή φώναζε στον Αδάμ:

«Αυτός είναι εκείνος που περίμενες την ημέρα της ανάστασής του με τον τρόπο που σου είπα». Ο Ναούμ μετά από αυτόν έφερνε στον φτωχό την ευχάριστη είδηση λέγοντας: «από την γη ανέβηκε αυτός που σου φύσηξε στο πρόσωπό σου και σε έβγαλε από την θλίψη» και ο Ζαχαρίας όλος χαρά έκραζε: «Ήρθες, Θεέ μου, μαζί με τους αγίους σου». Και ο Δαυίδ ψάλλοντας με τον τρόπο που άρμοζε: «Πόσο δυνατός έχει βγει από το μνήμα, και αναστήθηκε ο Κύριος σαν να βγήκε από τον ύπνο».

Σχολιασμός

          Ο Ρωμανός αναφέρει μερικούς προφήτες που μίλησαν για τον Χριστό. Πρώτα πρώτα για τον Σοφονία τον προφήτη, ο οποίος παρηγορούσε τον Αδάμ μετά την πτώση του και του έλεγε ότι θα έρθει η ημέρα της ανάστασή του μαζί με την Ανάσταση του Χριστού. Ο Ναούμ ενισχύοντας και αυτός την ελπίδα του πεσόντος Αδάμ του έλεγε ότι αυτός που φύσηξε στο πρόσωπό σου και σου έδωσε ψυχή ζώσα, μπορεί να έγινε και αυτός πηλός, όπως εσύ, αλλά ξέφυγε από την φθορά και ανέβηκε για την αθανασία κι έτσι σε απάλλαξε από την θλίψη και σου έδωσε την χαρά. Ο Ζαχαρία βλέπει να αγιάζονται από τον Χριστό πολλοί και να τον ακολουθούν στον δρόμο της σωτηρίας. Η παρομοίωση της εξόδου του Χριστού από το μνήμα σαν να έβγαινε από νυφικό κρεβάτι(ως εκ παστάδος προελθών) είναι πολύ συχνή στην εκκλησιαστική υμνογραφία.

(ια) Ῥαπιζόντων δὲ τούτων τὴν μορφήν μου προφητείαις, ψαλμοῖς καὶ ὑμνῳδίαις, ἀνεφύησαν καὶ γυναῖκες προφητεύουσαι,

 ἐμοῦ κατορχούμεναι· καὶ τούτων μὲν ἡ πρώτη Μωϋσέως ἦν ἡ σύγγονος σκιρτῶσα καὶ δονοῦσα τῇ χειρὶ αὐτῆς τὸ τύμπανον

ὃ καὶ πρώην ἐπέφερε, καὶ ὥσπερ ἄλλην ἐρυθρὰν διελθοῦσά μου

τὰ δώματα τερπνῶς ἐτυμπάνιζεν· Ἄισωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν·

ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται τὸν Ἅιδην ἐδαφίσας ἀνέστη ὁ Κύριος.

Μετάφραση

          Και ενώ δεχόμουνα ραπίσματα στο πρόσωπό μου με τις προφητείες, τους ψαλμούς και τις υμνωδίες τους, εμφανίστηκαν και γυναίκες που είχαν προφητεύσει και αυτές και χόρευαν εις βάρος μου. Και από αυτές πρώτη ήταν η συγγενής του Μωυσή όλο χαρά χτυπούσε με το χέρι της το τύμπανο, το οποίο και παλιά κρατούσε και σαν την Ερυθρά θάλασσα να πλημμυρίζει όλα τα δωμάτιά μου χτυπούσε χαρούμενα το τύμπανό της: «Ας ψάλλουμε στον Θεό μας, διότι υπερβολικά δοξάστηκε, αφού έριξε στο έδαφος τον Άδη και αναστήθηκε ο Κύριος.»

 Σχολιασμός

          Μετά την αναφορά στους προφήτες αισθάνθηκε την ανάγκη να κάνει αναφορά και στις προφήτισσες. Οι προφητείες, οι υμνωδίες και οι ψαλμοί ήταν για τον Άδη γερά χαστούκια, που δύσκολα τα υπέφερε. Τώρα όμως προστέθηκαν και γυναίκες  και πρώτη από όλες η αδελφή του Μωυσή, η Μαριάμ, η οποία έσυρε τον χορό για την διάβασή τους από την Ερυθρά θάλασσα και χτυπούμε και το τύμπανό της, ψάλλοντας το «Ασωμεν τω Κυρίω, ότι ενδόξως δεδόξασται…». Η αναφορά αυτή έχει διπλή σημασία. Θέλει και να τονίσει και το γεγονός ότι, αφού η νίκη κατά των οργάνων του Διαβόλου, του Φαραώ, στέφτηκε με επιτυχία, και το ότι κάνει μνεία στην Βιβλική Ωδή, η οποία αποτελεί το πρότυπο των κοντακίων και των ύμνων. Εκείνη η νίκη μπορεί να παρομοιωθεί και με την τωρινή νίκη κατά του αιωνίου εχθρού, του Διαβόλου, η οποία είναι και καταλυτική.

          Ο υμνωδός καταργεί τον χρόνο και ενώνει τα γεγονότα σε μια συνέχεια ιστορική και θεολογική. Όλος ο έμψυχος κόσμος, των πατέρων και των προπατέρων, τα υπερχθόνια, τα επίγεια και τα υποχθόνια,  συμμετέχουν σε αυτή την παγκόσμια γιορτή της Αναστάσεως του Κυρίου και της θριαμβευτικής πορείας του Κυρίου στον κάτω κόσμο.

(ιβ) Ὢ τοιούτων κακῶν μία νὺξ μήτηρ καὶ τοσούτων δεινῶν πατὴρ εἷς ὄρθρος ἡ μὲν ἔτεκεν, ὁ δὲ φθάσας προστέθεικε τῷ ἄλγει μου ὄνομα ἀνάστασιν καλοῦσι τὴν ἡμέραν μου τῆς πτώσεως, πανήγυριν τελοῦσι τὸν καιρὸν τῆς ἀπωλείας μου· οἴμοι οἴμοι, τί ἔπαθον.» Τοιαῦτα Ἅιδης πρὸς ἐμὲ ἐρωτήσαντα ἐφώνησεν, οὐ ῥήμασι πείσας με, ἀλλὰ πράγμασι δείξας μοι ὅτι γυμνὸν καὶ ἔρημον παντόθεν αὐτὸν δείξας

ἀνέστη ὁ Κύριος.

Μετάφραση

          Ω, μια νύχτα έγινε μητέρα τέτοιων συμφορών και ένα πρωϊνό τέτοιων φοβερών πραγμάτων έγινε πατέρας, η μια τα δημιούργησε, το άλλο πρόλαβε και πρόσθεσε στον πόνο μου ένα  όνομα: «Ανάσταση». Με αυτό αποκαλούν την ημέρα της πτώσης μου και θεωρούν πανηγύρι τον καιρό της απώλειάς μου. Αλίμονο, αλίμονο, τί έπαθα. Τέτοια έλεγε σε μένα ο Άδης, όταν τον ρώτησα, και δεν με έπεισε με λόγια αλλά με πράξεις με έδειξε ότι ο Κύριος αφού τον άφησε γυμνό και έρημο παντελώς, αναστήθηκε ο Κύριος.

Σχολιασμός

          Ο Ρωμανός με τον τελευταίο οίκο κλείνει το θέμα και απαντάει στην απορία που διατύπωσε στην αρχή για το τί έπαθε ο Άδης, όταν ο Χριστός κατέβηκε σε αυτόν. Όλες αυτές οι συμφορές μετατράπηκαν σε χαρές για τους χριστιανούς και αποτελούν το περιεχόμενο της Ανάστασης, ένα όνομα που του έφερε την καταστροφή. Διηγούμενος τα παθήματα του Άδη, του Διαβόλου, μας ενημερώνει και εμάς για το τί συνέβη εκεί κάτω με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη.  Όλα έγιναν σε μια νύχτα και ένα πρωϊνό και αυτή η νύχτα είναι η νύχτα της Ανάστασης και το πρωϊνό η ώρα της έγερσης του Χριστού και της καθόδου του στον Άδη.

Κάποιες επισημάνσεις

          Οι ρεαλιστικές εικόνες, δοσμένες με απόλυτα θεατρικό τρόπο μέσα σε έντονο διάλογο, προκαλούν περισσότερο το ενδιαφέρον των αναγνωστών ή μάλλον των ακροατών, γιατί τα κοντάκια του Ρωμανού είναι για να απαγγέλλονται ή να ψέλνονται.

Το εφύμνιο σε όλους τους οίκους του κοντακίου είναι το ίδιο: «Ανέστη ο Κύριος». Το μήνυμα αυτό περιέχεται και στο απολυτίκιο της Ανάστασης, που το  ψέλνουμε πολλές φορές: « Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».