Μέγας Αθανάσιος: Αλλά το βιβλίον των Ψαλμών δεν παρέλειψε να ομιλήση περί αυτού, ότι θα έλθη και ως Χριστός

Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Αθανασίου του Μεγάλου Πατριάρχου Αλεξανδρείας
Προς Μαρκελίνον εις την ερμηνείαν των Ψαλμών

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2026/05/megas-athanasios-kai-ego-agapo-to-psaltirio-opos-kai-oli-ti-grafi/

δ΄. Τα εξιστορούμενα δε εις τα βιβλία του Ιησού του Ναυή και των Κριτών εκτίθενται κατά κάποιον τρόπον εις τον εκατοστόν έκτον Ψαλμόν, ο οποίος λέγει: «Και συνεστήσαντο πόλεις κατοικεσίας, και έσπειραν αγρούς και εφύτευσαν αμπελώνας».

Διότι επί των ημερών του Ιησού του Ναυή έχει διαμοιρασθή εις αυτούς η γη της επαγγελίας.

Και όταν δε επαναλαμβάνη συνεχώς εις τον ίδιον Ψαλμόν το «Και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς, και εκ των αναγκών αυτών έσωσεν αυτούς» αναφέρεται ασφαλώς εις το βιβλίον των Κριτών διότι τότε, όταν αυτοί ζητούσαν από τον Θεόν βοήθειαν, ανεδείκνυε την κατάλληλον στιγμήν κριτάς, ούτως έσωζε τον λαόν από τους καταπιεστάς του.

Αλλά και τα γεγονότα των βιβλίων των Βασιλειών ψάλλει κατά κάποιον τρόπον εις τον δέκατον έναν τον Ψαλμόν, όταν λέγη: «Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι ονόματι Κυρίου Κυρίου Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα. Αυτοί συνεποδίσθησαν και έπεσαν, ημείς δε ανέστημεν και ανωρθώθημεν. Κύριε, σώσον τον βασιλέα, και επάκουσον ημών εν η αν ημέρα επικαλεσώμεθά σε».

Τα διαλαμβανόμενα εις το βιβλίον του Έσδρα ψάλλει εις τον εκατοστόν εικοστόν πέμπτον Ψαλμόν των αναβαθμών: «Εν τω επιστρέψαι Κύριον την αιχμαλωσίαν Σιών, εγενήθημεν ωσεί παρακεκλημένοι» ως επίσης και εις τον εκατοστόν εικοστόν πρώτον «Ευφράνθην επί τοις ειρηκόσι μοι· Εις οίκον Κυρίου πορευσόμεθα. Εστώτες ήσαν οι πόδες ημών εν ταις αυλαίς σου, Ιερουσαλήμ. Ιερουσαλήμ οικοδομουμένη ως πόλις, ης η μετοχή αυτής επί το αυτό. Εκεί γαρ ανέβησαν φυλαί, αι φυλαί Κυρίου, μαρτύριον τω Ισραήλ».

ε’ Και τα περιεχόμενα εις τα βιβλία των Ψαλμών τα θίγει εις κάθε Ψαλμόν.

Περί της ελεύσεως του Σωτήρος και περί του ότι ενώ είναι Θεός θα έλθη εις την γην, ομιλεί εις τον τεσσαρακοστόν ένατον Ψαλμόν ως εξής: «Ο Κύριος εμφανώς ήξει, ο Θεός ημών, και ου παρασιωπήσεται».

Αλλά και εις τον εκατοστόν δέκατον έβδομον: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Ευλογήκαμεν υμάς εξ οίκου Κυρίου Θεός Κύριος, και επέφανεν ημίν».

Περί του ότι δε αυτός είναι ο προαιώνιος Λόγος του ουρανίου Πατρός το ψάλλει ως εξής εις τον εκατοστόν έκτον Ψαλμόν: «Απέστειλε τον Λόγον αυτού, και ιάσατο αυτούς, και ερρύσατο αυτούς εκ των διαφθορών αυτών».

Διότι ο ερχόμενος Θεός είναι ο ίδιος με τον αποστελλόμενον Λόγον.

Επειδή δε γνωρίζει, ότι αυτός ο Λόγος είναι ο Υιός του Θεού, ψάλλει εις τον τεσσαρακοστόν τέταρτον Ψαλμόν, χρησιμοποιών λόγους του ουρανίου Πατρός: «Εξηρεύξατο η καρδία μου Λόγον αγαθόν», καθώς και εις τον εκατοστόν ένατον: «Εκ γαστρός προ Εωσφόρου εξεγέννησά σε».

Διότι τι άλλο θα ηδύνατο κανείς να ονομάση γέννημα του Πατρός παρά τον Λόγον και την Σοφίαν αυτού;

Επειδή δε γνωρίζει, ότι αυτός είναι διά του οποίου ο Πατήρ έδωσε τα παραγγέλματα: «Γενηθήτω φως», και «στερέωμα, και τα πάντα», δι’ αυτό και το βιβλίον των Ψαλμών επαναλαμβάνει: «Τω Λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν, και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών».

στ’. Αλλά το βιβλίον των Ψαλμών δεν παρέλειψε να ομιλήση περί αυτού, ότι θα έλθη και ως Χριστός· περί αυτού δε κάμνει ιδιαιτέρως λόγον εις τον τεσσαρακοστόν τέταρτον Ψαλμόν: «Ο θρόνος σου, ο Θεός, εις τον αιώνα του αιώνος ράβδος ευθύτητος η ράβδος της βασιλείας σου. Ηγάπησας δικαιοσύνην, και εμίσησας αδικίαν διά τούτο έχρισέ σε ο Θεός ο Θεός σου έλαιον αγαλλιάσεως παρά τους μετόχους σου».

Και διά να μη νομίση κανείς, ότι ο Χριστός θα ήρχετο κατά φαντασίαν, λέγει καθαρά ότι αυτός θα γίνη άνθρωπος και ότι αυτός είναι εκείνος διά του οποίου εδημιουργήθησαν τα πάντα, καθώς διαλαμβάνεται εις τον ογδοηκοστόν έκτον Ψαλμόν: «Μήτηρ Σιών ερεί Ανθρωπος, και άνθρωπος εγεννήθη εν αυτή, και αυτός εθεμελίωσεν αυτήν ο Ύψιστος».

Διότι αυτό είναι ωσάν να λέγη· «Και Θεός ην ο Λόγος», «πάντα δι’ αυτού εγένετο και ο Λόγος σαρξ εγένετο».

Και επειδή εγνώριζε την εκ παρθένου άσπορον γέννησιν του Χριστού, διά τούτο δεν παιρέλειψε να ομιλήση και περί αυτού, αλλ’ εμφατικώς πως λέγει εις τον τεσσαρακοστόν τέταρτον Ψαλμόν: «Άκουσον, θύγατερ, και ίδε, και κλίνον το ους σου, και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου, ότι επεθύμησεν ο βασιλεύς του κάλλους σου».

Τούτο πάλιν ομοιάζει προς τον χαιρετισμόν του αρχαγγέλου Γαβριήλ προς την Παρθένον: «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου».

Διότι αποκαλώντας αυτόν Χριστόν, αμέσως εφανέρωσε και την κατ’ άνθρωπον γέννησίν του εκ της Παρθένου διά της φράσεως «Άκουσον, θύγατερ».

Πρόσεξε την διαφοράν: Ο μεν Γαβριήλ καλεί την Μαρίαν με το όνομά της, επειδή δεν συνεδέετο μετ’ αυτής διά συγγενείας, ενώ ο Δαυίδ την αποκαλεί δικαιολογημένως θυγατέρα, επειδή θα είναι απόγονός του, συνεχεία αναφέρεται εις το πάθος της ανθρωπίνης αυτού φύσεως. Και προβλέπουσα (η βίβλος των Ψαλμών), ότι η εξόντωσίς του θα προέλθη από τους Ιουδαίους.