38 ὁλόκληρα ἔτη παρέμενε ὁ παράλυτος τῆς Βηθεσδᾶ καθηλωμένος καὶ ἀνήμπορος στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου! Αὐτὸ ὅμως ποὺ τὸν πείραζε περισσότερο δὲν ἦταν ὁ πόνος ἀπὸ τὰ παραλυμένα μέλη καὶ τὴν ἀκινησία του ἀλλὰ ἡ μοναξιὰ καὶ ἡ ἐγκατάλειψή του ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ πρῶτο ποὺ λέει στὸν Χριστό, ὅταν τὸν ρωτάει ἐὰν θέλῃ νὰ βρῇ τὴν ὑγειά του, εἶναι τὸ παράπονό του, ὅτι δὲν ἔχει ἄνθρωπο νὰ τοῦ σταθῇ στὸν πόνο του, νὰ τὸν βοηθήσῃ στὶς ἀνάγκες του.
«Διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα καὶ λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω;» (Δοξαστικὸ τῶν Στίχων, εἰς τὴν Λιτήν). Πράγματι, ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο, ἔλαβε σάρκα καὶ ὀστᾶ, γιὰ νὰ βοηθήση τὸν ὅμοιό του, τὸν συνάνθρωπο, καὶ θυσιάστηκε γιὰ τὴν σωτηρία του. «Διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα καὶ λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω;» Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἄνθρωπός σου, καὶ ἦρθα νὰ σὲ σώσω προσωπικά, γιατί ξέρω τὸ παράπονό σου καὶ κατανοῶ τὶς ἀνάγκες σου, ὅσο κανεὶς ἄλλος ἄνθρωπος, διότι γνωρίζω ἀπὸ σταυρὸ καὶ ξέρω τί σημαίνει νὰ σὲ ἐγκαταλείπουν, ὅταν πονᾶς καὶ χρειάζεσαι βοήθεια!
Ἔτσι ἀπαντᾶ ὁ Χριστὸς στὸν πόνο μας καὶ περιμένει νὰ τὸν ἀναζητήσουμε. Στὴν πραγματικότητα, δὲν περιμένει ὁ παράλυτος, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς περιμένει διακριτικὰ τὸν παράλυτο 38 ὁλόκληρα χρόνια νὰ συνειδητοποιήσῃ ὅτι δὲν χρειάζεται ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγὴσῃ στὴν κολυμβήθρα τῆς Βηθεσδᾶ, ἀλλὰ χρειάζεται τὸν ἄνθρωπο Χριστό, τὸν Θεάνθρωπο, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσῃ στὴν μεγαλύτερη κολυμβήθρα, στὴν Ἐκκλησία Του, ὥστε νὰ βρῆ ὄχι πλέον τὴν προσωρινὴ σωματικὴ θεραπεία ἀλλὰ τὴν μόνιμη ψυχικὴ θεραπεία, τὴν σωτηρία.
Αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει ὁ Χριστός. Σὲ μᾶς ποὺ τοῦ ζητᾶμε τὴν σωματική μας θεραπεία, μᾶς προσφέρει, ὡς ἐπιπλέον δῶρο, ὅπως καὶ στὸν παράλυτο, καὶ τὴν ψυχική μας ἴαση. Γνωρίζει, ἀσφαλῶς, ὁ Χριστός μας, ὡς παντογνώστης ποὺ εἶναι, ὅτι χρειαζόμαστε ὁλοκληρωμένη θεραπεία, γιὰ νὰ βροῦμε τὴν ὑγειά μας. Ἐκεῖνος, μάλιστα, δὲν βιάζεται, ὅπως οἱ ἄλλοι, οἱ ἀνθρώπινοι σωτῆρες, ποὺ σπεύδουν, προτοῦ ἢ καὶ χωρὶς ἐμεῖς νὰ τὸ ζητήσουμε, νὰ μᾶς σώσουν, ἀλλὰ περιμένει μέχρι νὰ ἀπογοητευτοῦμε τόσο πολὺ ἀπὸ αὐτούς, ὥστε νὰ ἀποζητήσουμε πλέον τὸ ἔλεός Του, μὴν ἔχοντας ἀνθρωπίνως ἄλλη ἐλπίδα.
Δὲν εἶναι αὐτάρεσκος ὁ Κύριος, ὄχι. Δὲν ἐπιθυμεῖ οὔτε νὰ τὸν χειροκροτήσουμε, οὔτε νὰ τὸν πληρώσουμε γιὰ τὸ κατόρθωμά Του. Αὐτός, ὡς Θεός, δὲν ἔχει ἀνάγκη τὴν δική μας ἐπιβεβαίωση, οὔτε τὰ δικά μας χρήματα. Ἐξ ἄλλου, τὴν θεραπεία μας τὴν κατορθώνουμε, τὴν πετυχαίνουμε, μὲ τὴν δική μας συγκατάθεση στὸ διακριτικό Του ἐρώτημα «θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;» Δική του εἶναι μόνον ἡ χάρη, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι δεδομένη πάντοτε καὶ πλουσιοπάροχη, ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τοῦ παραλύτου.
Ἀπεργάζεται ὁ Κύριος μεθοδικὰ τὴν σωτηρία τοῦ παραλύτου καὶ τοῦ κάθε παραλύτου, μέσα ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του, ψυχικὴ καὶ σωματική. Τὸν προστάζει, μὲ τὸν θεραπευτικό Του λόγο, νὰ σηκώση τὸ κρεβάτι τοῦ πόνου, ποὺ γιὰ 38 ὁλόκληρα χρόνια ἦταν ὁ τάφος του, -«ἄταφο νεκρό», τὸν ἀποκαλεῖ ὁ ὑμνογράφος. Συγχρόνως, ὅμως, ἀκόμη ἐπιτακτικώτερα τοῦ ζητάει: «μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή τι χεῖρόν σοί τι γένηται.» Τὸ χειρότερο εἶναι νὰ ξανακυλίση κανεὶς στὴν ἁμαρτία, ἀπὸ τὴν ὁποία θεραπεύτηκε, διότι, ὅπως λέει καὶ ὁ λαός, «τὸ δὶς ἐξαμαρτεὶν οὐκ ἀνδρὸς σοφοῦ.»
Ἐμεῖς, ἄραγε, οἱ σημερινοὶ παραλυμένοι, παραδομένοι στὴν ἁμαρτία καὶ παρα(ι)τημένοιἀπ’ ὅλους ὅσους ἐλπίζαμε ὅτι θὰ μᾶς σώσουν, θέλομε νὰ βροῦμε τὴν ὑγειά μας, ἀναζητοῦμετὴν θεραπεία μας; Ἐὰν ναί, δὲν χρειάζεται νὰ περιμένωμε καὶ μεῖς,ὅπως ὁ παράλυτος, μιὰ ὁλόκληρη ζωή,καὶ νὰ παραμένωμε ἀδρανεῖς,ἀναμένοντες ἀνθρώπους νὰ μᾶς σώσουν, ἀπὸ τὴν στιγμὴ πού«ὁ Ἄνθρωπος» μπορεῖ καὶ θέλει νὰ μᾶς σώσῃ.
Ἂς ἀκολουθήσωμε,μάλιστα,τὸ παράδειγμάΤουκαὶ ἂς γινώμαστε καὶ μεῖς ἄνθρωποι γιὰ τοὺς πιὸ ἀδύναμους συνανθρώπους μας, ὥστε νὰ μὴν χρειαστῆ νὰ ποῦν καὶ κεῖνοι, ὅπως ὁ παράλυτος στὴν προβατικὴ κολυμβήθρα, «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω».
Παραλλήλως, βεβαίως, νὰ μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Σωτήρας μας Χριστός, ἔστω καὶ ἐὰν ἐμεῖς, λόγῳ τῆς πολλαπλῆς μας παραλυσίας, δὲν τὸν βλέπωμε, Ἐκεῖνος πάντως εἶναι «πανταχοῦ παρών» καὶ ἕτοιμος νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν κάθε μας ἀνάγκη. Καὶ ἐὰν ἐμεῖς ἔχομε πλήρως παραλύσει καὶ δὲν τὸν ἀναζητᾶμε πιά, προστρέχει ὁ Ἴδιος σὲ βοήθειά μας ἀπὸ εὐσπλαγχνία, διότι δὲν θέλει νὰ γίνουμε χειρότερα, νὰ ἁμαρτήσουμε καὶ ἄλλο, σκεπτόμενοι ὅτι «ἄνθρωπον οὐκ ἔχομεν».
Πόσο ἀνόητοι καὶ ἀπερίσκεπτοι εἴμαστε τελικά! Ἔχομε μόνιμο θεραπευτὴ καὶ ἐμεῖς ἀναζητοῦμε ἀκόμη προσωρινοὺς ἰατρούς. Μᾶς προσφέρεται ἀμισθὶ ὁλοκληρωμένη ἴαση, καὶ μεῖς ἀκόμη περιμένομε τὴν εὐκαιρία. Προτιμᾶμε νὰ παραμένωμε παράλυτοι καὶ ἄταφοι νεκροί, παρὰ νὰ ζητᾶμε νὰ σηκωθοῦμε καὶ νὰ ἀναστηθοῦμε. Ἂς δείξωμε τοὐλάχιστον λίγη ἐμπιστοσύνη στὴν προσφορὰ τῆς θεραπείας Του, μὴν παραβλέπωμε τόσο ἀλαζονικὰ τὸ δῶρο τῆς σωτηρίας!
Πόσο σωτήριο θὰ ἦταν, ἀλήθεια, νὰ ἐμπιστευτοῦμε τὸν Χριστὸ ὡς προσωπικό μας ἰατρὸ καὶ νὰ τὸν παρακαλέσωμε:«…τὴν ψυχήν μου νοσοῦσαν δεινῶς ἴασαι».
Ἐὰν παραδεχθοῦμε ὅτι νοσοῦμε, καὶ μάλιστα χρονίως, ὅπως ο παράλυτος, ἔχομε ἤδη κάνει τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ τὴν θεραπεία μας. Τὸ δεύτερο βῆμα εἶναι νὰ ζητήσωμε βοήθεια ἀπὸ τὸν σωστὸ ἰατρό, «τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων». Τὸ τρίτο, ἀφοῦ εὕρωμε τὴν θεραπεία, νὰ προσέξωμε «μηκέτι ἁμαρτάνωμεν, ἵνα μή τι χεῖρον ἡμῖν γένηται». Γιὰ νὰ μὴν ὑποτροπιάζωμε, λοιπόν, χρειάζεται νὰ μὴν λησμονοῦμε ποτὲ ὅτι εἴμαστε χρονίως νοσοῦντες καὶ ὅτι χρειαζόμαστε διαρκῶς θεραπευτικὴ ἀγωγὴ καὶ στήριξη παρὰ τοῦ μόνου ἀληθινοῦ καὶ δυνατοῦ, καὶ μάλιστα παντοδυνάμου, Σωτῆρα μας ἰατροῦ.
«Ὑγίωσον ἡμᾶς, Κύριε, ὡς τὸν Παράλυτον πρίν, ὡς ἄνβηματίζωμεν τὰς ὀρθούς σου τρίβους (=ὁδούς)»,καὶ νὰ μὴν παραλύσωμε ποτὲ ξανά! Γένοιτο! Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ανέστη!