Κανών α’ τῆς Ἀναλήψεως (Ιωάννου μοναχού)
Κανών α’, ᾨδὴ α’, τῆς Ἀναλήψεως
ᾌσωμεν πάντες λαοὶ τῷ ἐπὶ ὤμων Χερουβὶμ ἀναληφθέντι,
μετὰ δόξης Χριστῷ, καὶ συγκαθίσταντι ἡμᾶς ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός, ᾠδὴν ἐπινίκιον, ὅτι δεδόξασται.
Μετάφραση
Ας ψάλλουμε τον επινίκιο ύμνο όλοι οι λαοί σε αυτόν που αναλήφθηκε με όλη του την δόξα πάνω στους ώμους των Χερουβίμ, τον Χριστό, αυτόν που μας έβαλε να καθίσουμε στην δεξιά του Πατρός, γιατί είναι δοξασμένος.
Τὸν μεσίτην Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων Χριστόν, χοροὶ Ἀγγέλων θεασάμενοι μετὰ σαρκὸς ἐν ὑψίστοις ἐξεπλήττοντο· συμφώνως δὲ ἀνέμελπον, ὕμνον ἐπινίκιον.
Μετάφραση
Οι χοροί των Αγγέλων όταν είδαν τον μεσίτη Θεού και ανθρώπων, τον Χριστό, να στέκεται υψηλά με το σώμα του, έμειναν έκπληκτοι,
και όλοι μαζί με μια φωνή έψελναν το επινίκιο ύμνο.
Τῷ ὀφθέντι Θεῷ ἐπὶ τοῦ ὄρους Σινᾶ καὶ νόμον δόντι τῷ θεόπτῃ Μωσεῖ, τῶν Ἐλαιῶν ἐκ τοῦ ὄρους ἀναληφθέντι σαρκί, αὐτῷ πάντες ᾄσωμεν, ὅτι δεδόξασται.
Μετάφραση
Αυτόν που εμφανίστηκε στο όρος Σινά και έδωσε νόμο στον θεόπτη Μωυσή, και αναλήφθηκε με το σώμα του στο όρος των Ελαιών,
γι’ αυτόν όλοι ας ψάλλουμε, διότι είναι δοξασμένος.
Κανών α’, ᾨδὴ γ’, τῆς Ἀναλήψεως
Ἀνῆλθες Ζωοδότα Χριστέ, πρὸς τὸν Πατέρα καὶ ἀνύψωσας
ἡμῶν τὸ γένος φιλάνθρωπε τῇ ἀφάτῳ εὐσπλαγχνίᾳ σου.
Μετάφραση
Ζωοδότα Χριστέ, ανέβηκες προς τον Πατέρα και ανύψωσες
Φιλάνθρωπε, το γένος των ανθρώπων από απερίγραπτη ευσπλαχνία.
Αἱ τάξεις τῶν Ἀγγέλων, Σωτήρ, βροτείαν φύσιν θεασάμεναι συνανιοῦσάν σοι ἀπαύστως ἐκπληττόμεναι ἀνύμνουν σε.
Μετάφραση
Οι τάξεις των Αγγέλων, Σωτήρα μας, όταν είδαν την ανθρώπινη φύση σου να ανεβαίνει μαζί σου με ακατάπαυστη έκπληξη σε υμνούσαν.
Ἐξίσταντο Ἀγγέλων χοροί, Χριστὲ, ὁρῶντες μετὰ σώματος, ἀναληφθέντα, καὶ ἀνύμνουν, τὴν ἁγίαν σου Ἀνάληψιν.
Μετάφραση
Οι χοροί των αγγέλων έμεναν εκστατικοί βλέποντας, Χριστέ,
την ενσώματη ανάληψή σου και ανυμνούσαν την Αγία σου Ανάληψη.
Τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων, Χριστέ, φθορᾷ πεσοῦσαν ἐξανέστησας
καὶ τῇ ἀνόδῳ σου ὕψωσας καὶ σαυτῷ ἡμᾶς ἐδόξασας.
Μετάφραση
Την φύση των ανθρώπων, που έπεσαν στη φθορά, την αποκατέστησες
και με την άνοδό σου την εξύψωσες και μαζί σου δόξασες και εμάς.
Κοντάκιον τῆς Ἀναλήψεως (Ρωμανού του Μελωδού)
Ἦχος πλ. β’ Αὐτόμελον
Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν,
καὶ τὰ ἐπὶ γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις,
ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστέ ὁ Θεὸς ἡμῶν,
οὐδαμόθεν χωριζόμενος ἀλλὰ μένων ἀδιάστατος,
καὶ βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε·
Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν, καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.
Μετάφραση
Αφού εκπλήρωσες το σχέδιο της οικονομίας του Θεού
και αφού ένωσες τα επίγεια με τα ουράνια,
αναλήφθηκες μέσα σε δόξα, Χριστέ και Θεέ μας,
χωρίς ουδέποτε να χωριστείς
(από τα άλλα πρόσωπα της Αγ. Τριάδας)
αλλά παραμένοντας αδιάσπαστος
και φωνάζοντας σε αυτούς που σε αγαπούν
«Εγώ θα είμαι μαζί σας και κανένας δεν θα είναι εναντίον σας.
Κανών α’, ᾨδὴ δ’, τῆς Ἀναλήψεως
Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, ὁ τῶν Ἀγγέλων Βασιλεύς,
τὸν Παράκλητον ἡμῖν ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀποστεῖλαι.
Διὸ βοῶμεν· Δόξα Χριστὲ τῇ Ἀναλήψει σου.
Μετάφραση
Αναλήφτηκες μέσα σε δόξα, εσύ ο βασιλιάς των αγγέλων,
για να μας αποστείλεις από τον Θεό Πατέρα τον Παράκλητο,
γι’ αυτό και φωνάζουμε: «Δόξα, Χριστέ, στην Ανάληψή σου».
Ὡς ἀνῆλθεν ὁ Σωτήρ, πρὸς τὸν Πατέρα σὺν σαρκί,
κατεπλάγησαν αὐτῷ αἱ τῶν Ἀγγέλων στρατιαί καὶ ἐβόησαν·
Δόξα Χριστὲ τῇ, Ἀναλήψει σου.
Μετάφραση
Όταν ανέβηκε ο Σωτήρας μας μαζί με το σώμα του στον Θεό πατέρα,
έμειναν κατάπληκτοι γι’ αυτό οι στρατιές των Αγγέλων και φώναξαν:
«Δόξα, Χριστέ, στην Ανάληψή σου».
Αἱ τῶν Ἀγγέλων δυνάμεις, ταῖς ἀνωτέραις ἐβόων·
«Πύλας ἄρατε Χριστῷ, τῷ ἡμετέρῳ Βασιλεῖ, ὃν ἀνυμνοῦμεν
ἅμα σὺν Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι».
Μετάφραση
Οι αγγελικές δυνάμεις φώναζαν προς τις πιο πάνω δυνάμεις:
«Ανοίξτε τις πύλες στον βασιλιά μας, που τον υμνούμε
μαζί με τον Θεό πατέρα και το Άγιο Πνεύμα».
Κανών α’, ᾨδὴ ε’, τῆς Ἀναλήψεως
Πληρώσας εὐφροσύνης τὰ σύμπαντα, ἐλεῆμον,
ταῖς ἄνω δυνάμεσι μετὰ σαρκὸς ἐπεδήμησας.
Μετάφραση
Αφού γέμισες, Ελεήμον, τα πάντα από ευφροσύνη
έφυγες και ανέβηκες με το σώμα σου στις άνω δυνάμεις.
Ἀγγέλων αἱ δυνάμεις, αἰρόμενόν σε ἰδοῦσαι, τὰς πύλας,
ἐκραύγαζον, τῷ Βασιλεῖ ἡμῶν ἄρατε.
Μετάφραση
Οι αγγελικές δυνάμεις όταν σε είδαν να σηκώνεσαι,
κραύγαζαν: « Ανοίξτε τις πύλες στον Βασιλιά μας».
Ἀπόστολοι ἰδόντες ὑψούμενον, τὸν Σωτῆρα,
ἐν τρόμῳ ἐκραύγαζον· τῷ Βασιλεῖ ἡμῶν δόξα σοι.
Μετάφραση
Όταν οι Απόστολοι είδαν τον Σωτήρα να ανυψώνεται
φώναζαν με τρόμο: «Δόξα στον Βασιλιά μας».
Κανών α’, ᾨδὴ ς’, τῆς Ἀναλήψεως
Ἐσκίρτησαν Ἀπόστολοι ὁρῶντες μετάρσιον σήμερον
τὸν κτίστην αἰρόμενον ἐλπίδι τοῦ Πνεύματος,
καὶ φόβῳ ἔκραζον: «Δόξα τῇ ἀνόδῳ σου».
Μετάφραση
Σκίρτησαν από χαρά οι Απόστολοι βλέποντας σήμερα μετέωρο
τον Κτίστη να σηκώνεται με την ελπίδα του Αγίου Πνεύματος
και με φόβο φώναζαν: «Δόξα στην άνοδό σου».
Ἐπέστησαν οἱ Ἄγγελοι βοῶντες, Χριστέ, τοῖς Μαθηταῖς σου·
ὃν τρόπον κατείδετε, Χριστὸν ἀνερχόμενον,
σαρκὶ ἐλεύσεται, δίκαιος πάντων κριτής.
Μετάφραση
Παρουσιάστηκαν οι Άγγελοι φωνάζοντας, Χριστέ, στους Μαθητές σου:
«με όποιο τρόπο βλέπετε τον Χριστό να ανεβαίνει,
θα έρθει με το σώμα του ως δίκαιος κριτής των πάντων».
Ὡς εἶδόν σε, Σωτὴρ ἡμῶν, δυνάμεις αἱ οὐράνιαι, εἰς ὕψος αἰρόμενον σύσσωμον, ἐκραύγαζον λέγουσαι· μεγάλη Δέσποτα ἡ φιλανθρωπία σου.
Μετάφραση
Όταν σε είδαν, Σωτήρα μας, οι ουράνιες δυνάμεις να σηκώνεσαι σε ύψος σύσσωμος κραύγαζαν λέγοντας: «Μεγάλη είναι, Δέσποτα, η φιλανθρωπία σου».
Κανών α’, ᾨδὴ ζ’, τῆς Ἀναλήψεως
Ὁ ἐν νεφέλῃ φωτός ἀναληφθεὶς καὶ σώσας κόσμον,
εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὁ τῶν πατέρων ἡμῶν.
Μετάφραση
Αυτός που αναλήφθηκε σε νεφέλη φωτός και έσωσε τον κόσμο
είναι ο ευλογημένος Θεός των πατέρων μας.
Ἐπὶ τῶν ὤμων Χριστέ τὴν πλανηθεῖσαν ἄρας φύσιν,
ἀναληφθείς τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ προσήγαγες.
Μετάφραση
Αυτός που σήκωσε στους ώμους του την πλανημένη ανθρώπινη φύση
και αναλήφθηκε, την έφερε μπροστά στον Θεό και Πατέρα μας.
Ὁ ἀνελθὼν ἐν σαρκί, πρὸς τὸν ἀσώματον Πατέρα,
εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.
Μετάφραση
Αυτός που ανέβηκε με το σώμα του στον ασώματο Πατέρα
είναι ο ευλογημένος Θεός των πατέρων μας.
Τὴν νεκρωθεῖσαν ἡμῶν τῇ ἁμαρτίᾳ φύσιν ἄρας
τῷ σῷ ἰδίῳ Πατρὶ Σῶτερ προσήγαγες.
Μετάφραση
Εσύ που σήκωσε στους ώμους σου την νεκρωμένη λόγω της αμαρτίας ανθρώπινη φύση μας, την έφερες, Σωτήρα μας, στον δικό σου Πατέρα.
Κανών α’, ᾨδὴ η’, τῆς Ἀναλήψεως
Τὸν ἐν δυσὶ ταῖς οὐσίαις ἀναστάντα ζωοδότην Χριστόν
εἰς οὐρανοὺς μετὰ δόξης καὶ Πατρὶ συγκαθεζόμενον,
ἱερεῖς ὑμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
Μετάφραση
Τον ζωοδότη Χριστό με τις δυο ουσίες, που αναστήθηκε
στους ουρανούς με δόξα και κάθεται μαζί με τον Πατέρα,
ιερείς υμνείτε, λαός υπερυψώνετε σε όλους τους αιώνες.
Τὸν ἐκ δουλείας τὴν κτίσιν τῶν εἰδώλων λυτρωσάμενον,
καὶ παραστήσαντα ταύτην ἐλευθέραν τῷ ἰδίῳ Πατρί,
σὲ, Σωτὴρ, ὑμνοῦμεν καὶ σὲ ὑπερυψοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
Μετάφραση
Εσένα που λύτρωσες την κτίση από την δουλεία των ειδώλων
και την παρουσίασες ελεύθερη στον δικό σου Πατέρα, Εσένα,
Σωτήρα μας, σε υμνούμε και υπερυψώνουμε σε όλους τους αιώνες
Τὸν τῇ αὐτοῦ καταβάσει, καθελόντα τὸν ἀντίπαλον,
καὶ τῇ αὐτοῦ ἀναβάσει, ἀνυψώσαντα τὸν ἄνθρωπον,
ἱερεῖς ὑμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
Μετάφραση
Αυτόν που με την κάθοδό του κατέβαλε τον αντίπαλο
και με την άνοδό του ανύψωσε τον άνθρωπο,
ιερείς υμνείτε, λαός υπερυψώνετε σε όλους τους αιώνες.
Κανών α’, ᾨδὴ θ’, τῆς Ἀναλήψεως
Σὲ τὸν λυτρωτὴν τοῦ κόσμου, Χριστὸν τὸν Θεόν,
οἱ Ἀπόστολοι βλέποντες, ἐνθέως ὑψούμενον,
μετὰ δέους σκιρτῶντες ἐμεγάλυνον.
Μετάφραση
Εσένα τον λυτρωτή του κόσμου, Χριστό και Θεό,
οι Απόστολοι βλέποντάς σε με θεϊκό τρόπο να ανυψώνεσαι
με φόβο αλλά και μεγάλη χαρά σε δοξολογούσαν.
Σοῦ τὴν θεωθεῖσαν σάρκα ὁρῶντες Χριστέ ἐν τῷ ὕψει οἱ Ἄγγελοι, ἀλλήλοις διένευον· Ἀληθῶς οὗτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν.
Μετάφραση
Εκεί στα ύψη οι άγγελοι, όταν έβλεπαν, Χριστέ μου, την θεωμένη σου σάρκα συγκατένευαν μεταξύ τους και έλεγαν: «Αληθινά, αυτός είναι ο Θεός μας».
Σὲ τῶν ἀσωμάτων τάξεις Χριστὲ ὁ Θεός, ἐν νεφέλαις αἰρόμενον ἰδοῦσαι ἐκραύγαζον· τῷ τῆς δόξης Βασιλεῖ πύλας ἄρατε.
Μετάφραση
Οι τάξεις των ασωμάτων δυνάμεων, Χριστέ και Θεέ μας, όταν σε είδαν να αιωρείσαι, κραύγαζαν; «Ανοίξτε τις πύλες για τον Βασιλιά της δόξας.
Σὲ τὸν καταβάντα ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς καὶ τὸν ἄνθρωπον σώσαντα, καὶ τῇ ἀναβάσει σου ἀνυψώσαντα, τοῦτον μεγαλύνομεν.
Μετάφραση
Εσένα που κατέβηκες έως τα έσχατα της γης και έσωσες τον άνθρωπο
και με την άνοδό σου τον ανύψωσες, αυτόν δοξολογούμε.