(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Περί της καρποφορησάσης ράβδου
Kαθώς μας διηγήθηκε ο αββάς Κασσιανός, ένας άγιος Γέροντας είχε για βοηθό στα γεράματά μια ευλογημένη μοναχή.
Αλλά οι άνθρωποι που την έβλεπαν κοντά του άρχισαν να σχολιάζουν και να κατηγορούν: “δεν είναι δυνατόν να είναι καθαροί…”.
Ο Γέροντας το άκουσε, μα δεν είπε τίποτε. Όταν, όμως, πλησίαζε η ώρα του ν’ αναπαυτεί, φώναξε τους άλλους μοναχούς κοντά του και τους είπε:
– Μόλις πεθάνω, αδελφοί μου, πάρτε τούτο το ραβδί μου, που το ‘χω τόσα χρόνια σύντροφο και στήριγμα, και φυτέψετέ το πάνω στον τάφο μου· κι αν δήτε πως εβλάστησε κ’ έκαμε καρπό, από το αποτέλεσμα να γνωρίσετε όλοι σας, πως είμαι καθαρός από τη μοναχή που με διακονεί· αν πάλι δεν βλαστήσει, θα καταλάβετε πως αμάρτησα κ’ έπεσα μαζί της.
Όταν εκοιμήθη ο Γέροντας, οι μοναχοί εφύτεψαν, όπως τους είπε, το ραβδί πάνω στον τάφο του.
Και, ω του θαύματος! την τρίτη μόλις μέρα, εβλάστησε και ανθοβόλησε για να καρπίσει.
Και το είδαν και εθαύμασαν, και δόξασαν όλοι το Θεό.
Από το βιβλίο του Π.Β. Πάσχου, «Νέο Μητερικό, Άγνωστες και θαυμαστές ιστορίες για γυναίκες της ερήμου και της πόλης», των εκδόσεων Ακρίτας. Επιστημονική επιμέλεια Κωνσταντίνος Ι. Μπελέζος.