Τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀνεστραμμένης ὁδοῦ τοῦ Κυρίου (Πράξ. 20,16-18· 28-36)

Ὁ Θεός μας δὲν εἶναι κάποια ἀόριστη καὶ ἀπρόσωπη ὑπέρτατη δύναμη. Ἤδη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀποκαλύπτεται ὡς προσωπικὸς καὶ ζῶν, «ὁ Θεὸς Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ» (Ἔξ. 3,16). Ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἐπεδήμησε στὴ γῆ καὶ μετέδωσε στοὺς ἀνθρώπους τὸν λόγο τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Ἔγινε ὁ «Πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» (Ἡσ. 9,6.). Ἀπὸ Αὐτὸν «πᾶσα πατριὰ ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς ὀνομάζεται» (Ἐφ. 3,15). Στὴν Καινὴ Διαθήκη Πατέρες ἀπέβησαν κατεξοχὴν οἱ Ἀπόστολοι. Καὶ αὐτοὶ διέτρεξαν ὅλη τὴν οἰκουμένη σπέρνοντας τὴν ἄφθαρτη σπορὰ τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ προσαγορεύεται «Ἀποστολική».

Ἡ σημερινὴ περικοπὴ τῶν Πράξεων ἀφηγεῖται γεγονότα λίγο πρὶν τὴν τελικὴ σύλληψη τοῦ Παύλου. Ὁ Ἀπόστολος μὲ καθορισμὸ εἶχε στηρίξει τὸ πρόσωπό του πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα νὰ ἑορτάσει ἐκεῖ τὴν Πεντηκοστή. Συνεχόταν ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία «εἰς τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι» (Φιλιπ. 1,23). Ἐπέμενε «ἐν τῇ σαρκὶ» χάριν τοῦ καταρτισμοῦ τῶν πιστῶν. Κάποιος προφήτης ἀπὸ τὴν Ἰουδαία, ὁ Ἄγαβος, προεῖπε ἐναργῶς ὅτι ὁ Παῦλος ἔμελλε νὰ συλληφθεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ παραδοθεῖ «εἰς χεῖρας ἐθνῶν». Οἱ Χριστιανοὶ τότε ἐπεχείρησαν νὰ ἀποτρέψουν τὸν Ἀπόστολο νὰ ἀνεβεῖ στὴν ἁγία πόλη. Ὁ Παῦλος ὅμως ἀπήντησε: «Οὐ μόνον δεθῆναι, ἀλλὰ καὶ ἀποθανεῖν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἑτοίμως ἔχω ὑπὲρ τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ» (Πράξ. 21,10-13). Διῆγε ὡς «δέσμιος Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 3,1) καὶ ὅπου ὑπάρχει αὐτὸ τὸ «δέσιμο», ἐκεῖ καρποφορεῖ πλουσίως ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Παῦλος συνεκάλεσε τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσου. Τοὺς παρέδωσε τὶς ὕστατες νουθεσίες ἀλλὰ ἐπίσης τοὺς προειδοποίησε καὶ τοὺς προετοίμασε γιὰ τὶς ἐπερχόμενες δοκιμασίες. Γιὰ τὸν Παῦλο ἡ παραμέληση τῆς Ἐκκλησίας ἰσοδυναμοῦσε μὲ περιφρόνηση τοῦ τιμίου Αἵματος τοῦ Παντοκράτορος Ἰησοῦ μὲ τὸ ὁποῖο ἐξαγόρασε τὸν λαό Του. Ὁ Ἀπόστολος ἔχοντας ὁλοκληρώσει τὴν τελευταία διδαχή του, παρέθεσε τοὺς μαθητές του στὸν Θεὸ καὶ στὸν λόγο τῆς χάριτος Αὐτοῦ. Γονάτισε στὴ γῆ καὶ ἄρχισε νὰ προσφέρει τὴν ἀποχαιρετιστήριο προσευχή, κατὰ μίμηση τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος μετὰ τὰ ζωηφόρα ρήματα στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο ἀνέπεμψε στὸν Θεὸ Πατέρα τὴν ἀρχιερατική Του προσευχή. Οἱ πιστοὶ ἔπιπταν στὸν τράχηλο τοῦ Παύλου καὶ τὸν καταφιλοῦσαν.

Ἀναφύεται βεβαίως τὸ ἐρώτημα: Πῶς οἱ πτωχοὶ καὶ ἀγράμματοι ἁλιεῖς μεταποιήθηκαν σὲ Πατέρες καὶ διδασκάλους τῆς οἰκουμένης στὰ πέρατα τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου; Οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν τὰ ἀκριβέστερα μιμήματα τοῦ Διδασκάλου Χριστοῦ. Θὰ εὕρουμε λοιπὸν τὴν ἀπάντηση τῆς ἐρωτήσεως στὸ Πρόσωπο καὶ στὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ὁ προφήτης Ἡσαΐας προανήγγειλε ὅτι ὁ λόγος ποὺ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπιστρέφει κενός, προτοῦ ἐπιτελέσει τὸ ἔργο του (Ἡσ. 55,10). Κατεξοχὴν Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος ἦλθε στὴ γῆ, ἐνανθρώπησε καὶ δὲν ἐπέστρεψε στοὺς κόλπους τοῦ Οὐρανίου Πατρός, πρὶν νὰ τελειώσει τὸ ἔργο τῆς ὑπακοῆς Του πρὸς Αὐτόν, τὴ φρικτὴ Οἰκονομία γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου.

Ἄξονας ὅλων τῶν θείων χαρισμάτων εἶναι ἡ κατάβαση καὶ ἡ ἀνάβαση τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδός, γιὰ νὰ εὕρει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἐκπλήρωση τοῦ προορισμοῦ του. Στὴν κενωτικὴ ὁδὸ ἐνεργεῖται ὁ ἀποστολικὸς πλατυσμός. Ὁ Παῦλος ἀφότου γνώρισε τὸν ἀπείρως ἀγαπῶντα Χριστὸ στὴν ὁδὸ πρὸς Δαμασκό, προσέφερε μετάνοια «μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς καὶ δακρύων» (Ἑβρ. 5,7). Δὲν μποροῦσε νὰ λησμονήσει ὅτι «ἐδίωξε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ» (Α’ Κορ. 15,9), ὅτι ὑπῆρξε «βλάσφημος καὶ… ὑβριστής» (Α’ Τιμ. 1,13).

Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἡ πρώτη κίνηση στὴν ὁδὸ πρὸς τὰ κάτω εἶναι ἡ μετάνοια. Μὲ τὴ μετάνοια καθαρίζει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ προσκόμματα ποὺ παρακωλύουν τὴ σκήνωση τῆς θείας ἀγάπης στὴν καρδιά του.  Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ «νοῦν Χριστοῦ» (Α’ Κορ. 16,3). Τὰ νοήματα καὶ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ γίνονται δικά του. Ποιά εἶναι ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ; Ἡ σωτηρία πάντων. Γι’ αὐτὸ δὲν ἦλθε στὴ γῆ; Γι’ αὐτὸ δὲν πέθανε μὲ ἀτιμωτικὸ θάνατο; Γιὰ νὰ λυτρώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ φθορά, δὲν ἔχυσε τὸ τίμιο Αἷμα Του;

Γιὰ ὅποιον ἀποκτήσει τὴν κατάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀρχίζει μεγάλο μαρτύριο. Ὁ Χριστὸς τοῦ διανοίγει τοὺς νοεροὺς ὀφθαλμούς, γιὰ νὰ ἀντικρίσει ἀφενὸς τὸ θεσπέσιο μεγαλεῖο γιὰ τὸ ὁποῖο προόρισε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀφετέρου τὴν οἰκτρὴ πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ θεράπων τῆς θείας ἀγάπης ἀγαπᾶ ὅλον τὸν κόσμο καὶ συνέχεται γιὰ τὴ σωτηρία πάντων.

Ὁ μέγας Παῦλος συνεχόμενος ἀπὸ τὸν πόθο τῆς πάγκοινης σωτηρίας «τοῖς πᾶσι γέγονε τὰ πάντα» (Α’ Κορ. 9,22). Ὁ Παῦλος καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι ἀκολούθησαν τὸν Κύριο στὴν κατάβαση καὶ στὴν ἀνάβασή Του. Ἡ καρδιά τους πλατύνθηκε. Πρὶν κηρύξουν σὲ ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς γῆς τὸ «σωτήριον» τοῦ Χριστοῦ, εἶχαν κάνει αὐτοὺς τοὺς λαοὺς περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς τους. Τὸ ὑπόδειγμά τους διατυπώνει νόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταδώσει κάποιος χάρισμα πνευματικὸ στὸν συνάνθρωπό του, ἐὰν δὲν τὸν ἔχει πρῶτα περιπτυχθεῖ ἀγαπητικὰ μέσα στὴν καρδιά του.

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς μεταστροφῆς του ὁ Παῦλος κατέστησε τὸν Χριστὸ ὡς τὸ κέντρο τῆς ζωῆς του. Θεώρησε καθετὶ ἄλλο ὡς «σκύβαλα» (Φιλιπ. 3,8). Μόνον ἕνας διπλὸς πόθος τὸν συνεῖχε, «εἴτε διὰ ζωῆς εἴτε διὰ θανάτου» νὰ μεγαλυνθεῖ ὁ Χριστὸς στὸ πρόσωπό του (Φιλιπ. 1,20) καὶ νὰ εἰσέλθει κάθε ἄνθρωπος στὴ Βασιλεία τῆς ἄμωμης ἀγάπης Του. Ὁ Χριστὸς τὴ νύκτα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου προσευχόταν πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα. Θεωροῦσε ὡς δόξα Του τὴ δόξα ποὺ ἔμελλε νὰ λάβουν ὅσοι πιστεύσουν σὲ Αὐτόν, τὴ δόξα ποὺ πήγασε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Ὁμοίως, γιὰ τὸ λαμπρὸ μίμημά Του, τὸν μέγα Παῦλο, πλοῦτος καὶ χάρη ἦταν ἡ χάρη ποὺ προσελάμβαναν οἱ μαθητές του. Γι’ αὐτὸ ἔλεγε στοὺς Θεσσαλονικεῖς: «Νῦν ζῶμεν, ἐὰν ὑμεῖς στήκητε ἐν Κυρίῳ» (Α’ Θεσ. 3,8).

* * *

Ἐρώτηση: Τί σημαίνει ὅτι «ὅπου ὑπάρχει δέσιμο, ἐκεῖ ἐνεργεῖ πλουσίως ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ»;

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας: Ὁ Ἀπόστολος λέει ὅτι ὁ Χριστός, «ἀναβὰς εἰς ὕψος, ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν» (Ἐφ. 4,8), δηλαδή, ἐλευθέρωσε τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὴν δυναστεία τοῦ διαβόλου. Ἡ Χριστιανικὴ ζωή, στὴν οὐσία, πρέπει νὰ εἶναι μιὰ αἰχμαλωσία. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν καταφέρει νὰ αἰχμαλωτίσει τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του στὸν λόγο καὶ στὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ἂν δὲν ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴ δυναστεία τῆς ἁμαρτίας, δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χριστιανικά, οὔτε νὰ τρέχει ὁσίως καὶ δικαίως πίσω ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸ τῆς πίστεώς του, τὸν Χριστό (Ἑβρ. 12,2). Μόνο ὁ αἰχμάλωτος στὸν πόθο τοῦ Θεοῦ τρέχει μὲ χαρὰ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας καὶ ἀκολουθεῖ τὸν Χριστὸ χωρὶς κόπο, διότι ἡ χάρη κοπιάζει γι’ αὐτόν (Α’ Κορ. 15,10). Εἶναι τόσο μεγάλη ἡ κλίση τοῦ Χριστιανοῦ πού, ἂν δὲν παραδοθεῖ στὴν ἱερὰ καὶ ὑπέροχη αὐτὴ πνευματικὴ αἰχμαλωσία, κυριολεκτικὰ καὶ ὁλοκληρωτικά, δὲν θὰ μπορέσει νὰ ἀνταποκριθεῖ ἐπάξια στὴν κλίση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.

Ὅλη ἡ οἰκονομία τοῦ Κυρίου γιὰ τὴ σωτηρία ἦταν ἀγῶνας ἕλξεως. Δὲν ἦλθε στὴ γῆ νὰ ἐπιβάλλει τὴν ὁδό του, ἀλλὰ νὰ Τὴν ἀποκαλύψει. Ὁ Ἴδιος εἶπε: «κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς Ἐμαυτόν» (Ἰω. 12,32). Μὲ αὐτὸν τὸν τέλειο τρόπο, ἐκπλήρωσε θεοπρεπῶς ἐκεῖνα ποὺ εἶχε ὁ Θεὸς στὴν Πρόνοιά Τοῦ «πρὸ χρόνων αἰωνίων» γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Γενικὰ στὴ ζωή μας, αὐτὸ ποὺ τὴν δυσχεραίνει εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐπιβάλλεται, ἀλλὰ ἀποκαλύπτεται σὲ ἐμᾶς μὲ ποικίλο τρόπο καὶ ἀναμένει ἐμεῖς νὰ ἐκτιμήσουμε τὴν ἀποκάληψη αὐτή, νὰ ἑλκυσθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ὑπέροχο πνεῦμα ποὺ τὴν διακρίνει, καὶ ἔτσι νὰ ἐπιτύχουμε τὸν μεγάλο σκοπὸ ποὺ ἔβαλε ὁ Θεὸς γιὰ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο.

Ἐρώτηση: Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος θέτει ὡς πρώτη προϋπόθεση τῆς μετανοίας τὴν πίστη στὴ Θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐσεῖς εἴπατε ὅτι χωρὶς ὀρθὴ πίστη δὲν μπορεῖ νὰ εὔρει ὁ ἄνθρωπος τὴν καρδιά του. Θὰ μπορούσατε νὰ μᾶς ἐξηγήσετε τὴ σχέση τῆς πίστεως μὲ τὴν καρδιακὴ βιωτή;

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας: Χωρὶς πίστη δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ πραγματοποιήσει τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς του, διότι μὲ τὴν πίστη λαμβάνει χάρη. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δεχθεῖ τὸν λόγο τῆς πίστεως, ἡ χάρη ἑλκύει τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ ἐπιτελέσει «ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» καθ’ ἑκάστη (Β’ Κορ. 7,1) καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει τὸ μεγαλεῖο τῆς κλήσεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἄκρα πτωχεία καὶ ἀποξένωσή του ἀπὸ Αὐτόν. Τότε ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται τρόπον τινὰ διχασμένος. Βλέπει τὸ τέλειο, τὸ ἅγιο, τὸ ὑπερφυσικό, τὸ αἰώνιο νὰ τὸν ἑλκύει καὶ νὰ τὸν καλεῖ σὲ ἕνωση μαζί του∙ βλέπει καὶ τὴ ζωή του στὸ φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ καὶ βάζει τὸν ἑαυτό του ἐλευθέρως στὴν κρίση τῶν ἐντολῶν Του. Τότε γεννιέται μέσα του ὁ σφοδρὸς πόθος τῆς μετανοίας, ὁ πόθος νὰ κάνει τὰ πάντα γιὰ νὰ σταθεῖ σὲ αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς οἰκονόμησε νὰ τοῦ γνωρίσει.

Συνεπῶς, ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται σὲ μετάνοια ὅταν δεῖ τὸ ὑπέροχο τῆς τελειότητας καὶ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ συγκρίνει μὲ τὴ δική του φθαρτότητα καὶ χθαμαλότητα. Χωρὶς αὐτὴ τὴ διπλῆ θεωρία, δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ προσφέρει ἀληθινὴ μετάνοια∙ καὶ χωρὶς μετάνοια δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθει στὴν καρδιά του. Ἐνῶ ὅταν ἡ μετάνοια γίνει σφοδρὴ, τότε ἡ καρδιὰ ἐλευθερώνεται ἀπὸ ὅλες τὶς προσκολλήσεις της καὶ στρέφεται ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεό. Ὁ Θεὸς ἀρέσκεται νὰ κατοικεῖ σὲ τέτοιες ἐλεύθερες καρδιές, στραμμένες μὲ πόθο καὶ εὐλάβεια πρὸς Αὐτόν.

Ἐρώτηση: Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Πεντηκοστὴ τοῦ ἀνθρώπου βρίσκεται στὴν κορυφὴ τῆς ἀνεστραμμένης πυραμίδος; Πῶς φθάνουμε ἐκεῖ στὴν καθημερινή μας ζωή;

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας: Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος τὸ ἐξέφρασε μὲ μιὰ πρόταση: «Ὅσοι ἄγονται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, δὲν παύουν νὰ μέμφονται τὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ πορεύονται πρὸς τὰ κάτω»∙ δὲν παύουν δηλαδὴ νὰ τοποθετοῦν τὸν ἑαυτό τους στὴν ταπεινὴ ὁδὸ ποὺ χάραξε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν κατάβαση καὶ τὴν ἀνάβασή Του. Ἑπομένως, ὁ ἄνθρωπος θὰ βρεῖ τὸν Θεὸ καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ θὰ ὁδηγηθεῖ ἀπὸ Αὐτὸν μόνο ὅταν γνωρίσει τὴν ὁδὸ τοῦ Χριστοῦ, ὅταν τὴν βαδίσει καὶ ἀποκτήσει τὸ Πνεῦμα αὐτῆς τῆς ὁδοῦ. Τότε ὁ Κύριος, ποὺ εἶναι ἡ Ὁδός (Ἰω. 14,6), γίνεται συνοδοιπόρος τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ μεταδίδει τὴ δική Του κατάσταση καὶ χάρη.

Ὅταν φθάσει στὴν κορυφὴ τῆς ἀνεστραμμένης πυραμίδος, ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου πλαταίνεται ἀπὸ τὴ συμπόρευση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ δέχεται τὸν κύριο πόθο Του γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, πόθος ποὺ Τὸν ἔφερε στὴ γῆ, Τὸν ἀνέβασε στὸν Γολγοθᾶ καὶ μετὰ Τὸν κατέβασε ἀκόμη καὶ στὰ καταχθόνια. Ὅσοι λοιπὸν γνωρίζουν αὐτὴ τὴν ὁδὸ, δέχονται τὸν πλατυσμὸ τῆς καταστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τότε ἀρχίζει στὴ ζωή τους μιὰ ἄλλη φοβερὴ διακονία, ἡ διακονία τῶν Ἁγίων, ἡ πρεσβεία ὑπὲρ τῆς σωτηρίας ὅλου τοῦ κόσμου.

Ἐρώτηση: Εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσει κανεὶς τὴν Πεντηκοστὴ χωρὶς νὰ περάσει ἀπὸ τὸν πνευματικὸ συσσεισμό;

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας: Δὲν εἶναι δυνατόν. Καὶ ἡ Καινὴ καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη λένε ὅτι «διὰ πολλῶν παθημάτων δεῖ εἰσελθεῖν ἡμᾶς εἰς τὴν κατάπαυσιν τοῦ οὐρανοῦ» (Ψαλμ. 33,20∙ Πράξ. 14,22). Τὰ παθήματα ἀποδεσμεύουν τὴν καρδιὰ ἀπὸ κάθε προσκόλληση στὴ ματαιότητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Τότε ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ μὲ ἐλεύθερη καρδιὰ νὰ στραφεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεό, ἀπὸ τὸν Ὁποῖον προσδοκᾶ τὰ πάντα. Χωρὶς συσσεισμὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει τύπος Πεντηκοστῆς.

Οἱ μοναχοὶ ζοῦν στὸν κανόνα τῆς προσευχῆς τους καὶ στὴν ὑπακοή τους τὸν πνευματικὸ συσσεισμό, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ ἡ ἄφθαρτη παράκληση τοῦ αἰωνίου Πνεύματος. Ὑπάρχουν δύο εἴδη μετανοίας. Τὸ ἕνα εἶδος εἶναι ὅταν ἔλθουμε σὲ ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς πτωχείας μας καὶ τῆς ἀποξενώσεώς μας ἀπὸ τὸν Ἅγιο τῶν Ἁγίων καὶ προσφέρουμε δέηση μετὰ κλαυθμοῦ καὶ πολλῶν δακρύων στὸν Θεό, γιὰ νὰ μᾶς καθαρίσει ἀπὸ τὸν λιμὸ τῆς ἁμαρτίας. Μόνο τότε ὁ ἄνθρωπος  μπορεῖ νὰ γίνει δοχεῖον τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ πιστοποιοῦν τὴ σωτηρία του. Δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀνήκει στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἂν δὲν κατέχει πνευματικὸ χάρισμα.

Τὸ δεύτερο εἶδος εἶναι ἐντελῶς διαφορετικό. Ἐκφράζεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς περιόδου ἀπὸ τὸ Πάσχα μέχρι τὴν Πεντηκοστὴ. Εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ συνεχῶς γιὰ τὴ χάρη τῆς Ἀναστάσεως τὴν ὁποία πήραμε τὴ νύχτα τοῦ Πάσχα, γιὰ τὴ μεγάλη θυσία ποὺ προσέφερε γιὰ χάρη μας στὸν Γολγοθᾶ καὶ γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες Του, μὲ τὶς ὁποῖες ἀκατάπαυστα περιποιεῖται τὴ ζωή μας. Καὶ ὅσο εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ, τόσο αὐξάνει ὁ πόθος μας νὰ Τὸν εὐχαριστήσουμε ὅλο καὶ πιὸ τέλεια, διότι εἶναι τὸ μόνο ποὺ ἀξίζει στὴ ζωή μας.

Τότε φθάνουμε σὲ ἕνα σημεῖο, ποὺ θέλουμε νὰ  προσφέρουμε στὸν Θεὸ μιὰ τέλεια καὶ πλήρη εὐχαριστία∙ ὅμως, βλέπουμε ὅτι δὲν ἐπαρκοῦμε. Τότε ἀρχίζει ἡ μετάνοια ἀπὸ εὐγνωμοσύνη καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν εὐεργέτη Θεό, ποὺ ἐπίσης συσσύει τὸν ἄνθρωπο κυριολεκτικά, ἴσως πιὸ πολὺ καὶ ἀπὸ τὴ μετάνοια ποὺ προσφέρει γιὰ νὰ ὑπερβεῖ τὴν πνευματική του πτωχεία. Καὶ οἱ δύο μετάνοιες καταλήγουν στὸ ἴδιο συμπέρασμα, στὴν ἴδια ἀνάγκη: νὰ προσφέρει στὸν Θεὸ ὅ,τι τελειότερο καὶ ὅ,τι πολυτιμότερο ἔχει στὴ ζωή του, καὶ ἀντὶ αὐτοῦ νὰ λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐπίσης ὅλα «τὰ τοῦ Θεοῦ», τὴ χάρη τῆς υἱοθεσίας. «Πάντα τὰ Ἐμὰ σά ἐστιν» (Λουκ. 15,31).

Ἐρώτηση: Γιὰ τὸν μοναχὸ αὐτὸς ὁ συσσεισμὸς μπορεῖ νὰ προκληθεῖ ἀπὸ μιὰ δύσκολη διακονία, ἢ αὐτὸ ἀφορᾶ κάθε πλευρὰ τῆς ὑπακοῆς;

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας: Ἀφορᾶ κάθε πλευρὰ τῆς ὑπακοῆς. Ὅπως ἐξηγοῦσε ὁ Γέροντας σὲ μιὰ νεαρὴ φοιτήτρια, πρέπει νὰ μετατρέπουμε σὲ προσευχὴ κάθε πόνο, κάθε κατάνυξη καὶ συντριβὴ ποὺ φέρνει τὸ κλάμα. Τότε θὰ ἐπέλθει τὸ ποθητὸ τέλος· ἡ θεία παράκληση, ποὺ εἶναι μιὰ προκαταρτικὴ γνώση καὶ γεύση τῆς τέλειας ἐλευθερίας ποὺ δίνει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, ἐὰν ὁ μοναχὸς δεχθεῖ τὴν ὑπακοὴ μὲ ταπεινὸ πνεῦμα καὶ μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιτελέσει τὸ ἔργο τῆς ὑπακοῆς του χάρη τῆς ἐντολῆς ποὺ ἔλαβε, θὰ ἔχει μεγάλη ὠφέλεια. Δὲν ἔχει σημασία γιὰ ποιόν λόγο ἀρχίζει∙ πόνος νὰ εἶναι καὶ ἐμεῖς ἂς τὸν κάνουμε προσευχή.

Ἐρώτηση: Τί εἶναι τὸ «πνεῦμα εὐθὲς» (Ψαλμ. 50,12) ποὺ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἐγκαινίσει μέσα μας;

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας: Εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Εἶναι «εὐθὲς» διότι δὲν κλίνει οὔτε ἀριστερὰ οὔτε δεξιά. Εἶναι ἀκάθεκτα στραμμένο πρὸς τὴν ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.

Ἐρώτηση: Ποιές εἶναι οἱ προϋποθέσεις γιὰ νὰ καρποφορήσει πλουσίως ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιά;

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας: Πρῶτον, εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ∙ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀγαπᾶ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ Τὸν φοβᾶται καὶ δὲν θέλει νὰ λυπήσει τὸ Πνεῦμα Του. Δεύτερον, εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς συντριβῆς ποὺ ἔρχεται ὅταν ὁ ἄνθρωπος προσεγγίζει τὸν Θεὸ μὲ αὐτομεμψία. Συνεχῶς παίρνει τὸ πταῖσμα ἐπάνω του καὶ δίνει δόξα στὸν Θεὸ γιὰ τὴν τέλεια καὶ σωτήρια δικαιοσύνη Του. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, γίνεται κατάλληλος γιὰ τὴν ἐνοίκηση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ μέσα του. Οἱ ἅγιοι Πατέρες λένε ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μὲ βαθιὰ μετάνοια καὶ πολλὰ δάκρυα, ἀνοίγει τὸ στόμα του καὶ ἑλκύει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ (Ψαλμ. 118,131). Τότε ἡ καρδιὰ καθαίρεται καὶ γίνεται ὅλο καὶ πιὸ κατάλληλη γιὰ τὴ γνώση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ἐνοίκησή του στὴν καρδιά, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ μετάδοσή του στοὺς ἀδελφούς.

Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει Ἅγιο Πνεῦμα δὲν ἐκφέρει «λόγον σαπρὸν», ἀλλὰ προσφέρει «λόγον ἀγαθόν», ποὺ πληροφορεῖ μὲ χάρη τὶς καρδιές τῶν ἀκουόντων γιὰ τὴν σωτηρία καὶ τὴν οἰκοδομή τους (Ἐφ. 4,29). Βλέπετε, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε χωρὶς θεολογία, δηλαδὴ χωρὶς προσευχή. Ὁ Χριστιανὸς εἶναι ὂν θεολογικό. Ἀκόμη καὶ ὅταν λέμε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», θεολογοῦμε, ἐφόσον ὁμολογοῦμε τὴ Θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐμπιστευόμαστε τὴ δωρεὰ τῆς σωτηρίας Του. Πολλὲς ἀλήθειες κρύβονται μέσα σὲ αὐτὴ τὴ σύντομη προσευχή. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες συνήθιζαν νὰ ἐπαναλαμβάνουν ὅτι «ἂν εἶσαι θεολόγος, προσεύχεσαι ἀληθινά· καὶ ἂν προσεύχεσαι ἀληθινά, εἶσαι θεολόγος».

Ἐρώτηση: Γιατί ἔθεσε ἡ Ἐκκλησία νὰ διαβάζεται σήμερα αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ μᾶς θυμίζει τὴν ἄκρα ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο;

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας: Μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε ὅτι δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει ὀρφανοῦς (Ματθ. 28,20). Καὶ ὅμως, 10 μέρες πρὶν τὴν Πεντηκοστὴ γίνεται ἡ Ἀνάληψη, μὲ τὴν ὁποία ἐπιτείνεται ὁ πόθος καὶ ἡ προσδοκία τῶν μαθητῶν γιὰ νὰ λάβουν τὴν Ἐπαγγελία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴν ἐνίσχυση αὐτοῦ τοῦ πόθου συμβάλλει ἡ ἀνάγνωση τῶν Εὐαγγελίων καὶ τοῦ Ἀποστόλου, οἱ ὕμνοι καὶ ἡ κάθε προσευχή τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς μαθητές Του νὰ μείνουν στὴν Ἱερουσαλὴμ προσευχόμενοι καὶ νὰ μὴν χωρίζονται μέχρι νὰ ἐνδυθοῦν δύναμη ἐξ ὕψους (Λκ. 24,49). Ἤθελε νὰ τοὺς ἐνισχύσει μὲ αὐτὴ τὴ δωρεὰ γιὰ νὰ εἶναι τέλειοι, πνευματοκίνητοι, νὰ τοὺς ὁδηγεῖ τὸ Πνεῦμα Του «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω. 16, 13), δηλαδὴ στὴν τελείωση τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Χριστό. Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο μιλάει μὲ τρόπο, ὥστε νὰ φθάσουν οἱ μαθητὲς στὴν Πεντηκοστὴ μὲ πόθο καὶ μὲ δίψα καὶ νὰ εἶναι κατάλληλοι νὰ δεχθοῦν τὴν αὔρα τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο θὰ θεραπεύσει τὴν τραυματισμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φύση τους, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ χωρέσει μέσα της τὸ πλήρωμα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.

Ἐρώτηση: Τί σημαίνει ὅτι γνωρίζοντας τὸν ὕψιστο προορισμό μας ὑπερνικοῦμε τοὺς πειρασμούς;

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας: Ὅσο ἀνώτερη εἶναι ἡ θεωρία μας γιὰ τὴν τελειότητα τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη Του, ὅσο πιὸ πολὺ γνωρίζουμε τὸν τέλειο προορισμὸ ποὺ ἔθεσε γιὰ ἐμᾶς, νὰ γίνουμε τέκνα του Ἀνάρχου Πατρὸς καὶ νὰ συμβασιλεύσουμε αἰώνια μαζί Του στὴ Βασιλεία Του, τόσο μεγαλύτερο πόθο ἔχουμε. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλα τὰ τοῦ κόσμου τούτου φαίνονται τετριμμένα καὶ ἀνούσια. Στὸ «Ὀψόμεθα», ὁ Γέροντας γράφει, ὅτι ἂν ἔχουμε μπροστά μας τὸν μεγάλο προορισμὸ τῆς θείας υἱοθεσίας μας, τότε ἀμέσως διαλύονται ὅλοι οἱ λογισμοὶ τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἐλευθερωνόμαστε ἀπὸ τὴ συνεχῆ διαλογή μαζί τους καὶ ἀπὸ τὴ συνεχῆ προσβολή τους. Διότι μᾶς ἑλκύει κάτι ποὺ εἶναι ἀπείρως ἀνώτερο καὶ τοῦ ὁποίου λάβαμε πεῖρα. «Τῆς Ἀναστάσεως τὴν πῆραν οἱ εἰληφότες», λέει τὸ τροπάριο, ἀλλὰ μποροῦμε ἐπίσης νὰ ποῦμε: «τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴν πείραν εἰληφότες».

Ἐρώτηση: Μήπως ἡ Πεντηκοστὴ παραθεωρεῖται ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ Χριστούγεννα ἢ τὸ Πάσχα;

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας: Ἀπεναντίας. Μετὰ τὰ Χριστούγεννα γιὰ 12 ἡμέρες δὲν ὑπάρχει νηστεία, γιὰ νὰ δείξει ἡ Ἐκκλησία ὅτι Αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε εἶναι «ὁ πρὸ αἰώνων Θεός». Μετὰ τὸ Πάσχα δὲν νηστεύουμε γιὰ μιὰ ἑβδομάδα. Τὸ ἴδιο τάσσει ἡ Ἐκκλησία καὶ γιὰ τὴν Πεντηκοστή: δὲν ὑπάρχει νηστεία γιὰ μία ἑβδομάδα μετά, ποὺ δείχνει ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο εἶναι ἰσότιμα Θεῖα Πρόσωπα. Ὁ Χριστὸς ἔρχεται στὰ Χριστούγεννα καὶ γίνεται ἄνθρωπος ἀνάμεσά μας. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὴν Πεντηκοστὴ ἔρχεται γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὴ φύση μας, ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ ἐπιτελέσουμε θεῖα ἔργα καὶ νὰ χωρέσουμε τὸ πλήρωμα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἄκρως πεντηκοστιανή, διότι συνέχεια ὅλοι οἱ Ἅγιοι της τονίζουν ὅτι σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἐρώτηση: Γιατί στὴν Πεντηκοστὴ ὑπάρχει ὁ Ἑσπερινὸς τῆς γονυκλισίας;

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας: Ἡ αὐτομεμψία καὶ ἡ μετάνοια δημιουργοῦν παρρησία καὶ καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο ἱκανὸ νὰ ἔχει ἐπαφὴ μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος κάθε φορὰ ποὺ δέχεται τὴν αὔρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἰδιαίτερα ἐκείνη τὴν ἡμέρα ποὺ εἶναι τόσο μεγάλη ἡ χάρις, κάμπτει γόνυ μπροστὰ στὸν Κύριο ποὺ τοῦ δίνει τὴ μεγαλύτερη εὐλογία. Οἱ προσευχὲς ποὺ διαβάζουμε στὸν Ἑσπερινὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔχουν μεγάλο πλατυσμό. Τὸ πνεῦμα τοῦ χριστιανοῦ μὲ αὐτὲς τὶς προσευχὲς ἀγκαλιάζει ὅλη τὴν κτίση: καὶ τοὺς ζῶντες καὶ τοὺς κεκοιμημένους. Ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μεταδίδει στὸν ἄνθρωπο τέτοια κατάσταση, ποὺ τοῦ μεταδίδει τὸν πόθο καὶ τὴν προσευχὴ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου.

Αὐτὸ βλέπουμε καὶ μὲ τὴ γονυκλισία. Κάμπτουμε γόνυ, λένε οἱ προσευχὲς αὐτές, πρὸς τὸν εὐεργέτη Θεό, Τὸν εὐχαριστοῦμε καὶ γιὰ τοὺς πάντες. Αὐτὴ εἶναι μιὰ πράξη εὐλαβείας καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ ἀνέκαθεν ἡ γονυκλισία ἦταν προσφιλὴς στοὺς πιστούς, διότι ἤθελαν νὰ δείξουν στὸν Θεὸ ὅτι Τὸν λατρεύουν ὄχι μόνο μὲ τὸν νοῦ καὶ τὸ πνεῦμα τους, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ σῶμα τους. Τότε μαθαίνει καὶ τὸ σῶμα νὰ προσεύχεται. Μοῦ ἔλεγε κάποτε ὁ Γέροντας: «νὰ κάνεις μετάνοιες, γιὰ νὰ γίνει καὶ τὸ σῶμα ἱκανὸ νὰ συμμετέχει στὴν προσευχή. Δὲν σὲ θέλω νὰ κουράζεσαι μὲ τὶς μετάνοιες, ἀλλὰ νὰ κάνεις ἀρκετές, οὕτως ὥστε νὰ συνηθίσει καὶ τὸ σῶμα νὰ προσεύχεται μαζὶ μὲ τὸ πνεῦμα».

Οἱ μεγάλες προσευχὲς τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Γονυκλισίας ἔχουν μιὰ φοβερὴ δίψα γιὰ τὸν Θεὸ καὶ δείχνουν ποιά εἶναι ἡ πιὸ τέλεια στάση τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιόν Του. «Σοὶ ἁμαρτάνομεν, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ Σὲ μόνο λατρεύομεν». Νά τὸ νόημα τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς∙ νά τὸ ἦθος τῶν Ὀρθοδόξων: ἁμαρτάνουν στὸν Θεό, ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ Τὸν λατρεύουν μὲ ὅλη τους τὴν καρδιά, μέχρις ὅτου ἡ λατρεία τους νὰ καταπιεῖ ὅλες τὶς ἁμαρτίες τους.