(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Ο Άγιος Αθανάσιος ο θαυματουργός έμενε πάντοτε μέσα στην καλύβα του και δεν έβγαινε έξω, ούτε έβλεπε ή μιλούσε με κανέναν, εκτός μόνο από το Σάββατο και την Κυριακή.
Όταν πια έφτασε σε βαθύ γήρας, πέθανε και πήγε κοντά στον Κύριο, συνοδευόμενος στους ουρανούς από τους αγίους Αποστόλους Ανδρέα και Ιωάννη, όπως ακριβώς τους είδε ένας πνευματικός και διορατικός Άγιος.
Αυτός ο διορατικός Άγιος είδε, συγκεκριμένα, δύο φοβερούς άνδρες που έλαμπαν σαν αστραπή.
Αυτοί βγήκαν από τα πιο εσωτερικά δωμάτια του Κυρίου και Δεσπότη μας Χριστού και διέταξαν τους Αγίους Αποστόλους Ανδρέα και Ιωάννη να φέρουν πάλι πίσω στο Μοναστήρι του εκείνον τον οποίον οδηγούσαν (διότι ο Άγιος που έβλεπε το όραμα πίστεψε, προς στιγμήν, ότι οι Απόστολοι πήγαιναν να πάρουν κάποιον άλλον).
Αντί γι’ αυτόν όμως, εκείνοι πήγαιναν να πάρουν τον Όσιο Αθανάσιο, τον Ηγούμενο της Μονής του Τραϊανού.
Έτσι, ο άνθρωπος που είδε αυτό το όραμα έστειλε αμέσως άνθρωπο στο Μοναστήρι του Τραϊανού και βρήκε τον μακάριο Όσιο Αθανάσιο να έχει κοιμηθεί, ακριβώς όπως τον είχε δει και ο ίδιος με τα μάτια του.
Ο Όσιος Αθανάσιος όχι μόνο όσο ζούσε προφήτευσε πολλά -τα οποία επαληθεύτηκαν όλα από τα πράγματα- αλλά και μετά τον θάνατό του έκανε αναρίθμητα θαύματα, για να δοξάζεται ο φιλάνθρωπος Θεός, ο οποίος είναι θαυμαστός μέσα από τους Αγίους Του.
Τιμάται στις 3 Ιουνίου.
Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Ιούνιος, τόμος στ’.