Άγιος Αυγουστίνος Ιππώνος, Ομιλία κατά Μανιχαίων, περί των χωρίων της Γραφής (β’ μέρος)

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Άγιος Αυγουστίνος Ιππώνος
Ομιλία κατά Μανιχαίων, περί των χωρίων της Γραφής
«Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανόν καὶ τὴν γῆν» και: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος»

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2026/06/agios-avgoustinos-ipponos-omilia-kata-manichaion-peri-ton-chorion-tis-grafis/

4. Και επειδή, όπως αυτοί οι δύο συμφωνούν μεταξύ τους, έτσι και ο Ιωάννης συμφωνεί και με τους δύο, διότι έτσι είπε: «δι’ αὐτοῦ», ώστε να μη εμποδίζει να εννοούμε: “ἐν αὐτῷ”˙ άρα όλα τα χωρία της Γραφής δεν καθίστανται αντιμαχόμενα μεταξύ τους. Αλλ’ όπως συνήθως συμβαίνει, όταν παρατηρούμε τα σύννεφα να περνούν μέσα από το σκοτάδι της νύκτας, τότε, λόγω της αχλύος των νεφών, να θολώνεται η όραση μας έτσι, ώστε να φαίνεται ότι τα αστέρια κινούνται αντίθετα προς εμάς˙ κατά τον ίδιο τρόπο αυτοί οι αιρετικοί, επειδή δεν βρίσκουν την ηρεμία στη νεφελώδη πλάνη τους, νομίζουν ότι ερίζουν τα κείμενα της Γραφής.

5. Ίσως πουν ότι δεν είπε για τον Λόγο του Θεού: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Υπόθεσε ότι αυτό είναι: Ας εννοήσουμε ότι όχι εν αρχή, που είναι ο μόνος Υιός του Θεού, αλλά στην αρχή του χρόνου ειπώθηκε το χωρίο της Γραφής: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν»˙ όχι επειδή ήδη υπήρχε χρόνος, πριν από την ύπαρξη οιουδήποτε κτίσματος άλλωστε δεν θα μπορούσε κάποιος να πει ότι υπάρχει χρόνος συναΐδιος με τον Θεό, ο οποίος είναι ο Δημιουργός των χρόνων – αλλά διότι μαζί με τον ουρανό και τη γη άρχισε να υπάρχει ο χρόνος.

Εάν, λοιπόν, κάποιος το εκλάβει έτσι, επειδή τουλάχιστον γνωρίζει τη διαφορά του κτίσματος και του Κτίστη, ας μην πει ότι αυτό που έγινε είναι συναΐδιο με τον Θεό, ο οποίος το έκανε. Σαφώς και ο αριθμός των προσώπων θα φανεί ξεκάθαρα σε εκείνο το χωρίο, που λέει: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν ἡμετέραν» (Γέν. 1, 26) και: «Ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» (Γέν. 1, 27).

Μολονότι ακόμη και αν δεν είναι σαφές, υπό το όνομα της μονάδος, για όσους καταλαβαίνουν, εισάγεται η Τριάδα. Όσοι είναι νουνεχείς, δεν πρέπει να νομίζουν ότι γι’ αυτό η αρχή του ευαγγελίου είναι αντίθετη με την αρχή της Γενέσεως. Μόνον οι άφρονες θα μπορούσαν να έχουν αυτήν τη γνώμη. Έχουμε, δηλαδή, στη Γραφή αναρίθμητα παραδείγματα τέτοιων φράσεων. Ο ίδιος ο Κύριος λέει σε μία ομιλία του: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως, μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος τοῦ Θεοῦ ἐστι, μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ» (Ματθ. 5, 34-35).

Μήπως γι’ αυτό, επειδή εδώ δεν μνημονεύει τον εαυτό του, θα αρνηθούν ότι ο Χριστός κάθεται στον ουρανό; Παρομοίως ο απόστολος λέει: «Ὦ βάθος πλούτου σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ! Ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ! Τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου ἢ τίς σύμβουλος αὐτῷ ἐγένετο; Ἢ τίς προέδωκεν αὐτῷ καὶ ἀνταποδοθήσεται αὐτῷ; Ὅτι ἐξ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα. Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (Ρωμ. 11, 33-36).

Ακόμη και εδώ δεν μνημονεύεται ο Υιός ονομαστικά. Ο απόστολος λέει ότι ένας είναι ο Θεός και Κύριος, από τον οποίο είναι τα πάντα, δια του οποίου τα πάντα, εν τω οποίω τα πάντα. Γιατί, λοιπόν, αυτοί επέλεξαν να παρουσιάζουν τον Μωυσή αντίθετο με τον ευαγγελιστή Ιωάννη, ενώ αρνήθηκαν να θέσουν απέναντι του τον απόστολο Παύλο; Προφανώς, επειδή θέλησαν να πείσουν τους αμαθείς ανθρώπους ότι οι δύο Διαθήκες είναι αντίθετες, ώστε να χρησιμοποιούν τη μαρτυρία της μιας και να απορρίπτουν της άλλης.

Αυτό, δηλαδή, παραδέχεται η πλάνη τους˙ διότι, αν υπήρχε άλλη πλάνη, της οποίας παρομοίως η αφρονέστατη μανία επιχειρούσε να καταδείξει στους αμαθείς την ίδια την Καινή Διαθήκη ότι αντιφάσκει με τον εαυτό της, τι άλλο θα έκανε, ει μη μόνον, όπως αυτοί παρουσιάζουν ως αντίθετους τον Μωυσή και τον Ιωάννη, έτσι εκείνη η πλάνη θα παρουσίαζε τον Παύλο και τον Ιωάννη, ως εχθρούς και ερίζοντες;

Όμως, όπως η ακέραιη και αληθέστατη πίστη παραδίδει τη συμφωνία Παύλου και Ιωάννη, και σε αυτό που λέει ο μακάριος Παύλος: «ἐξ αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτόν εἰσι τὰ πάντα», μας διδάσκει να εννοήσουμε όχι μόνον τον Πατέρα, αλλά και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, έτσι θεωρεί ότι υπάρχει αρμονία μεταξύ Μωυσή και Ιωάννη, σε αυτό που είπε ο Μωυσής: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν»˙ εάν ως “αρχή” εκλαμβάνει την αρχή του χρόνου και σε αυτό που λέει: «Θεός», αποδέχεται μόνον την ενότητα της Τριάδος˙ ή εάν ως “αρχή”, εν τη οποία ο Θεός έκανε τον ουρανό και τη γη, αποδέχεται ανυπερθέτως τον ίδιο τον Υιό.

Υπάρχουν πολλά άλλα, τα οποία θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες φρασεολογίας της αγίας Γραφής. Αλλά για να μη επιβαρύνουμε τη μνήμη της αγιότητος σας, ας αρκούν αυτά που μνημονεύσαμε. Προτρέπουμε σεις οι ίδιοι να αναζητήσετε τα υπόλοιπα, είτε όταν διαβάζετε τη Γραφή, να προσέχετε και μεταξύ σας να τα εξετάζετε αρμονικά και να τα διαπραγματεύεσθε.

Ο Άγιος Αυγουστίνος τιμάται στις 15 Ιουνίου.

Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Ειρηναίου Ι. Χατζηεφραιμίδη, «Ιερού Αυγουστίνου: Ομιλίες στην Παλαιά Διαθήκη» (εκδόσεις Κ. και Μ. Σταμούλη).