Αγίου Πνεύματος ή Πενήντα του Πάσχα, ή Πάσχας τα πενήντα, ή τ’ Αϊ Γονάτ, ή Μπαϊράμ ελλισί

Σημαντικότατη εορτή για τη χριστιανική κοινότητα με πλήθος λατρευτικών και μη εκδηλώσεων και με μια κυρίαρχη πίστη: πως οι ψυχές, με το πέρας της ημέρας, επιστρέφουν στα ουράνια, πως έληγε η «άδεια» που τους παραχωρήθηκε από τον Χριστό, πως το βράδυ οι καθαροί στην ψυχή και τα φσάχα μπορούσαν να δουν τούτες τις ψυχές που ασπροντυμένες ανέβαιναν στα ουράνια… Εορτή που συνοδευότανε μεταξύ των άλλων και από τα παρακάτω τραγούδια τα οποία αντλήσαμε από τη βιβλιογραφία του χώρου:

 

α΄

Ετά τα σεραντάμερνα να ήταν δώδεκα χρόνους!

Αϊ Χάρων κι αϊ Χάρων, λύθα, Παράδεισο να χτίσω.

Ήκ’σαν τα παλικάρια, τρέχουνε και πααίνουν.

Βγαλλίσκουν τα μινίσα τουν, καμαρώ τέρια κουβαλούνε.

Ήκ’σαν τα τα κορασούλες, τρέχουνε και πααίνουν.

Βγαλλίσκουν τα μακνάδια τουνε, χαλίκια κουβαλούνε.

Ηκ’σαν τα τα-ι-μικρά πουλιά, τρέχουνε και πααίνουν.

Βγαλλίσκουν τα τερλίκια τουνε, σα κεφάλια χώμα νε κουβαλούνε.

 

β΄

Δώδεκα Απόστολοι λουτουργούσαν,

στεφανούσαν ’ς του Χριστού την ώραν

’ς του Χριστού την ’μέρα.

Άγιο Πνεύμα ’ς την καρδιά μου

και σταυρό ’ς την χαραγή μου.

 

Η παραμονή ήταν ψυχοσάββατο και γι’ αυτό, το σύνολο σχεδόν του γυναικείου πληθυσμού, πορευότανε στα μνήματα για τον καθαρισμό τους, τη διανομή κολλύβων, αλλά και κεριών, για τις ψυχές των νεκρών (1).

Ανήμερα της εορτής και κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, σε μερικές κοινότητες, φρόντιζαν οι επίτροποι, με τη συνδρομή δασκάλων και μαθητών, να παρουσιάζουν ένα ξεχωριστό θέαμα, με τη ρίψη, στην καίρια στιγμή, φύλλων καρυδιάς και λουλουδιών από τους γυναικωνίτες…Τα οποία, μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας μετέφεραν στα σπίτια τους και τα τοποθετούσαν, για πολλούς και διαφόρους λόγους, στα στρωσίδια, ανάμεσα στα ρούχα, στο εικονοστάσι, στα προικιά των κοριτσιών…

Στο Ζιντζίντερε- Φλαβιανά σε μια από τις δυο κορυφές του Δίδυμου όρους, πρόβουνου του Αργαίου, υπήρχε η κορυφή «τ’αϊ Βασίλη το ρούσι», με τοξωκλήσι του αγίου στο οποίο, ανήμερα της εορτής, πήγαιναν οι προσκυνητές μετά δίωρη πορεία για τη σχετική λειτουργία. Το ιδιαίτερο της ημέρας ήταν η παρακολούθηση των θρησκευτικών και λοιπών δρώμενων της ημέρας από το μουσουλμανικό στοιχείο που στην άλλη κορυφή είχε το δικό του τέμενος (2).

Στην Καισάρεια, πάλι, υπήρχε μια θρησκευτική εθιμική πρακτική, της οποίας η αρχή, κατά τους τοπικούς ιστοριοδίφες, ξεκινούσε από τα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού. Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν «επανηγυρίζετο η επιφοίτησις του Αγίου Πνεύματος την Πεντηκοστήν, καθ’ ην οι κάτοικοι της Καισάρειας και των περιχώρων ετέλουν την εκκλησιαστικήν σύναξιν επί του βουνού του Αγίου Βασιλείου, ως η συνήθεια αύτη σώζεται μέχρι της σήμερον» (3).

Στα Φάρασα υπήρχε μια περίεργη δοξασία για τούτη την ημέρα. Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν λέγανε πως «σήμερο γινόμαστε πρόβατα» (4) … και πως κατά την ώρα της γονυκλισίας ο άγγελος «περνάει και όποιον βρίσκει να είναι αφοσιωμένος στην προσευχή, τον στεφανώνει. Σάμα πέσετε σα γόνατα, λέγανε οι παλιοί, κλίνετε το τσουφάλι τσαΐ πήτσετε την ευσή σας, ανάρτουνε οι άγγελοι να σες στεφανώσουν (5)».

Για τα κόλλυβα υπάρχουν και έχουν καταγραφεί πολλές και διάφορες δοξασίες μεταξύ των οποίων και η παρακάτω, η οποία τυγχάνει να είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Στα χρόνια λοιπόν τα παλιά οι ειδωλολάτρες ήθελαν να δηλητηριάσουν τους χριστιανούς και έριξαν δηλητήριο στα τρόφιμά τους. Όμως ειδοποιήθηκαν από την Παναγιά (τοπικό άγιο) η οποία τους παράγγειλε να μην φάνε τίποτε εκτός από …στάρι. Από τότε άρχιζαν να κάνουν κόλλυβα.

Επιπλέον, θα έπρεπε, για να προκαλέσουν το «στεφάνωμα» και να μην Τον στενοχωρήσουν, ο λογισμός τους να είναι στην προσευχή, το σκύψιμο καλό και να τοποθετήσουν καρυδόφυλλα πάνω στο κεφάλι τους ως μια ένδειξη συμβολισμού…

Στο Ζιντζίντερε πάλι εκτός των προαναφερομένων υπήρχαν και οι παρακάτω εθιμικές πρακτικές…

 

α΄ Η συνεστίαση των παρθένων- Αλ Ταγή

Την ημέρα της Πεντηκοστής, τα ανύπανδρα κυρίως κορίτσια διοργάνωναν

συνεστιάσεις και διασκέδαζαν κομίζοντας κάθε μια σε μια ορισμένη οικία άφθονο

καϊμάκι και μέλι. Η τελετή αυτή λεγότανε Αλ Ταγή, που στην τουρκική γλώσσα

σημαίνει το Βουνό του Ερυθρού, αν και κάποιοι ισχυρίζονται πως πρόκειται για την

ελληνική λέξη ανταλλαγή, που είχε παραφθαρεί…δεδομένου μάλιστα πως εκείνη τη

μέρα οι κοπέλες αντάλλασσαν τα φαγητά τους.

 

Χαρακτηριστικότατη, για την ιδιαιτερότητα της εθιμικής πρακτικής, είναι και η παρακάτω μαρτυρία την οποία μεταφέρουμε αυτούσια: (6)

«Τα κορίτσια επέλεγον την κατάλληλον οικίαν δια την συγκέντρωσίν των. Επρόσεχον η οικία να είναι προφυλαγμένη από την ενδεχόμενη εισβολήν των νέων δια την διαρπαγήν του καϊμακίου, του ρυζόγαλου και των λοιπών εκλεκτών φαγώσιμων της επικείμενης συνεστιάσεως. Εκόμιζον επιπλέον από τα σπίτια τους παστουρμά, αυγά δια τον καϊκανά, βούτυρο και λοιπά.

Οι ευρισκόμενοι στο χωριό νέοι προσεπάθουν να κλέψουν το καϊμάκι και το ρυζόγαλο των συνεστιαζομένων, ουχί επειδή εστερούντο από αυτά στα σπίτια των, αλλά αστεϊσμού ένεκεν. Σπανίως επετύγχανον του σκοπού των δοθέντος ότι αιν συνεστιάζουσαι εμερίμνων όπως στεγασθώσιν εις προφυλαγμένην οικίαν… και εάν το επετύγχανον- και επετύγχανον συνήθως- τη συνενοχή κάποιας εχούσης κορίτσια εις ηλικίαν γάμου η οποία προσεπάθη ν’αποκτήση την συμπάθειαν του υποψηφίου!

 

Εν περιπτώσει επιτυχίας των έτρωγον τα κλαπέντα τραγουδώντας ως εξής:

Πεν σανά κέλμι τετίμ

Ινλερί τέλμι τετίμ

Καϊμαγί γιέμι τετίμ;

Σούτλουγιού γιέμι τετίμ;

Δηλαδή

Εγώ σου είπα να έλθης

Να τρυπήσης το υπόγειο (ιν- λαξευτά)

Σου είπα να φας καϊμάκι;

Σου είπα να φας ρυζόγαλο;

Δηλαδή, ο κλέπτης έλεγε εις τους στίχους αυτά που έπρεπε να πη η κοπέλα παραπονούμενη δια την κλοπήν».

 

β΄ Ένα από τα παράξενα της ημέρας του Αλ Ταγή ήταν ο τρόπος διασκέδασης των

εφήβων νέων. Σύμφωνα λοιπόν με τη σχετική μαρτυρία: (7)

«Όπως αφηγείτο ο πατήρ μου, δοκιμάζοντας στα αλώνια τας από μάλλινα νήματα πλεκτάς σφενδόνας των εψυχαγωγούντο. Οι δεινοί σφενδονιστές διεσκέδαζον όταν ρίπτοντες τας σφενδόνας των ηδύναντο να βγάλουν τον κρότον πυροβόλου όπλου.

Εντεύθεν η τοπική παροιμία ην ήκουα να λέγουν συχνά οι ηλικιωμένοι συμπατριώται μου:

“Αλ Ταγή τα πατλαμαγιάν σαπανί πιλμέμ νε γιασαγίμ;”

δηλαδή

“Τι να κάμω, την σφενδόνην η οποία δεν βροντάει ή βγάζει κρότον πυροβόλου όπλου την ημέρα του Αλ ταγή;» Δηλαδή και πολύ απλά, εάν έχης τα μέσα και δεν ψυχαγωγείσαι, τι να τα κάμης τα μέσα αυτά;»

 

 

[1] Για τα κόλλυβα υπάρχουν και έχουν καταγραφεί πολλές και διάφορες δοξασίες μεταξύ των οποίων και η παρακάτω, η οποία τυγχάνει να είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Στα χρόνια λοιπόν τα παλιά οι ειδωλολάτρες ήθελαν να δηλητηριάσουν τους χριστιανούς και έριξαν δηλητήριο στα τρόφιμά τους. Όμως ειδοποιήθηκαν από την Παναγιά (τοπικό άγιο) η οποία τους παράγγειλε  να μην φάνε τίποτε εκτός από …στάρι. Από τότε άρχιζαν να κάνουν κόλλυβα. Βλ.  Θανάση Κωστάκη, Το Μιστί, ό.π., σ. 310.

[2]Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Καππαδοκικά παραμύθια και λαϊκές παραδόσεις, Κέντρο  Μικρασιατικού Πολιτισμού, Αθήνα 2011, σ. 131

[3]Αν. Λεβίδης, Η Μητρόπολις Καισαρείας, ό.π., σ. 12.

[4]Το λέγανε αυτό διότι κατά το γονάτισμα οι άνθρωποι φαίνονται ως πρόβατα.

[5]Λάζαρος Κελεκίδης, ό.π., σ. 156.

[6] Μαρτυρία Δέσποινα Καλφόγλου, ό.π.

[7] Μαρτυρία Εμ. Τσαλίκογλου, ό.π.

 

Πηγή: Κωνσταντίνος Μ. Νίγδελης, Καππαδοκία: λατρευτικά   και άλλα τινά στον αέναο κύκλο του χρόνου. Μια πρώτη ιστορική προσέγγιση