Από την Κτήση στην Κοινωνία: Η Μεγάλη Καινοτομία του Χριστιανισμού

Η ιστορία των ανθρώπινων ιδεών μπορεί να διαβαστεί ως η ιστορία μιας αδιάκοπης αναζητήσεως της πληρότητας. Από τις πρώτες θρησκείες έως τα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα, ο άνθρωπος αναζητούσε πάντοτε εκείνο που θα τον ολοκλήρωνε: τη γνώση, τη σοφία, την αρετή, την αθανασία, την ελευθερία ή την ευδαιμονία. Παρά τις διαφορές τους, οι περισσότερες παραδόσεις συμφωνούσαν σε ένα βασικό σημείο: η τελείωση του ανθρώπου συνδέεται με την απόκτηση κάποιου ύψιστου αγαθού.

Ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως οδοιπόρος που επιδιώκει να φθάσει σε έναν προορισμό. Άλλοτε αυτός ο προορισμός είναι η γνώση της αλήθειας, άλλοτε η ηθική τελειότητα, άλλοτε η εσωτερική γαλήνη. Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο παραμένει ένα είδος κτήσεως. Ο άνθρωπος καλείται να αποκτήσει κάτι που ακόμη δεν έχει.

Στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, για παράδειγμα, η σοφία θεωρείται ύψιστο αγαθό. Η άγνοια αποτελεί το πρόβλημα και η γνώση τη λύση.

Ο φιλόσοφος προοδεύει όσο περισσότερο συμμετέχει στην αλήθεια. Παρόμοια, στις στωικές σχολές, η ελευθερία κατανοείται ως κατάκτηση της αρετής και της αυτάρκειας. Ο σοφός είναι εκείνος που έχει πλέον αποκτήσει εσωτερική ανεξαρτησία από τα γεγονότα του κόσμου.
Ακόμη και εκεί όπου η σχέση και η φιλία αναγνωρίζονται ως σημαντικές αξίες, συνήθως αντιμετωπίζονται ως στοιχεία που συμβάλλουν στην επίτευξη της ανθρώπινης ολοκλήρωσης και όχι ως η ίδια η ουσία της. Η τελειότητα παραμένει κατά βάση κάτι που το άτομο μπορεί να “κατέχει”.

Μέσα σε αυτό το πνευματικό τοπίο εμφανίζεται ο χριστιανισμός και εισάγει μία από τις πιο ριζικές μετατοπίσεις στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Η αλλαγή δεν βρίσκεται απλώς σε κάποια νέα ηθική διδασκαλία ούτε σε μία διαφορετική θρησκευτική πρακτική.

Βρίσκεται στην ίδια την κατανόηση του τι σημαίνει πληρότητα.

Στον χριστιανισμό, το κέντρο βάρους μετακινείται από την κτήση στην κοινωνία.

Η τελείωση του ανθρώπου δεν παρουσιάζεται πρωτίστως ως απόκτηση γνώσεως, δυνάμεως ή αρετής, αλλά ως είσοδος σε μία σχέση. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον να αποκτήσει κανείς κάτι, αλλά να κοινωνήσει με κάποιον.

Η διαφορά φαίνεται μικρή, αλλά στην πραγματικότητα είναι τεράστια.

Η γνώση μπορεί να αποκτηθεί. Η δύναμη μπορεί να αποκτηθεί. Ο πλούτος μπορεί να αποκτηθεί. Ακόμη και η αρετή, σε έναν βαθμό, μπορεί να καλλιεργηθεί. Η σχέση όμως δεν αποκτάται. Μόνο προσφέρεται και βιώνεται. Δεν είναι αντικείμενο κατοχής αλλά γεγονός αμοιβαιότητας.

Η χριστιανική αντίληψη οδηγεί έτσι σε μια διαφορετική κατανόηση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν είναι πρωτίστως ένα ον που σκέπτεται ή που επιθυμεί, αλλά ένα ον που σχετίζεται. Η πληρότητά του δεν βρίσκεται στην αυτάρκεια αλλά στην κοινωνία.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη ιστορική πρωτοτυπία του χριστιανισμού. Δεν περιορίζεται στο να διδάξει ότι οι σχέσεις είναι χρήσιμες ή απαραίτητες για μια καλή ζωή. Αυτό το είχαν ήδη διαπιστώσει πολλοί πολιτισμοί πριν από αυτόν. Η καινοτομία βρίσκεται στο ότι η σχέση δεν θεωρείται πλέον απλώς ανθρώπινη ανάγκη· θεωρείται η βαθύτερη δομή της ίδιας της πραγματικότητας.

Για πρώτη φορά η ύψιστη πραγματικότητα δεν περιγράφεται ως μοναχική αυτάρκεια αλλά ως κοινωνία. Ο Θεός δεν νοείται ως απομονωμένη δύναμη ή ως απόλυτη μονάδα κλεισμένη στον εαυτό της. Η θεία ύπαρξη αποκαλύπτεται ως σχέση και αγάπη.

Η συνέπεια αυτής της ιδέας είναι κοσμοϊστορική. Εάν η ίδια η πηγή της υπάρξεως είναι κοινωνία, τότε και ο άνθρωπος ολοκληρώνεται όχι όταν κατέχει περισσότερα αλλά όταν αγαπά περισσότερο. Η αγάπη παύει να είναι ένα μέσο για κάποιον ανώτερο σκοπό και γίνεται η ίδια ο τελικός σκοπός.

Από αυτή την προοπτική, η ανθρώπινη τραγωδία δεν είναι κυρίως η έλλειψη γνώσεως ή ηθικής τελειότητας. Είναι η απομόνωση. Και η σωτηρία δεν είναι απλώς φωτισμός του νου ή βελτίωση της συμπεριφοράς. Είναι αποκατάσταση της κοινωνίας.

Η ιδέα αυτή παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη. Ο σύγχρονος πολιτισμός εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να οργανώνεται γύρω από τη λογική της κτήσεως. Μετρά την επιτυχία με βάση όσα διαθέτει κανείς: γνώσεις, εμπειρίες, επιρροή, περιουσία ή ακόμη και πνευματικά επιτεύγματα.

Όμως η ανθρώπινη εμπειρία αποκαλύπτει συχνά ότι η συσσώρευση δεν αρκεί. Πολλοί άνθρωποι που κατέχουν σχεδόν τα πάντα εξακολουθούν να βιώνουν ένα βαθύ υπαρξιακό κενό.

Το γεγονός αυτό ίσως δείχνει ότι η πληρότητα δεν βρίσκεται τελικά στην αύξηση των αποκτημάτων αλλά στην ποιότητα των σχέσεων. Ο άνθρωπος μπορεί να διαθέτει πολλά και να παραμένει μόνος. Μπορεί όμως να κατέχει ελάχιστα και να ζει μέσα σε μία βαθιά εμπειρία νοήματος, επειδή αγαπά και αγαπιέται.

Ίσως λοιπόν η σημαντικότερη συμβολή του χριστιανισμού στην ιστορία των ιδεών να είναι ακριβώς αυτή η αντιστροφή: η μετατόπιση από το «έχω» στο «σχετίζομαι», από την κτήση στην κοινωνία. Όχι ως μία ακόμη ηθική συμβουλή, αλλά ως μια νέα κατανόηση του ανθρώπου, του Θεού και της ίδιας της πραγματικότητας. Μέσα από αυτή τη μετατόπιση, η πληρότητα παύει να είναι κάτι που κατακτάται και γίνεται κάτι που μοιράζεται. Και τότε η ζωή αποκαλύπτεται όχι ως αγώνας κατοχής, αλλά ως μυστήριο κοινωνίας.