- Στην Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία μας, δεν εκλαμβάνεται ως μια δικανική παράβαση των εντολών του Θεού, αλλά σαν μια αποτυχία του ανθρώπου.
Ο ιερός Χρυσόστομος, αναλύοντας θεολογικά την έννοια αμαρτία, παρατηρεί: «Η αμαρτία, θηρίον εστίν πονηρόν, εκχέον τον ιόν της πονηριάς επί την Δεσποτικήν δόξαν». Δηλαδή, η αμαρτία, σαν θηρίο πονηρό, χύνει το δηλητήριο της πονηριάς κατά του Δεσπότη. Με άλλα λόγια, κατά τη θεολογία του ιερού Χρυσοστόμου, η αμαρτία είναι απόπειρα αμαύρωσης της Δεσποτικής δόξας.
Στην Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία μας, δεν εκλαμβάνεται ως μια δικανική παράβαση των εντολών του Θεού, αλλά σαν μια αποτυχία του ανθρώπου να καταφέρει τον στόχο του, που είναι η θέωση και ο αγιασμός. Υπό αυτή την έννοια, συνιστά τραγωδία και έκπτωση του ανθρώπινου προσώπου. Θεωρείται ως νόσος που καταταλαιπωρεί τον άνθρωπο, για αυτό και η αγία Συγκλητική, δίνοντας ακριβώς το στίγμα της αμαρτίας ως νόσου και του αμαρτωλού ως πνευματικά ασθενούς ανθρώπου, παρατηρεί: «Μίσησον την νόσον και ου τον νοσούντα».
Η αμαρτία και ευρύτερα το κακό μπαίνουν στη ζωή του ανθρώπου με το προπατορικό αμάρτημα, που ουσιαστικά ήταν ο εγωισμός που εκφράστηκε ως στάση αυτόνομης σωτηρίας και αδυναμίας συγγνώμης. Για αυτό ακριβώς και ο ιερός Χρυσόστομος αποφαίνεται: «Εξ απονοίας εισήλθεν ημίν τα λυμαινόμενα κακά», δηλαδή όλα τα κακά εισήλθαν στον κόσμο εξαιτίας της αλαζονείας και της έπαρσης. Έτσι δυστυχώς, ο μεταπτωτικός άνθρωπος ζυμώθηκε με την αμαρτία κι αυτή έγινε η δεύτερη φύση του. Σημειώνει σχετικά με αυτό ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: «Η κακία ξένη της ημών φύσεως ην, παρησέβησεν δε ημίν διά την παράβασιν του πρώτου ανθρώπου και δευτέρα ημών φύσις κατέστη».
Έτσι, κατά τον ιερό Χρυσόστομο: «Το να αμαρτάνει κάποιος λόγω αδυναμίας της ανθρώπινης φύσης του είναι ανθρώπινο, το να εμμένει όμως στην αμαρτία, αυτό όχι απλά δεν είναι ανθρώπινο, αλλά και σατανικό». Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος στα περίφημα ασκητικά του επισημαίνει: «Αμαρτία ασυγχώρητος, η αμετανόητός εστιν».
Ο όσιος Βαρσανούφιος πάλι, από τη δική του πλευρά, θα μας θυμίσει πως «η Κυριακή προσευχή είναι για μεν εκείνους που νίκησαν την αμαρτία μια διαρκής υπόμνηση ότι διά της νήψεως πρέπει να παραμένουν μακριά από αυτή, για να μην εκπέσουν από την κατάσταση των παιδιών του Θεού, ενώ για τους αμαρτωλούς είναι κάλεσμα μετάνοιας». «Το ‟Πάτερ ημών” και τελείοις προσετάγη και αμαρτωλοίς, ίνα οι μεν τέλειοι σπουδάζουσιν μη εκπεσείν αυτού, οι δε αμαρτωλοί πάλι, μετ’ αισχύνης καλούντες Αυτόν εις πατέρα, εντραπώσιν και έλθωσιν εις μετάνοιαν».
Η αναίρεση της αμαρτίας επιτυγχάνεται με τη μετάνοια. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο και ο άγιος Θεόγνωστος, μεγάλος Φιλοκαλικός Πατέρας της Ανατολής, θεωρεί πως όταν ο Θεός θα μας κρίνει, δεν θα μας κρίνει γιατί αμαρτήσαμε, αλλά γιατί αμαρτήσαντες δεν μετανοήσαμε. «Ου κολασθησόμεθα επειδή ημάρτομεν, αλλ’ επειδή αμαρτήσαντες, ου μετενοήσαμεν».
Εξάλλου, ο ιερός Χρυσόστομος, κακίζοντας το εφήμερον της αμαρτίας που συμφαίνεται με τις ηδονές του κόσμου τούτου, καταθέτει: «Οι παράλογες ηδονές τούτου του κόσμου δεν διαφέρουν σε τίποτε από σκιές και όνειρα που παρέρχονται». Βασισμένος σε αυτή τη θεολογική τοποθέτηση του ιερού Χρυσοστόμου, ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης θα διακηρύξει: «Τι είναι οι αμαρτίες; Χίμαιρες, χίμαιρες, παραλογισμοί και ανοησίες».
Τέλος, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, που εκφράζει τη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οριστική διαγραφή και απάλειψη της αμαρτίας επιτυγχάνεται με το μυστήριο της εξομολόγησης. Σημειώνει ο ιερός Πατήρ: «Ο εξομολογούμενος θριαμβεύει επί της εαυτού αμαρτίας». Αναφέρει δε τέσσερεις καταστάσεις που οδηγούν στη διαγραφή της. Πρώτη είναι η αυτομεμψία, δεύτερη η εξομολόγησή της ενώπιον του πνευματικού, τρίτη η υπόσχεση πως θα αγωνισθεί κατά της αμαρτίας και τέταρτη η διαρκής δέηση προς τον Θεό για την επίτευξη αυτού του εγχειρήματος. Έτσι λοιπόν, η μητέρα μας Ορθόδοξη Εκκλησία, ως φιλόστοργος και πνευματική μήτηρ, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, με αυτό το μυστήριο, μας βοηθά να απεμπλακούμε από την αμαρτία και να βιώσουμε την κατά Θεόν πολιτεία.