Ο Όσιος Ονούφριος ευλογεί τον Όσιο Παφνούτιο και η θαυμαστή οσιακή του κοίμηση

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

[…] Ο Όσιος Παφνούτιος είπε στον Όσιο Ονούφριο:
«Επιθυμώ πολύ, άγιε Πάτερ, αυτόν τον τόπο· δώσε μου την ευλογία σου να περάσω εδώ το υπόλοιπο της ζωής μου».

Εκείνος όμως μου λέει: «Δεν σε έστειλε ο Κύριος για να μείνεις εδώ, αλλά μόνο για να θάψεις το σώμα μου, να χαρείς με τους όσιους δούλους Του που κατοικούν σε αυτή την έρημο, και να κηρύξεις στον κόσμο και στους φιλόχριστους τη ζωή τους προς δόξαν Θεού, ώστε να τους μιμηθούν όσο μπορούν».

Μόλις άκουσα αυτά τα λόγια από τον Άγιο, έπεσα στα πόδια του λέγοντας: «Γνωρίζω, αγιώτατε Πάτερ, ότι όσα ζητήσεις από τον Θεό θα σου τα δώσει, λόγω των πολλών σου αγώνων. Σε δέομαι λοιπόν και σε παρακαλώ να με ευλογήσεις, ώστε να γίνω όμοιός σου στην αρετή και να λάβω από τον Θεό μαζί με εσένα την ίδια δόξα και παρόμοιο στεφάνι στην αιώνια ζωή, όπως ακριβώς αξιώθηκα να σε απολαύσω και σε αυτή τη γη».

Εκείνος μου αποκρίθηκε: «Ο Κύριος να μη σε λυπήσει σε αυτό που ζήτησες, αλλά να σε ευλογήσει και να σε στηρίξει στην αγάπη Του. Να σε λυτρώσει από κάθε αμαρτία και πειρασμό του διαβόλου, και να ολοκληρώσει μέσα σου το έργο που τόσο πόθησες. Οι Άγγελοί Του να σε σκεπάσουν και να σε φυλάξουν από τις επιβουλές του εχθρού, ώστε ο ψυχοφθόρος διάβολος να μη βρει κανένα σφάλμα επάνω σου κατά την ώρα της Κρίσεως· και η ευλογία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ας είναι μαζί σου και σε τούτον τον αιώνα και στον μέλλοντα».

Αφού είπε αυτά, γονάτισε, ύψωσε τα χέρια και τα μάτια του στον ουρανό και είπε με δάκρυα:
«Ύψιστε και αόρατε Θεέ, εσύ που η δύναμή σου είναι ανεξιχνίαστη, η δόξα σου ακατανόητη και ανέκφραστη, και το έλεός σου άπειρο και αμέτρητο, σε υμνώ, σε ευλογώ, σε προσκυνώ και σε δοξάζω, εσένα που πόθησα από τα νιάτα μου και ακολούθησα. Εισάκουσέ με, γιατί σε εσένα φώναξα· διότι είδες την ταπείνωσή μου, έσωσες την ψυχή μου από τις ανάγκες και δεν με παρέδωσες στα χέρια των εχθρών, αλλά οδήγησες τα βήματά μου σε τόπο ευρύχωρο.

Σε δέομαι, Κύριέ μου, σκέπασέ με με τη δεξιά Σου παλάμη, για να μην ταραχθεί η ψυχή μου από τους δαίμονες όταν θα βγαίνει από το σώμα, αλλά παράλαβέ την μέσω των αγίων Αγγέλων Σου και κατάταξέ την εκεί όπου λάμπει το φως του προσώπου Σου, διότι είσαι ευλογημένος και δεδοξασμένος στους αιώνες.
Θυμήσου, πανοικτίρμονα και πολυέλεε Θεέ, τον πιστό λαό Σου· και όποιος βρεθεί σε κίνδυνο στη θάλασσα ή μπροστά στην οργή κάποιου δικαστή ή σε οποιαδήποτε άλλη στενοχώρια, και σε επικαλεστεί λέγοντας: “Παντοδύναμε Κύριε, ελέησέ με με τις πρεσβείες του δούλου σου Ονουφρίου”, σε παρακαλώ, Βασιλιά μου, όπως μου υποσχέθηκες, εισάκουσε την προσευχή του».

Αφού προσευχήθηκε με αυτά τα λόγια, είπε: «Κύριε, στα χέρια Σου παραδίδω το πνεύμα μου».

Και έτσι έπεσε ανάσκελα στη γη, συνεχίζοντας να προσεύχεται μυστικά.

Το πρόσωπό του έλαμψε σαν φως, και τότε αναδώθηκε τόση ευωδία, ώστε έμεινα εκστατικός από εκείνη την ανέκφραστη πνοή και τη γλυκύτητα του Παραδείσου. Αμέσως μετά ξέσπασαν φοβερές βροντές και αστραπές.

Τότε έπεσα στη γη από τον φόβο μου και είδα τους ουρανούς ανοιχτούς, και όλη τη στρατιά των Αγγέλων να ψάλλει πάνω από τον Άγιο γλυκύτατους ύμνους και μελωδικά τραγούδια με απόλυτη τάξη, κρατώντας στα χέρια τους αναμμένες λαμπάδες και χρυσά θυμιατήρια, σαν διάκονοι. Στο μέσο τους φάνηκε ένα μεγάλο φως, και μέσα από το φως βγήκε μια γλυκύτατη φωνή που έλεγε: «Έλα, αγαπημένη μου ψυχή, για να σε οδηγήσω στην ανάπαυση των δικαίων και στην ανέκφραστη αγαλλίαση που τόσο πόθησες».

Τότε βγήκε από το σώμα εκείνη η μακαρία ψυχή, έχοντας τη μορφή μιας κατακίτρινης, κάτασπρης περιστεράς. Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός την πήρε στα πανάχραντα χέρια Του και ανέβηκε στους ουρανούς μαζί με τους άγιους Αγγέλους, οι οποίοι έψαλλαν γεμάτοι χαρά και αγαλλίαση.

Ο Όσιος Ονούφριος τιμάται στις 12 Ιουνίου.

Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Ιούνιος, τόμος στ᾿.