Οι προφήται είδον το θαύμα και είπον· «Πράγματι το Πνεύμα του Θεού ανεπαύθη στον Ελισαίον»!

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Ο Άγιος Ελισαίος τιμάται στις 14 Ιουνίου

Δ΄ Βασιλειών

Κεφάλαιο β’

Δ΄ Βασ. 2,1 Όταν ο Κύριος απεφάσισε να αναλάβη τον Ηλίαν με συσσεισμόν άνω προς τον ουρανόν, ο Ηλίας και ο Ελισαίος ανεχώρησαν από τα Γάλγαλα.

Δ΄ Βασ. 2,2 Είπεν ο Ηλιού προς τον Ελισαίον· «Κάθησε εδώ, σε παρακαλώ, διότι ο Κύριος με απέστειλεν έως εις την Βαιθήλ». Ο Ελισαίος απήντησεν· «Ορκίζομαι στον ζώντα Θεόν και εις την ζωήν σου, ότι δεν θα σε εγκαταλείψω». Και ήλθον μαζί εις την Βαιθήλ.

Δ΄ Βασ. 2,3 Οι προφήται, οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί εις την Βαιθήλ, ήλθον στον Ελισαίον και του είπον· «Άραγε γνωρίζεις ότι σήμερον ο Κύριος θα πάρη επάνω από το κεφάλι σου τον κύριόν σου;» Εκείνος τους απήντησε· «Και εγώ το γνωρίζω πολύ καλά· μη ομιλείτε».

Δ΄ Βασ. 2,4 Ο Ηλίας είπε προς τον Ελισαίον· «Κάθησε, σε παρακαλώ, εδώ, διότι ο Κύριος μου έχει δώσει εντολήν να μεταβώ εις την Ιεριχώ». Ο Ελισαίος όμως του είπεν· «Ορκίζομαι στον ζώντα Θεόν και εις την ιδικήν σου ζωήν, ότι δεν θα σε εγκαταλείψω». Και έφθασαν μαζί εις την Ιεριχώ.

Δ΄ Βασ. 2,5 Οι προφήται, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την Ιεριχώ, ήλθαν προς τον Ελισαίον και του είπαν· «Αλήθεια, γνωρίζεις ότι σήμερον θα αναλάβη στον ουρανόν ο Κύριος τον κύριόν σου;» Εκείνος απήντησε· «Βεβαίως το γνωρίζω. Μη ομιλείτε όμως».

Δ΄ Βασ. 2,6 Είπε προς τον Ελισαίον ο Ηλιού· «Κάθησε συ εδώ, διότι ο Κύριος με έχει αποστείλει έως τον Ιορδάνην». Ο Ελισαίος απήντησε· «Ορκίζομαι στον ζώντα Κύριον και εις την ζωήν σου, ότι δεν θα σε εγκαταλείψω». Και επήγαν και οι δύο προς τον Ιορδάνην.

Δ΄ Βασ. 2,7
Συγχρόνως όμως πενήντα άνδρες από τους προφήτας μετέβησαν και εστάθησαν όρθιοι μακράν απέναντι από αυτούς, ο δε Ελισαίος και ο Ηλίας εστάθησαν εις την όχθην του ποταμού Ιορδάνου.

Δ΄ Βασ. 2,8 Ο Ηλίας επήρε την μηλωτήν, ετύλιξεν αυτήν, εκτύπησε το ύδωρ του ποταμού, το οποίον και διηρέθη εις δύο μέρη, άνω και κάτω. Και διέβησαν και οι δύο προς την απέναντι έρημον περιοχήν.

Δ΄ Βασ. 2,9 Όταν επέρασαν τον ποταμόν, είπεν ο Ηλίας προς τον Ελισαίον· «Ζήτησέ μου τι θέλεις να σου κάμω, πριν αναληφθώ από σε στον ουρανόν». Ο Ελισαίος απήντησεν· «Δόσε, σε παρακαλώ, διπλήν την χάριν σου εις εμέ».

Δ΄ Βασ. 2,10 Ο Ηλιού απήντησε· «Πολύ βαρύ είναι το αίτημά σου. Εάν όμως με ίδης να αναλαμβάνωμαι από σε προς τον ουρανόν, θα πραγματοποιηθή το αίτημά σου. Εάν όμως όχι, δεν θα πραγματοποιηθή».

Δ΄ Βασ. 2,11 Ενώ δε αυτοί εβάδιζαν και πορευόμενοι συνωμίλουν, αίφνης ένα πύρινον άρμα και πύρινοι ίπποι διεχώρισαν τον ένα από τον άλλον, και ο Ηλιού μέσα εις ανεμοστρόβιλον ανελήφθη και εφέρετο ως στον ουρανόν.

Δ΄ Βασ. 2,12 Ο Ελισαίος έβλεπε και εκραύγαζε· «Πάτερ, πάτερ, συ ήσο η σωτήριος δύναμις, άρματα και ιππικόν, διά τον λαόν του Ισραήλ». Ο Ελισαίος δεν τον είδε πλέον. Και εις ένδειξιν λύπης διά τον χωρισμόν έπιασε τα ενδύματά του και τα έσχισεν εις δύο κομμάτια.

Δ΄ Βασ. 2,13 Ο Ελισαίος εσήκωσεν από κάτω την μηλωτήν του Ηλιού, η οποία έπεσεν από επάνω υψηλά, και επέστρεφεν έχων την μηλωτήν. Εστάθη εις την όχθην του Ιορδάνου.

Δ΄ Βασ. 2,14 Επήρε την μηλωτήν του Ηλιού, η οποία έπεσεν επάνω εις αυτόν, εκτύπησε το ύδωρ, αλλ’ εκείνο δεν διηρέθη, όπως προηγουμένως. Ο Ελισαίος είπε τότε· «Πού είναι ο Θεός του Ηλιού, πού είναι;» Κατόπιν όμως εκτύπησε πάλιν τα ύδατα και εκείνα εχωρίσθησαν εις δύο, από εδώ και από εκεί, και ο Ελισαίος διέβη τον Ιορδάνην ποταμόν.

Δ΄ Βασ. 2,15 Οι προφήται, οι οποίοι ήσαν εις την απέναντι όχθην του Ιορδάνου προς την Ιεριχώ, είδον το θαύμα και είπον· «Πράγματι το Πνεύμα του Θεού ανεπαύθη στον Ελισαίον». Ήλθον αυτοί εις συνάντησιν του Ελισαίου και προσεκύνησαν αυτόν μέχρις εδάφους.

Δ΄ Βασ. 2,16 Είπον δε προς αυτόν· «Ιδού, μαζί με ημάς τους προφήτας, τους δούλους σου, υπάρχουν πεντήκοντα δυνατοί νέοι. Σε παρακαλούμεν, ας μεταβούν να αναζητήσουν τον κύριόν σου τον Ηλίαν, μήπως τυχόν άνεμος επήρεν αυτόν και τον έρριψεν στον Ιορδάνην ή εις κανένα όρος ή εις κανένα από τους λόφους». Ο Ελισαίος τους είπεν· «Όχι, να μη τους αποστείλετε».

Δ΄ Βασ. 2,17 Αυτοί όμως επέμεναν, ώστε ο Ελισαίος, από εντροπήν πλέον, υπεχώρησε και είπε· «Στείλατέ τους». Οι προφήται έστειλαν τους πεντήκοντα νέους και ανεζήτουν τον Ηλίαν επί τρεις ημέρας, αλλά δεν τον ευρήκαν.

Δ΄ Βασ. 2,18 Επέστρεψαν άπρακτοι προς τον Ελισαίον, ο οποίος εκάθητο εις την Ιεριχώ, και τους είπε· «Δεν σας είπα να μη πάτε εις αναζήτησιν του Ηλιού;»

Δ΄ Βασ. 2,19 Οι άνδρες της Ιεριχούς είπαν προς τον Ελισαίον· «Ιδού, η τοποθεσία και η περιοχή της πόλεως είναι ωραία, όπως και συ, ο κύριος, βλέπεις, αλλά τα νερά είναι επιβλαβή και η γη δεν βλαστάνει και δεν καρποφορεί».

Δ΄ Βασ. 2,20 Ο Ελισαίος είπε προς αυτούς· «Φέρετέ μου μίαν καινούργιαν υδρίαν και βάλετε μέσα εις αυτήν αλάτι». Επήραν και την έφεραν προς αυτόν, όπως τους είπε.

Δ΄ Βασ. 2,21 Ο Ελισαίος εβγήκε προς την πηγήν των υδάτων, έρριψεν εκεί το αλάτι και είπεν· «Αυτά λέγει ο Κύριος· Εγώ εξυγιαίνω τα ύδατα και δεν θα προέρχεται πλέον από αυτά θάνατος και ακαρπία εις την γην».

Δ΄ Βασ. 2,22 Πράγματι τα ύδατα εξυγιάνθησαν από της ώρας εκείνης και μένουν ζωογόνα και χρήσιμα μέχρι της ημέρας αυτής, σύμφωνα με την εντολήν την οποίαν ο Ελισαίος είπεν.

Δ΄ Βασ. 2,23 Ο Ελισαίος ανεχώρησεν από την Ιεριχώ προς την Βαιθήλ. Ενώ δε ανέβαινεν αυτός τον δρόμον του, εβγήκαν μικρά παιδιά από την πόλιν και τον ενέπαιζαν λέγοντα· «Ανάβαινε, φαλακρέ, ανάβαινε».

Δ΄ Βασ. 2,24 Εγύρισεν οπίσω προς αυτά ο Ελισαίος, τα είδε και τα κατηράσθη εν ονόματι του Κυρίου· και ιδού εβγήκαν δύο άρκτοι από το δάσος και κατεσπάραξαν τεσσαράκοντα δύο παιδιά από αυτά.

Δ΄ Βασ. 2,25 Ο Ελισαίος μετέβη από εκεί στο όρος Κάρμηλον και από εκεί επανήλθεν εις την Σαμάρειαν.

Μετάφραση Ιωάννης Κολιτσάρας. Από την ιστοσελίδα Ιεράς Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/12.%20VasilionD.htm