Όσιος Παφνούτιος, Η συνάντηση με τους τέσσερις Αββάδες και το θαύμα των ζεστών ψωμιών

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Αφηγείται ο Όσιος Παφνούτιος: Μετά από αυτά [δηλαδή την κήδευση του Οσίου Ονουφρίου], έφυγα από εκείνο το μέρος και, αφού περπάτησα τέσσερις ημέρες, έφτασα σε ένα κελί. Μπήκα μέσα, αλλά δεν βρήκα κανέναν. Κάθισα, λοιπόν, και περίμενα τον ένοικο, ο οποίος ήρθε μετά από λίγη ώρα.

Η όψη του ήταν θαυμαστή και σεβάσμια· είχε κάτασπρα μαλλιά και φορούσε ένα ένδυμα πλεγμένο από φύλλα φοίνικα, ενώ το πρόσωπό του έλαμπε σαν θείου Αγγέλου.

Μόλις με είδε, μου είπε: «Ειρήνη σε σένα, αδελφέ μου και συνεργάτη Παφνούτιε, εσύ που κήδεψες τον μακάριο Ονούφριο».

Ακούγοντας αυτά τα λόγια ξαφνιάστηκα και, πέφτοντας στο έδαφος, τον προσκύνησα.

Εκείνος όμως μου είπε: «Σήκω, παιδί μου. Ο Κύριος σε αξίωσε να απολαύσεις τη συντροφιά των φίλων Του, και μάλιστα Εκείνος μας αποκάλυψε τον ερχομό σου. Μάθε ότι κλείνουμε ήδη εξήντα χρόνια που κατοικούμε σε αυτή την έρημο και ποτέ δεν είχαμε δει άλλον άνθρωπο».

Καθώς συζητούσαμε, έφτασαν άλλοι τρεις γέροντες, ίδιοι με εκείνον στην όψη και στο ντύσιμο. Αφού τους ασπάστηκα, καθίσαμε όλοι μαζί και μιλούσαμε για τον μακάριο Ονούφριο και για άλλους Αγίους.

Έπειτα μου είπαν: «Σήκω, παιδί μου, να φάμε κάτι για να στηριχτεί η καρδιά σου, γιατί περπάτησες πολύ δρόμο. Κι εμείς σήμερα μαζευτήκαμε εδώ για χάρη σου, ώστε να χαρούμε μαζί και στην ψυχή και στο σώμα».

Σηκωθήκαμε, λοιπόν, προσευχηθήκαμε και -τι να δω!- βλέπω μπροστά μου πέντε ζεστά ψωμιά, σαν να τα είχαν βγάλει εκείνη ακριβώς την ώρα από τον φούρνο.

Έφεραν κι εκείνοι μερικά άλλα φαγώσιμα και φάγαμε όσο χρειαζόταν.

Μετά την ευχαριστήρια προσευχή, μου είπαν: «Ιδού, όπως άκουσες, σήμερα συμπληρώνουμε εξήντα χρόνια σε αυτή την έρημο. Κάθε μέρα, με θεϊκή εντολή, μας έρχονται τέσσερα ψωμιά· σήμερα όμως, για χάρη σου, βρέθηκαν πέντε. Και δεν ξέρουμε από πού έρχονται· απλώς, αφού διαβάσουμε την ακολουθία του εσπερινού, τα βρίσκουμε έτοιμα πάνω στο τραπέζι».

Μετά από αυτό κάναμε αγρυπνία, προσευχόμενοι όλη τη νύχτα.

Όταν ξημέρωσε, τους παρακάλεσα να μου πουν τα ονόματά τους, αλλά δεν θέλησαν.

Μου αποκρίθηκαν: «Εκείνος που γνωρίζει τα πάντα, ξέρει και τα δικά μας ονόματα. Μόνο συγχώρεσέ μας και προσεύχου για εμάς, ώστε να ανταμώσουμε στον Παράδεισο».

Αφού λοιπόν πήρα την ευλογία τους, αναχώρησα…

Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Ιούνιος, τόμος στ’.