Όσιος Πέτρος ο εν Άθω, Η Παναγία τον οδηγεί στην κληρονομιά της στον Άθωνα και προφητεύει την εξέλιξη του τόπου

 (Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Καθώς έπλεαν και προχωρούσαν, έφτασαν μετά από λίγες ημέρες σε ένα ήσυχο και καλό λιμάνι και αγκυροβόλησαν. Ο Άγιος Πέτρος θέλησε να αναπαυθεί για λίγο, και μόλις τον πήρε ο ύπνος, βλέπει την Υπεραγία Θεοτόκο περιβεβλημένη με πολλή δόξα, τιμή και λαμπρότητα και με μεγάλη παρρησία.

Δίπλα της στεκόταν ο Άγιος Νικόλαος με πολύ φόβο και ευλάβεια και την παρακαλούσε λέγοντας:
«Ω Δέσποινα Θεοτόκε και Κυρία του κόσμου, επειδή αυτόν τον δούλο σου τον ελευθέρωσες από εκείνη την πικρή αιχμαλωσία με το πανάγιο θέλημα του Υιού Σου και Θεού μας, δείξε του και έναν τόπο ήσυχο, για να εκτελεί το θέλημα του Θεού σε όλη του τη ζωή, όπως ακριβώς υποσχέθηκε ο ίδιος».

Τότε η Κυρία Θεοτόκος στράφηκε και είπε στον Άγιο Νικόλαο:
«Η κατοικία και η ανάπαυσή του δεν μπορεί να βρεθεί αλλού, παρά μόνο στο όρος του Άθω, το οποίο έλαβα από τον Υιό μου και Θεό ως δική μου κληρονομιά. Σκοπός είναι, όσοι θέλουν να μακρύνουν από τις κοσμικές φροντίδες και την ταραχή του κόσμου, να πηγαίνουν εκεί για να υπηρετούν τον Θεό απερίσπαστα και χωρίς εμπόδια· και από εδώ και στο εξής θα ονομάζεται Άγιον Όρος και δικός μου κήπος. Αγαπώ δε εξαιρετικά και βοηθώ εκείνους που πηγαίνουν στο Όρος αυτό για να υπηρετήσουν ολοψύχως τον Θεό, και θα έρθει καιρός που αυτό θα γεμίσει από τη μια άκρη έως την άλλη με πλήθος μοναχών.

Για τον λόγο αυτό χαίρεται και αγάλλεται το πνεύμα μου, διότι αυτοί θα αινούν και θα δοξολογούν παντοτινά το όνομα του Υιού μου και Θεού. Δεν πρόκειται να χωριστώ από αυτούς, αληθινά, εάν κι εκείνοι φυλάττουν τις εντολές Του. Θα μεγαλύνω το όνομα του Όρους αυτού σε Ανατολή και Δύση, Νότο και Βορρά, και θα το κάνω ξακουστό σε όλο τον κόσμο.
Όσους δε υπομένουν σε αυτό θλίψη και στενοχώρια, θα τους αξιώσω με μεγάλα χαρίσματα κατά τη μεγάλη ημέρα του Υιού μου. Θα έχουν από εμένα μεγάλη βοήθεια, διότι θα τους ανακουφίζω στους πόνους και τους κόπους τους, και θα αποδιώκω από αυτούς τους νοητούς και αισθητούς πειρασμούς των εχθρών του Υιού μου».

Αυτά είπε η Υπεραγία Θεοτόκος σε όραμα στον Όσιο Πέτρο. Ας γνωρίσει όμως ο καθένας, από την έκβαση των πραγμάτων αυτής της ψυχωφελούς διήγησης, την πολλή ευσπλαχνία του Χριστού, την αγάπη που έδειξε ο Άγιος Νικόλαος στον δούλο του Θεού, καθώς και τη μέγιστη βοήθεια που πρόσφερε η Παναγία σε εκείνον που την ικέτευε. Ακόμη, ας δει την υπομονή και την πίστη του Αγίου Πέτρου, και πώς εκπλήρωσε τις υποσχέσεις του στον Θεό, όπως ακριβώς είχε τάξει.

Ο Όσιος ξύπνησε αμέσως και του φαινόταν ότι έβλεπε ακόμη το όραμα μπροστά του· ευχαρίστησε λοιπόν τον Θεό για όσα τον αξίωσε να δει. Ήταν τότε περίπου η τρίτη ώρα της ημέρας (εννέα το πρωί). Οι ναύτες, βλέποντας τον καιρό καλό και τον άνεμο ευνοϊκό, άνοιξαν τα πανιά και συνέχισαν το ταξίδι τους ανεμπόδιστα.

Καθώς όμως έφτασαν κοντά στο Άγιον Όρος γεμάτοι χαρά και ευθυμία, έγινε ένα μεγάλο θαύμα: το πλοίο ακινητοποιήθηκε κοντά στη Μονή της Παναγίας, ανάμεσα στον ταρσανά και στη θέση που ονομάζεται Περδίκι, και δεν πήγαινε ούτε μπρος ούτε πίσω. Και ενώ τα πανιά κινδύνευαν να σκιστούν από τη δύναμη του ανέμου, το πλοίο στεκόταν σαν να ήταν αραγμένο.

Μόλις είδαν οι ναύτες αυτό το απροσδόκητο θαύμα, απόρησαν και έλεγαν ο ένας στον άλλον: «Τι να συμβαίνει άραγε και εμποδίζεται ο δρόμος μας; Ο άνεμος είναι καλός, το βάθος της θάλασσας μεγάλο και το πέλαγος ανοιχτό· ίσως όμως κάπου να φταίξαμε στον Θεό και θέλει να μας βουλιάξει εδώ».

Αυτά έλεγαν κλαίγοντας και αναστενάζοντας.

Τότε ο Άγιος Πέτρος τους είπε: «Παιδιά μου εν Κυρίω, πείτε μου πώς λέγεται αυτό το βουνό; Ίσως μπορέσω, με τη βοήθεια του Θεού, να παρηγορήσω τη λύπη σας και να λύσω την απορία σας».

Εκείνοι απάντησαν: «Αυτό ονομάζεται όρος του Άθω, τίμιε πάτερ».

«Λοιπόν», λέει ο Άγιος, «να ξέρετε, παιδιά μου, ότι εξαιτίας μου έγινε το σταμάτημα του πλοίου σας· αν δεν με αποβιβάσετε για να με αφήσετε σε αυτόν τον τόπο, δεν θα μπορέσετε να φύγετε από εδώ».

Εκείνοι, μόλις άκουσαν αυτά τα λόγια από τον Άγιο, λυπήθηκαν πολύ που θα τον στερούνταν. Τότε, αν και δεν το ήθελαν, αναγκάστηκαν και αποβίβασαν τον Άγιο έξω, στην άκρη του Όρους.

Οι ναύτες έλεγαν με πόνο καρδιάς στον Άγιο: «Αλίμονό μας, γιατί στερηθήκαμε σήμερα μια μεγάλη σκέπη και βοήθεια από την αγιοσύνη σου, άγιε πάτερ».

Ο Άγιος τους έδωσε την ευχή του και είπε: «Ο φιλάνθρωπος Θεός, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, Αυτός να σας διαφυλάττει από κάθε βλάβη ψυχής και σώματος· κι εμένα τον αμαρτωλό να με σκεπάσει με τα άγια χέρια Του από τις παγίδες του διαβόλου, και να με ενδυναμώσει στο πανάγιο θέλημά Του, ώστε να Τον υπηρετήσω θεάρεστα».

Έπειτα, αφού τους συμβούλευσε, τους ευλόγησε και τους ασπάστηκε, σταύρωσε το πλοίο τρεις φορές με το χέρι του και είπε: «Πηγαίνετε, αδελφοί μου, στον δρόμο της ειρήνης, και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός να είναι μαζί σας πάντοτε, στους αιώνες. Αμήν». Και με αυτόν τον τρόπο τους κατευόδωσε στο καλό.

Αφού ο μακάριος Πέτρος έμεινε μόνος, στάθηκε και προσευχήθηκε. Έπειτα, κάνοντας το σημείο του Σταυρού σε όλο του το σώμα, άρχισε να ανεβαίνει από ένα μονοπάτι στενό και δύσβατο μέσα στο πυκνό δάσος, από το οποίο άνθρωπος δεν είχε περάσει ποτέ, παρά μόνο ίχνη από άγρια θηρία φαίνονταν.

Για τον λόγο αυτό, με πολύ κόπο και πολύ ιδρώτα κατάφερε να ανέβει ψηλότερα και να βρει ένα μικρό επίπεδο μέρος, καθαρό από δέντρα, που είχε καλό και υγιεινό αέρα· εκεί κάθισε για λίγο και αναπαύθηκε.

Έπειτα σηκώθηκε πάλι και άρχισε να αναζητά κατάλληλο τόπο για να ησυχάζει και να ασκητεύει. Αφού περπάτησε σε πολλούς και υψηλούς τόπους, σε ράχες, χαράδρες, βουνά και λαγκάδια, βρήκε τελικά ένα σπήλαιο βαθύ και πολύ σκοτεινό, κλεισμένο από πολλά δέντρα και αθέατο.

Ο όσιος Πέτρος τιμάται στις 12 Ιουνίου.