Προφήτης Ιώβ, Η απάντησή του στην κριτική που του έγινε

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Ιώβ 6

Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2026/06/profitis-iov-ton-asyneton-kai-asevi-ton-fonevei-i-asygkratitos-aganaktisi-tou/

Ιώβ. 6,1 Επήρεν ακολούθως τον λόγον ο Ιώβ και είπεν·

Ιώβ. 6,2 “εάν κανείς θελήση να ζυγίση την θείαν εναντίον μου οργήν και μαζή με όλας τας οδύνας μου την τοποθετήση στον ένα δίσκον του ζυγού,

Ιώβ. 6,3 εις δε τον άλλον την άμμον της θαλάσσης, θα έβλεπεν ότι η θεία οργή και αι θλίψεις μου είναι βαρύτεροι από την άμμον, που υπάρχει εις την παραλίαν της θαλάσσης. Φαίνεται όμως ότι τα λόγια των παραπόνων μου είναι απρεπή και άσεμνά.

Ιώβ. 6,4 Τα βέλη όμως του Κυρίου έχουν εμπηχθή στο σώμα μου και η δριμύτης των μου πίνει το αίμα. Όταν δε αρχίζω να ομιλώ, εκείνα με κεντούν οδυνηρώς.

Ιώβ. 6,5 Τι λοιπόν; Μήπως, τάχα, ο άγριος όνος φωνάζει αναιτίως, πάρα μόνο εάν πεινά και ζητή την τροφήν του; Μηπως το βόδι αφήνει την ισχυράν κραυγή του, όταν υπάρχη η τροφή του εις την φάτνην του; Όχι.

Ιώβ. 6,6 Μήπως τρώγετε ευχαρίστως ψωμί χωρίς άλατι; Όχι. Μήπως ημπορεί ποτέ να παρατεθή γεύμα με άδεια λόγια και χωρίς τρόφιμα;

Ιώβ. 6,7 Λέγω αυτά, διότι δεν ημπορεί να εξαλειφθή η αηδία και η δυσφορία, που μου προκαλούν τα φαγητά. Σαν βρώμην, με την οποίαν τρέφονται τα ζώα και όχι άνθρωποι βλέπω τας τροφάς μου και η μυρωδιά των μου προκαλεί αηδίαν, όπως η δυσώδης αποφορά του λέοντος.

Ιώβ. 6,8 Είθε να ευδοκήση ο Κυριος και εκπληρωθή το προς αυτόν αίτημά μου. Είθε να μου δώση ο Κύριος αυτό, που ποθώ και ελπίζω.

Ιώβ. 6,9 Ο Κύριος, ο οποίος ήρχισε να με κτυπά με τας θλίψεις, ας με κτυπήση ακόμη εφ’ όσόν το θέλει. Αλλά ας μη μου στείλη εν τέλει τον θάνατον.

Ιώβ. 6,10 Είθε ο τάφος μου να είναι εντός της πόλεως, εις τα τείχη της οποίας ως παιδίον επηδούσα και έπαιζα. Δεν θα λυπηθώ τότε. Ζητώ τούτο, διότι δεν εφέρθην με δολιότητα απέναντι του Θεού, ούτε διέψευσα με παραβάσεις της ζωής μου τα άγια λόγια του.

Ιώβ. 6,11Επικαλούμαι τον θάνατον, διότι πόση και ποία είναι η δύναμις και η αντοχή μου, διά να υπομένω τόσα βάσανα; Επί πόσον χρόνον ακόμη η ψυχή μου θα ανέχεται την ταλαιπωρίαν αυτήν;

Ιώβ. 6,12 Μήπως, τάχα, η δύναμίς μου έχει την αντοχήν των λίθων ή αι σάρκες μου είναι καμωμένες από χαλκόν, ώστε να είναι αναίσθητοι στον πόνον;

Ιώβ. 6,13 Εις τον Κύριον δεν είχα έως τώρα στηρίξει την πεποίθησιν και την ελπίδα μου; Και όμως κάθε βοήθεια απεμακρύνθη από εμέ.

Ιώβ. 6,14 Ευσπλαγχνία εκ μέρους Θεού και ανθρώπων με απηρνήθη. Η δε στοργική επίσκεψις του Κυρίου με παρέβλεψε.

Ιώβ. 6,15 Και οι πλέον στενοί συγγενείς μου δεν έρριψαν ούτε ένα βλέμμα συμπαθείας εις εμέ. Επέρασαν από εμπρός μου σαν τον χείμαρρον, που φεύγει γρήγορα και εγκαταλείπει την κοίτην του. Ωσάν το κύμα με αντιπαρήλθον.

Ιώβ. 6,16 Εκείνοι που άλλοτε είχαν μεγάλον σεβασμόν και εκτίμησιν προς εμέ, με συνήντησαν τόσον κρύοι και παγωμένοι, όσον κρύο είναι το χιόνι και ο παγωμένος κρύσταλλος.

Ιώβ. 6,17 Όπως όταν από την θερμότητα του ηλίου λυώνη το χιόνι και δεν φαίνεται τι ήτο αυτό προηγουμένως,

Ιώβ. 6,18 έτσι και εγώ εγκατελείφθην από όλους. Έχω χαθή πλέον δι’ αυτούς και ευρίσκομαι μακράν από το σπίτι μου.

Ιώβ. 6,19 Ιδέτε τας πορείας των Θαιμανών, ιδέτε τας δυσβάτους ατραπούς των Σαβαίων, πως πορευόμενοι διά μέσου καυστικών ερήμων τόπων ποθούν δροσερόν ύδωρ. Έτσι και εγώ επόθησα ως δροσερόν ύδωρ την παρηγορίαν.

Ιώβ. 6,20 Εκείνοι που στηρίζουν την πεποίθησίν των εις τας οχυράς πόλεις των και εις τα πλούτη των, θα πληρώσουν την πεποίθησιν των αυτήν με καταισχύνην.

Ιώβ. 6,21 Τώρα δε και σεις οι φίλοι μου έχετε επιτεθή εναντίον μου χωρίς οίκτον, χωρίς ευσπλαγχνίαν, ώστε όταν είδατε την συμφοράν μου, κατελήφθητε από φόβον και τρόμον.

Ιώβ. 6,22 Διατί αυτή η συμπεριφορά σας; Μήπως εγώ εζήτησα κάτι το υλικόν από σας, η ευρέθηκα εις ανάγκην και επεκαλέσθην την δύναμίν σας,

Ιώβ. 6,23 ώστε να με σώσετε από τους εχθρούς μου η να με γλυτώσετε από τας χείρας των τυράννων;

Ιώβ. 6,24 Διδάξατέ με και πληροφορήσατέ με. Εγώ δε ωσάν κωφός δεν θα ανοίξω το στόμα μου. Εάν εις κάτι έχω πλανηθή, είπατέ το ελευθέρως.

Ιώβ. 6,25 Άλλα, όπως φαίνεται, είναι απρεπή και άσχημα τα λόγια εκείνου, ο οποίος λέγει την αλήθειαν. Την αλήθειαν είπατε, διότι εγώ δεν ζήτω να με ενισχύσετε με την ιδικήν σας δύναμιν,

Ιώβ. 6,26 ούτε όμως και ο έλεγχος τον οποίον ενδεχομένως απευθύνετε προς εμέ θα σταματήση τα λόγια των παραπόνων μου. Ούτε ένα λόγον ελεγκτικόν θα ανεχθώ, εφ’ όσον δεν επιμαρτυρείται από τα πράγματα.

Ιώβ. 6,27 Έτσι φερόμενοι επιτίθεσθε εναντίον μου, όπως εις ένα ανυπεράσπιστον ορφανόν παιδί. Με ορμήν πηδάτε εναντίον εμού του φίλου σας.

Ιώβ. 6,28 Τώρα δε ατενίζων σας κατά πρόσωπον, δεν θα είπω ψέματα, αλλά την αλήθειαν.

Ιώβ. 6,29 Καθίσατε, λοιπόν, και μη εκτρέπεσθε εις αδίκους κρίσεις εναντίον μου,

Ιώβ. 6,30 διότι εις την γλώσσαν μου δεν υπάρχει τίποτε το άδικον. Μήπως, τάχα, ο λάρυγξ μου δεν λέγει, όσα ο νους μου με σύνεσιν μελετά και αποδέχεται;

Μετάφραση Ιωάννης Κολιτσάρας. Από την ιστοσελίδα Ιεράς Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/25.%20Iov.htm