Μια μέρα, ο Πέτρος και ο Ιωάννης ανέβαιναν στον Ναό των Ιεροσολύμων για την καθιερωμένη απογευματινή προσευχή. Στην «Ωραία Πύλη» του Ναού βρισκόταν ένας άνδρας, παράλυτος από τη γέννησή του, τον οποίο μετέφεραν εκεί καθημερινά οι συγγενείς του για να ζητιανεύει από τους περαστικούς. Καθώς είδε τους δύο Αποστόλους να ετοιμάζονται να μπουν στο ιερό, τους ζήτησε ελεημοσύνη.
Ο Πέτρος τον κοίταξε επίμονα και του ζήτησε να προσέξει αυτούς τους δύο. Ο ζητιάνος τους κοίταξε με ελπίδα, περιμένοντας να λάβει κάποιο νόμισμα. Τότε ο Πέτρος του είπε: «Ασήμι και χρυσάφι δεν έχω, αλλά αυτό που έχω, αυτό σου δίνω: Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω και περπάτα».
Αμέσως, ο Πέτρος τον έπιασε από το δεξί χέρι και τον βοήθησε να σηκωθεί. Την ίδια στιγμή, οι πατούσες και οι αστράγαλοι του άνδρα απέκτησαν δύναμη. Με ένα πήδημα στάθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει. Μπήκε μαζί τους στον Ναό, περπατώντας, πηδώντας από χαρά και δοξάζοντας τον Θεό. Ο κόσμος που τον έβλεπε έμεινε κατάπληκτος, καθώς όλοι τον αναγνώρισαν ως τον άνθρωπο που καθόταν τόσα χρόνια στην πύλη, και το γεγονός αυτό έγινε η αφορμή για να ακούσουν το κήρυγμα του Πέτρου για τον Χριστό.
Ενώ δε ο θεραπευθείς παράλυτος ακολουθούσε τον Πέτρο και τον Ιωάννη, έτρεξε προς αυτούς όλος ο λαός με πολύ θαυμασμό και έκπληξη στο υπόστεγο, που ονομαζόταν στοά του Σολομώντος. Οταν δε είδε ο Πετρος τον λαό, έλαβε τον λόγον και είπε· “άνδρες Ισραηλίται, τι θαυμάζετε, για το γεγονός αυτό και μας κοιτάτε σα να τον καναμε εμείς να περπατάει; Ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Θεός των προγόνων μας, δόξασε τον Ιησού. Εσείς, όμως, τον παραδώσατε σε σταυρικό θάνατο και τον αρνηθήκατε εμπρός στον Πιλάτο, όταν εκείνος έκρινε ότι έπρεπε να τον ελευθερώσει. Αυτόν δε, ο οποίος είναι αρχηγός και χορηγός της ζωής, τον σκοτώσατε. Ο Θεός όμως τον ανέστησε εκ νεκρών και του γεγονότος αυτού ημείς οι Απόστολοί του είμαστε οι μάρτυρες. Και αυτή η πίστις μας στο όνομα αυτού σήκωσε αυτόν τον άνθρωπο, τον οποίον βλέπετε υγιή.