Άγιος Αθανάσιος ο εν Άθω, Το πρώτο του θαύμα όταν έκτιζε την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Αφού λοιπόν δέχτηκε τον χρυσό τον οποίο έστειλε ο φίλος του Νικηφόρος Φωκάς ο οποίος ήταν στρατηγός τότε, άρχισε το έτος 961 να χτίζει με πολλούς κόπους και ιδρώτα το ησυχαστήριο, μέσα στο οποίο έχτισε ναό αφιερωμένο στο όνομα του πανένδοξου Προδρόμου και Βαπτιστή Ιωάννη.

Έπειτα, θέλησε να χτίσει πιο κάτω, στα Μελανά -εκεί όπου είχε την καλύβα του- μια πανέμορφη εκκλησία στο όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Ο εχθρός, όμως, δεν το ανεχόταν αυτό και πολέμησε όσο μπορούσε για να εμποδίσει την ανέγερση του οικοδομήματος. Ενοχλούσε τους χτίστες και ο μισόκαλος, με τις δαιμονικές του ενέργειες, άφηνε τα χέρια τους παράλυτα την ώρα που έβαζαν τα θεμέλια, σε σημείο που δεν μπορούσαν ούτε στο στόμα τους να τα φέρουν για να φάνε.

Και ενώ ο πονηρός και άδικος έκανε αυτά, ο δίκαιος άνδρας ανέπεμψε προσευχή και έψαλε το Τρισάγιο, καθώς και κάποια τροπάρια.

Και τότε, ω του θαύματος!

Λύθηκαν τα χέρια τους και ο πονηρός ντροπιάστηκε.

Αυτό ήταν το πρώτο θαύμα που τέλεσε ο Όσιος, ο οποίος έπιασε πρώτος την αξίνα και έσκαβε πεισματικά κόντρα στον δαίμονα.

Τότε και οι τεχνίτες άρχισαν να εργάζονται ανενόχλητοι, βλέποντας αυτό το μεγάλο θαύμα.

Μέσα στον σεβασμό τους για τον αξιοθαύμαστο Αθανάσιο, έπεσαν στα πόδια του και τον παρακαλούσαν να τους κείρει μοναχούς.

Ο μακάριος άνδρας υπάκουσε και τους έκειρε μοναχούς, ευχαριστώντας τον Κύριο γιατί, πριν ακόμα χτιστεί το μοναστήρι, του έστειλε κατοίκους· οι οποίοι μάλιστα δεν έχτιζαν σαν μισθοφόροι εργάτες, αλλά σαν ιδιοκτήτες, φροντίζοντας με τον καλύτερο τρόπο το σπίτι που θα τους ανάπαυε.

Έτσι, χάρη στη μεγάλη τους φροντίδα, το έργο προόδευε και μεγάλωνε γρήγορα.

Διασκευή από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Ιούλιος, τόμος ζ’.