(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Δ Βασιλειών 6
Συνέχεια από εδώ: https://www.pemptousia.gr/2026/07/profitis-elisaios-i-therapeia-tou-archistratigou-naiman-kai-i-timoria-tou-giezi/
Δ Βασ. 6,1 Οι προφήτες είπαν κάποιαν ημέραν προς τον Ελισαίον· “ιδού, ο τόπος στον οποίον μένομεν υπό την ιδικήν σου πνευματικήν δικαιοδοσίαν, είναι στενός διά ημάς.
Δ Βασ. 6,2 Δος μας την άδειαν να μεταβώμεν στον Ιορδάνην. Εκεί ο καθένας από ημάς ας πάρη κανένα δοκάρι και ας κατασκευάσωμεν διά τον εαυτόν μας εκεί κατοικίας”. Ο Ελισαίος τους είπε· “πηγαίνετε”.
Δ Βασ. 6,3 Ένας από τους προφήτες είπε παρακαλών τον Ελισαίον· “έλα και συ μαζί με ημάς τους δούλους σου”. Ο Ελισαίος απήντησε· “θα έλθω μαζί σας”.
Δ Βασ. 6,4 Επήγε μαζί των, ήλθον στον Ιορδάνην και έκοπτον τα ξύλα.
Δ Βασ. 6,5 Αίφνης ένας από αυτούς, ενώ έκοπτε μίαν δοκόν, το σίδηρον από τον πέλεκύν του έπεσεν στο νερό του Ιορδάνου και εφώναξε προς τον Ελισαίον· “ω κύριε! Το σίδηρον αυτό έπεσεν στον ποταμόν και δεν φαίνεται πλέον”.
Δ Βασ. 6,6 Ο προφήτης Ελισαίος τον ηρώτησε· “πού ακριβώς έπεσε;” Εκείνος του έδειξε τον τόπον. Ο προφήτης εξεφλούδισεν ένα κομμάτι ξύλου και το έρριψεν εκεί, το δε σίδηρον του πελέκεως ανήλθεν εις την επιφάνειαν του ύδατος.
Δ Βασ. 6,7 Ο Ελισαίος είπεν στον άνθρωπον εκείνον· “πάρε το από το ύδωρ”. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και το επήρε.
Δ Βασ. 6,8 Κατά την εποχήν εκείνην ο βασιλεύς της Συρίας ευρίσκετο εις πόλεμον εναντίον του Ισραηλιτικού λαού. Συνεσκέφθη δέ με τους ανθρώπους του και είπε· “εις κάποιον κατάλληλον τόπον θα στήσω ενέδραν εναντίον των Ισραηλιτών”.
Δ Βασ. 6,9 Ο Ελισαίος, φωτισθείς από τον Θεόν, έστειλε προς τον βασιλέα του Ισραήλ άνθρωπον και του είπε· “πρόσεξε να μη περάσης από τον τόπον εκείνον, διότι οι Σύροι έχουν στήσει εκεί ενέδραν”.
Δ Βασ. 6,10 Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού έστειλεν ανθρώπους εις την θέσιν εκείνην, που είχε καθορίσει ο προφήτης Ελισαίος, και απέφυγαν ούτε μίαν ούτε δύο φοράς, αλλά επανειλημμένως να περάσουν από εκεί και να πέσουν εις την ενέδραν.
Δ Βασ. 6,11 Εξερεθίσθη ο βασιλεύς της Συρίας εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, εκάλεσε τους ανθρώπους του και τους είπε· “δεν θα μου φανερώσετε λοιπόν, ποιος είναι εκείνος, ο οποίος με προδίδει στον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού;”
Δ Βασ. 6,12 Ένας από τους ανθρώπους του είπε προς αυτόν· “κύριέ μου και βασιλεύ, κανένας από ημάς δεν σε προδίδει, αλλά ο προφήτης Ελισαίος, ο οποίος ευρίσκεται μεταξύ των Ισραηλιτών, καθιστά γνωστούς στον βασιλέα των Ισραηλιτών όλους τους λόγους, τους οποίους θα είπης συ και στο εσωτερικότερον ακόμη δωμάτιον του ύπνου σου”.
Δ Βασ. 6,13 Ο βασιλεύς της Συρίας είπε· “πηγαίνετε, λοιπόν, ερευνήσατε, διά να μάθετε, πού είναι αυτός. Εγώ δε θα στείλω άνδρας, να τον συλλάβουν”. Ανήγγειλαν εις αυτόν λέγοντες· “ιδού ευρίσκεται εις Δωθαΐμ”.
Δ Βασ. 6,14 Ο βασιλεύς της Συρίας απέστειλεν εναντίον του Ελισαίου ιππικόν, πολεμικά άρματα και ισχυρόν στρατόν πεζικού. Έφθασαν εις Δωθαΐμ κατά το διάστημα της νυκτός και περιεκύκλωσαν την πόλιν.
Δ Βασ. 6,15 Ο υπηρέτης του Ελισαίου εσηκώθη πρωί και εβγήκεν έξω από το σπίτι. Αίφνης είδε γύρω από την πόλιν στρατιωτικήν δύναμιν πεζικού, πολεμικά άρματα και ιππικόν, να την έχουν περικυκλώσει και είπεν ο υπηρέτης προς τον Ελισαίον· “ω κύριε! Τι θα κάμωμεν;”
Δ Βασ. 6,16 Ο Ελισαίος του απήντησε· “μη φοβήσαι, διότι περισσότεροι είναι εκείνοι, που ευρίσκονται μαζί μας, παρά εκείνοι οι οποίοι είναι μαζί με αυτούς”.
Δ Βασ. 6,17 Ο Ελισαίος προσηυχήθη προς τον Θεόν και είπε· “Κύριε, άνοιξε, σε παρακαλώ, τα μάτια αυτού του παιδαρίου, διά να ίδη”. Ο Κύριος πράγματι ήνοιξε τα μάτια εκείνου και είδε· και ιδού ότι το όρος ήτο γεμάτον από ιππικόν και άρματα πύρινα γύρω από τον Ελισαίον.
Δ Βασ. 6,18 Οι Σύροι κατέβησαν με τον σκοπόν να συλλάβουν τον άνθρωπον του Θεού. Ο Ελισαίος προσηυχήθη στον Κύριον και είπε· “κτύπησε, σε παρακαλώ, τον λαόν αυτόν με τύφλωσιν”. Πράγματι ο Κύριος εκτύπησε τον στρατόν των Σύρων, όπως είπεν ο Ελισαίος, με τύφλωσιν.
Δ Βασ. 6,19 Ο Ελισαίος είπε προς τους προελαύνοντας στρατιώτες· “δεν είναι αυτή η πόλις και ούτε η οδός. Ελάτε κοντά μου και εγώ θα σας οδηγήσω προς τον άνθρωπον, τον οποίον ζητείτε”. Ο Ελισαίος ωδήγησεν αυτούς μέσα εις την Σαμάρειαν.
Δ Βασ. 6,20 Όταν εισήλθον εις την Σαμάρειαν, παρεκάλεσεν ο Ελισαίος τον Κύριον και είπε· “άνοιξε, σε παρακαλώ, τα μάτια των και ας ίδουν, πού ευρίσκονται”. Πράγματι ο Κύριος ήνοιξε τα μάτια των και αίφνης είδον, ότι ευρίσκοντο μέσα εις την Σαμάρειαν.
Δ Βασ. 6,21 Ο βασιλεύς των Ισραηλιτών, όταν είδε τον στρατόν της Συρίας εγκλωβισμένον μέσα εις την Σαμάρειαν, είπε προς τον Ελισαίον· “να κτυπήσω και εξοντώσω αυτούς, πάτερ;”
Δ Βασ. 6,22 Ο Ελισαίος απήντησε· “δεν έχεις το δικαίωμα να κτυπήσης παρά μόνον εκείνους, τους οποίους συ συνέλαβες αιχμαλώτους με την ρομφαίαν και το τόξον σου. Αλλά τώρα να παραθέσης εις αυτούς άρτον και ύδωρ. Ας φάγουν, ας πίουν και ας απέλθουν ελεύθεροι προς τον βασιλέα των”.
Δ Βασ. 6,23 Ο βασιλεύς του Ισραήλ παρέθεσε κατόπιν της εντολής του Ελισαίου εις αυτούς πλουσίαν τράπεζαν. Εκείνοι δε έφαγον και έπιον. Έπειτα τους αφήκεν ελευθέρους να αναχωρήσουν και απήλθον προς τον βασιλέα των. Άλλην δε φοράν, ληστρικά τμήματα της Συρίας δεν επεχείρησαν να εισέλθουν εις την γην του Ισραήλ.
Δ Βασ. 6,24 Έπειτα από αυτά ο υιός Άδερ, ο βασιλεύς της Συρίας, συνήθροισεν όλον τον στρατόν του και επήλθεν εναντίον της Σαμαρείας, την οποίαν και περιεκύκλωσε.
Δ Βασ. 6,25 Λόγω δε της πολιορκίας έπεσε μεγάλη πείνα μέσα εις την Σαμάρειαν. Οι Σύροι στρατιώτες περιεκύκλωσαν επί τόσον χρονικόν διάστημα την πόλιν, ώστε, εξ αιτίας της ελλείψεως τροφής, μία άνευ άλλως αξίας κεφαλή όνου επωλείτο αντί πεντήκοντα αργυρών σίκλων και ένα τέταρτον του κάβου της κόπρου των περιστερών επωλείτο αντί πέντε αργυρών σίκλων.
Δ Βασ. 6,26 Ο βασιλεύς του ισραηλιτικού λαού περιπατούσε κάποιαν ημέραν επάνω στο τείχος της Σαμαρείας. Κάποια δε γυναίκα εφώναξε με μεγάλην φωνήν προς αυτόν και του είπε· “σώσε με, κύριε βασιλεύ. Πεθαίνω από την πείναν”.
Δ Βασ. 6,27 Ο βασιλεύς απήντησεν προς αυτήν· “εάν ο Κύριος δεν σε σώση, πώς εγώ θα ημπορέσω να σε σώσω; Μήπως από ανύπαρκτα προϊόντα του αλωνιού ή του ληνού;”
Δ Βασ. 6,28 Ο βασιλεύς την ηρώτησε· “τι σου συμβαίνει;” Εκείνη δε απήντησε· “μια γυναίκα μου είπε· Φέρε το παιδί σου να το φάγωμεν σήμερον, το δε δικό μου το παιδί θα το φάγωμεν αύριον.
Δ Βασ. 6,29 Πράγματι εψήσαμε το παιδί μου και το εφάγαμε. Και είπα προς αυτήν κατά την δευτέραν ημέραν· Φέρε τώρα το δικό σου το παιδί, διά να το φάγωμεν. Εκείνη όμως απέκρυψε το παιδί της”.
Δ Βασ. 6,30 Όταν ο βασιλεύς του ισραηλιτικού λαού ήκουσε τα λόγια αυτά της γυναικός, κατελήφθη από απέραντον οδύνην, έσχισε τα ιμάτιά του και εβάδιζεν έτσι επάνω στο τείχος φέρων μόνον σάκκινον ένδυμα. Κατάπληκτος ο ισραηλιτικός λαός είδε τον βασιλέα να φορή μόνον το εσωτερικόν σάκκινον ένδυμα.
Δ Βασ. 6,31 Καταληφθείς από μεγάλην αγανάκτησιν ο βασιλεύς είπεν· “ας με τιμωρήση ο Θεός με τας πλέον βαρείας τιμωρίας, εάν μείνη σήμερον το κεφάλι του Ελισαίου επάνω στους ώμους του”.
Δ Βασ. 6,32 Ο Ελισαίος εν τω μεταξύ εκάθητο στον οίκον του και μαζί του εκάθηντο οι πρεσβύτεροι της πόλεως. Ο βασιλεύς έστειλε κάποιον με την διαταγήν να εκτελέση τον Ελισαίον. Πριν όμως ο απεσταλμένος φθάση, ο Ελισαίος είπε προς τους πρεσβυτέρους· “γνωρίζετε ότι ο υιός του δολοφόνου βασιλέως έστειλεν άνθρωπον, διά να μου αφαιρέση την κεφαλήν; Προσέξατε, όταν ο απεσταλμένος αυτός έλθη, κλείσατε την θύραν και αφήσατέ τον στενοχωρούμενον έξω. Ο θόρυβος των ποδών του κυρίου του, που έρχεται εδώ δεν ακούεται πίσω από τον απεσταλμένον του;”
Δ Βασ. 6,33 Ενώ ακόμη ο Ελισαίος συνωμιλούσε με τους πρεσβυτέρους, ιδού ο απεσταλμένος διά να τον θανατώση, ήλθε προς αυτόν. Συγχρόνως σχεδόν έφθασε και ο βασιλεύς, ο οποίος είπε προς τον Ελισαίον· “σε ηνέχθην έως τώρα και σε αφήκα να ζήσης. Ιδού όμως ότι επήλθεν εναντίον μου αυτή η μεγάλη συμφορά εκ μέρους του Κυρίου. Τι άλλο βαρύτερον έχω να περιμένω ακόμη από τον Κύριον;”
Μετάφραση Ιωάννης Κολιτσάρας. Από την ιστοσελίδα Ιεράς Μητρόπολης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/12.%20VasilionD.htm