Τιμάται στις 10 Ιουλίου.
Όσιος Αθανάσιος ο Πεντασχοινίτης*
Ο θεοφόρος και θαυματουργός όσιος Αθανάσιος, ο λαμπρός τούτος αστέρας στο νοητό στερέωμα της αγιωτάτης Εκκλησίας της Κύπρου, ανήκει σε μια ιδιαίτερη ευλογημένη ομάδα αγίων. Δεν τον κόσμησε το μαρτυρικό στεφάνι, ούτε περιβλήθηκε ιερατικά και διδασκαλικά αξιώματα, αλλ’ ούτε και στεφανώθηκε με πολυχρόνιους ασκητικούς καμάτους και ιδρώτες της μοναχικής πολιτείας.
Τη βραχυχρόνια επίγεια βιοτή του διήλθε κοντά στους γονείς του, στην πτωχική οικία του, τηρώντας με ακρίβεια, ταπεινά και ευλαβικά, το θέλημα του Κυρίου! Στην ίδια κατηγορία ανήκει και ένας άλλος μεγάλος άγιος της κατά Κύπρον Εκκλησίας, ο όσιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής, η αγγελική ζωή του οποίου έχει να παρουσιάσει πολλές ομοιότητες προς τον εδώ εγκωμιαζόμενο όσιο.
Ο άγιος Αθανάσιος καταγόταν από το παραθαλάσσιο χωριό του Πεντασχοίνου¹. Το χωριό αυτό, που βρίσκεται σήμερα ερειπωμένο περί τα 6 χλμ. νότια του χωριού Άγιος Θεόδωρος της επαρχίας Λάρνακας, άκμαζε —σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες— από τους ρωμαϊκούς ήδη χρόνους, και λειτουργούσε μέχρι και τον 18ο αιώνα, οπότε και εγκαταλείφθηκε². Εδώ λοιπόν γεννήθηκε και ανατράφηκε ο όσιος, εδώ και αγίασε, και εδώ τάφηκε, απ’ όπου και έλαβε την επωνυμία Πεντασχοινίτης (ορθότερα Πεντασχινίτης).
Για τη ζωή του οσίου Αθανασίου δεν μάς είναι γνωστά πολλά πράγματα. Τα λίγα, αλλά σημαντικώτατα βιογραφικά στοιχεία γι’ αυτόν, μάς διέσωσε ένας άλλος επίσης Κύπριος μεγάλος άγιος, ο όσιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης³, που καταγόταν από την Αμαθούντα4. Άκμασε κατά τον 7ο αιώνα, και εκοιμήθη κατά τις αρχές του 8ου. Αναδείχθηκε ένας από τους επιφανέστερους Σιναΐτες Πατέρες, και διακρίθηκε για τον αυστηρό βίο του, την βαθιά του μόρφωση και το γνήσια ορθόδοξο φρόνημά του. Μεταξύ των σπουδαιοτέρων πνευματικών συγγραμμάτων του περιλαμβάνονται ο «Οδηγός», οι «Ερωταποκρίσεις» και τα «Ψυχωφελή και στηρικτικά διηγήματα»5. Στο τελευταίο αυτό έργο του είναι που αναφέρεται στον όσιο Αθανάσιο, του οποίου προσκύνησε ο ίδιος το λείψανο και άκουσε γι’ αυτόν από τους γέροντες του Πεντασχοίνου. Ο όσιος Αναστάσιος εορτάζει στις 21 Απριλίου6.

Όσιος Αθανάσιος ο Πεντασχοινίτης
Σύμφωνα λοιπόν με τον άγιο Αναστάσιο, ο όσιος Αθανάσιος γεννήθηκε στο Πεντάσχοινο κατά τις αρχές του 7ου αιώνα από ενάρετο και θεοφιλή πατέρα. Μικρός ακόμη, έμεινε ορφανός από μητέρα, γι’ αυτό και ο πατέρας του νυμφεύθηκε ξανά7. Από την παιδική του ηλικία ο Αθανάσιος τήρησε άμεμπτα τις εντολές του Θεού, και μάλιστα την θερμή πίστη και αγάπη προς τον Κύριο, την αληθινή αγάπη προς τον πλησίον, καθώς και τον σεβασμό και την υπακοή προς τους γονείς του. Γι’ αυτό και, μόλις εικοσαετής, είχε ήδη καταστεί «σκεύος εκλογής» και ευώδες δοχείο των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος.
Ένεκα λοιπόν της μεγάλης του αγάπης προς τους πτωχούς και πονεμένους αδελφούς του, σκόρπιζε αφθονοπάροχα σ’ αυτούς τα αναγκαία για τη συντήρηση και διατροφή τους. Κάποια μέρα η μητρυιά του, σαν αντιλήφθηκε τί έκανε ο νέος, τον κατάγγειλε στον πατέρα του λέγοντας: «Γνώριζε πως ο Αθανάσιος όλα τα υπάρχοντα του σπιτιού, καθώς και τις προμήθειες στις αποθήκες μας τα έχει σκορπίσει εδώ κι εκεί. Τι θα απογίνουμε τώρα;»
Τότε ο πατέρας του, αφού τον κάλεσε, τον ρώτησε αν αλήθεια έτσι είχαν τα πράγματα. Κι ο ελεήμων Αθανάσιος αποκρίθηκε ταπεινά και ευλαβικά στον πατέρα του: «Πίστεψέ με, πατέρα μου, δεν γνωρίζω να έχω δώσει αλλού από τα πράγματα και τρόφιμά μας, παρά μόνο για να φιλοξενήσω και θρέψω τους πτωχούς και δυστυχισμένους, καθώς εσύ ο ίδιος με συμβούλευσες να κάνω· γιατί αληθινά εγώ τίποτα δεν σκόρπισα άσκοπα! Αλλά, για να μάθεις, πατέρα, πως τούτο το έκαμα ακολουθώντας το θέλημα του Θεού, έλα και ερεύνησε τις αποθήκες του σιταριού, του κρασιού και του λαδιού.» Και, σαν κατέβηκαν κι οι δυό τους στην αποθήκη, βρήκαν όλα τα πιθάρια του κρασιού και του λαδιού και τα δοχεία του σιταριοῦ, μετά που είχαν δαπανηθεί από τον Αθανάσιο, να είναι πάλιν, ώ του θαύματος, όλα γεμάτα με τη Χάρη του Κυρίου!
Ο όσιος, «τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς» (Σοφ. Σολομ. 4, 13). Γιατί λίγο μετά τα είκοσί του χρόνια ο Χριστός έλαβε ειρηνικά την οσία ψυχή του. Δεν παρήλθε όμως πολύς καιρός από την κοίμησή του και, για να τον δοξάσει ο Κύριος και στη γη, άρχισε να ενεργεί, με τη μεσιτεία του Αθανασίου, ποικίλα θαύματα. Ως πρώτο θαυμαστό σημείο «ο ενδοξαζόμενος εν τοις αγίοις αυτού» Θεός τέλεσε το εξής:
Κάποιο πλοίο, που ταξίδευε στη θάλασσα κοντά στο Πεντάσχοινο, κινδύνευε από την άγρια θαλασσοταραχή που είχε ξεσπάσει, να βυθισθεί. Ήτανε μέρα μεσημέρι. Εμφανίστηκε τότε ξαφνικά στους ναύτες ο όσιος, τριγυρίζοντας μέσα στο πλοίο και κυβερνώντας το, και το διέσωσε με τη βοήθεια του Θεού, οδηγώντας το με ασφάλεια στο λιμάνι του χωριού του. Τον ερώτησαν τότε οι ναύτες ποιός ήταν, και τους αποκρίθηκε πως ήταν ο «Αθανάσιος ο του Πεντασχοινίου» και αμέσως έγινε αφανής!

ΤΑΦΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΕΝΤΑΣΧΟΙΝΙΤΟΥ
Οι ναύτες συγκινημένοι κατέβηκαν κατόπιν στο χωριό, έχοντας μαζί τους ένα ασκό με λάδι, για να το προσφέρουν με ευγνωμοσύνη στον ναό του αγίου, που τους είχε σώσει. Τότε, κατά θεία Πρόνοια, βρήκαν στον δρόμο τον πατέρα του οσίου, στον οποίο διηγήθηκαν τη θαυμαστή διάσωσή τους, και τον ρώτησαν πού βρισκόταν ο ναός του Αγίου Αθανασίου, που τους είχε σώσει.
Ο θεοφιλής εκείνος γέροντας τους διαβεβαίωσε πως τέτοιος ναός δεν υπήρχε στην περιοχή τους. Από την περιγραφή όμως των χαρακτηριστικών του νεαρού αγίου, που τους διέσωσε, κατάλαβε πως επρόκειτο για τον γυιό του. Πορεύθηκαν τότε μαζί στον τάφο του, κι εκεί ο άγιος πατέρας του τον ρώτησε: «Παιδί μου, Αθανάσιε, σύ εμφανίστηκες στο πλοίο των ανθρώπων αυτών και τους έσωσες;»
Και ο πάντοτε υπάκουος Αθανάσιος ταπεινά αποκρίθηκε, ώ του θαύματος, σαν να ήταν ζωντανός: «Ναι, πατέρα μου. Ο Κύριος με απέστειλε, για να μην πάθουνε τίποτα κακό στον τόπο μας.» Τότε ο ενάρετος πατέρας του λέγει: «Κοιμήσου πάλιν, παιδί μου, μέχρι να σε αναστήση ο Χριστός». Όπως και έγινε8!
Αυτά λοιπόν είναι τα όσα μας διασώζει ο όσιος Αναστάσιος για τον άγιο Αθανάσιο και, ως επιπρόσθετο μάρτυρα των γραφομένων του γι’ αυτόν, φέρει τον τότε Μητροπολίτη της Δαμασκού (δεν αναφέρει δυστυχώς το όνομά του), ο οποίος επίσης προσκύνησε τον τάφο του Αθανασίου και πληροφορήθηκε για τη θαυμαστή βιοτή του από τους γεροντότερους κατοίκους του Πεντασχοίνου9. Τόσο μάλιστα είχε εντυπωσιασθεί απ’ όσα άκουσε, ώστε σε πολλούς πολλές φορές τα διηγήθηκε.
Αργότερα, πάνω στον τάφο του Οσίου Αθανασίου ανηγέρθη μεγαλοπρεπής ναός προς τιμή του, ο οποίος και κατέστη πανορθόδοξο προσκύνημα για τα συνεχιζόμενα ανά τους αιώνες θαύματά του.
ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΤΑΦΙΚΟ ΥΠΟΓΕΙΟ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΕΝΤΑΣΧΟΙΝΙΤΟΥ
Πρόσφατα, η αρχαιολογική σκαπάνη ήλθε να ρίξει φως στο βαθύ πέπλο, που σκέπαζε το πρόσωπο και τον βίο του οσίου Αθανασίου, καθώς και την πρώιμη απόδοση τιμής σ’ αυτόν από το ορθόδοξο χριστιανικό πλήρωμα της νήσου μας. Χάριτι Θεού, κατά τα έτη 2004-2005 διενεργήθηκε μια πρώτη ανασκαφή, συντήρηση και κατά το δυνατόν αποκατάσταση του για αιώνες ερειπωμένου πιό πάνω ναού του Οσίου. Ενδιαφέροντα σχετικά ευρήματα είναι το ιερό σύνθρονο, που διασώθηκε στην κόγχη του Βήματος, κάποια παλαιοχριστιανικά αρχιτεκτονικά μέλη στην τοιχοποιία, σπαράγματα τοιχογραφιών σε διάφορα σημεία του ναού, καθώς και μεσαιωνικές ταφές και σύγχρονά τους αγγεία.
Αναμφίβολα όμως, το σπουδαιότερο εύρημα αποτελεί ο υπόσκαφος (υπόγειος) ταφικός θάλαμος, στο μέσον περίπου του ναού, όπου οδηγεί κλίμακα με πέτρινα σκαλοπάτια. Εκεί ακριβώς, στα αριστερά μας, όπως εισερχόμαστε (δηλ. στο βόρειο μέρος), βρέθηκε ο τάφος του Οσίου Αθανασίου μέσα σε αρκοσόλιο10, αλλά δυστυχώς συλημένος. Απέναντί του (στα δεξιά μας, δηλ. στο νότιο μέρος), υπάρχει ο τάφος κάποιου άλλου αγίου προσώπου (πιθανώς του πατέρα του οσίου), και πάλιν μέσα σε αρκοσόλιο, αλλά δυστυχώς και αυτός συλημένος. Το όλο ταφικό αυτό σύμπλεγμα καλυπτόταν από τοιχογραφίες, από τις οποίες σώθηκαν μόνο λίγα σπαράγματα.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες θα ήταν ασφαλώς αυτές, γύρω από τον τάφο του οσίου. Αρχαιολογικά εκεί τεκμήρια (ερυθροί παλαιοχριστιανικού τύπου σταυροί στην οροφή επάνω από τον τάφο του Οσίου, καθώς και το κάτω τμήμα ενεπίγραφης επιτύμβιας γύψινης πλάκας) ανάγουν σαφώς την αρχική φάση του ταφικού αυτού θαλάμου στους 7ο/8ο αιώνες, και φαίνεται να επιβεβαιώνουν τα χρονολογικά για τον όσιο Αθανάσιο δεδομένα από τον άγιο Αναστάσιο Σιναΐτη, όπως ήδη πιό πάνω τα αναφέρουμε11.
Στη θαυματουργική χάρη του οσίου Αθανασίου αναφέρεται και ο Λεόντιος Μαχαιράς, όταν περί το 1458 μ.Χ. έγραφε: «Καί ο άγιος Γεώργιος ο Μαχαιρωμένος εις τον Αχλίοντα τοπικός θαυματουργός. Ομοίως (δηλ. τοπικός άγιος θαυματουργός) ο άγιος Αθανάσιος ο Πεντασκοινίτης, απέ το Πεντάσκοινον, και βρύει ιάματα (=ενεργεί πολλές θεραπείες)»12. Από τηνμαρτυρία αυτή τεκμαίρεται έμμεσα ότι μέχρι και την εποχή του Μαχαιρά το λείψανο του οσίου πρέπει να βρισκόταν στον ναό του. Αργότερα λοιπόν (επί ενετοκρατίας ή και τουρκοκρατίας) είναι που συλήθηκε ο τάφος του Οσίου και εκλάπη το λείψανό του. Στην Κύπρο πάντως πουθενά δεν μαρτυρείται ύπαρξη τεμαχίου λειψάνου του. Ίσως να βρίσκεται άφθαρτο (ή και ολόκληρο) σε κάποιο ναό της Δύσεως13. Περαιτέρω, σύμφωνα με επικυρωμένη πληροφορία14, κατά τη δεκαετία του 1950 δύο αρχαιοκάπηλοι αφαίρεσαν από τον υπόγειο ταφικό θάλαμο παλαιά εικόνα του αγίου Αθανασίου, την οποία φυγάδευσαν και πώλησαν στην Αγγλία.

Ο περίφημος προσκυνηματικός ναός του Οσίου, που ήδη πιό πάνω αναφέραμε πως κτίσθηκε επάνω από τον ταφικό του υπόγειο θάλαμο, και που ήταν, όπως συμπεραίνεται, μια τρίκλιτη βασιλική, κατέπεσε από σειρά σεισμικών δονήσεων, που έπληξαν το νησί μας κατά το 149115. Η τοπική όμως παράδοση (της περιοχής), λόγω αγνοίας της μαρτυρουμένης από τις πηγές κατάρρευσης από σεισμό, συσχέτισε την καταστροφή αυτή με την εισβολή στην Κύπρο του Ριχάρδου Λεοντόκαρδου προς εκδίκηση του τυράννου του νησιού Ισαακίου Κομνηνού (χωρίς βέβαια να αναφέρονται τα ονόματα αυτά στη διήγηση)! Την παράδοση αυτή στήριζαν στην ύπαρξη μέχρι πριν από λίγα χρόνια στα ερείπια του ναού μεγάλης σιδερένιας σφαίρας κανονιού. Είναι πιθανόν να κτυπήθηκε ο οικισμός σε κάποια μάχη, ίσως κατά την εισβολή των Τούρκων το 1570.
Περαιτέρω, ενδιαφέρουσα τυγχάνει και κάποια άλλη παράδοση, που διασώθηκε από γενεά σε γενεά στη μνήμη των κατοίκων του Αγίου Θεοδώρου σχετικά με την πανήγυρη του αγίου Αθανασίου. Σύμφωνα μ’ αυτή, σε παλαιότερους χρόνους, κατά τη Δευτέρα του Πάσχα, οπόταν οι κάτοικοι του Αγίου Θεοδώρου λειτουργούσαν στον ναό του Οσίου Αθανασίου, ερχόταν το πρωί μια αίγα, φέρνοντας μαζί της ένα κατσικάκι, ως προσφορά στον άγιο, το οποίο έσφαζαν οι χωριανοί και έτρωγαν στην χαρά της πανήγυρης. Έδειχναν μάλιστα κοντά στον ναό και την πέτρα, στην οποία ερχόταν η αίγα με το κατσικάκι της. Μια χρονιά όμως, πάνω στη μέθη τους, οι πανηγυριστές έσφαξαν και την αίγα, και από τότε σταμάτησε να συμβαίνη το θαυμαστό τούτο γεγονός16.
Η τιμή του οσίου Αθανασίου είχε μεγάλη διάδοση καθόλη τη φιλάγιο Κύπρο, καθώς το μαρτυρεί και η αγιογράφησή του σε όλους σχεδόν τους ναούς του νησιού, από τον 12ο αιώνα τουλάχιστον και εξής17. Στις εν λόγω τοιχογραφίες ο όσιος απεικονίζεται ως διάκονος, πράγμα όμως το οποίο δεν μαρτυρείται από τον όσιο Αναστάσιο στα όσα μάς αναφέρει γι’ αυτόν, όπως ήδη πιό πάνω τα εκθέσαμε. Ταπεινά φρονούμε πως ο όσιος ήταν ίσως αναγνώστης ή είχε κάποια υπηρεσία στον ναό. Είναι επίσης εξίσου πιθανόν η τέτοια παράστασή του να συμβολίζη την αφιέρωσή του στον Θεό και την διακονία του στον πλησίον18. Ας μη ξεχνούμε εξάλλου και τη μικρή ηλικία, κατά την οποία εκοιμήθη ο άγιος (λίγο μετά τα είκοσί του χρόνια), που δεν επέτρεπε, σύμφωνα με τους ιερούς Κανόνες, να ήταν διάκονος19.
Η καθαυτό αρχική ημέρα μνήμης του οσίου δεν μάς είναι σήμερα γνωστή, αλλά πρόσφατα, με την ευλογία του τότε εγχωρίου Επισκόπου20 Κιτίου κ.κ. Χρυστοστόμου, και κατόπιν σχετικής εισηγήσεώς του στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας Κύπρου, καθιερώθηκε ως ημέρα εορτασμού του η 10η Ιουλίου.
Να λοιπόν, ακόμη ένα πρότυπο ζωής, ένας λαμπρός οδοδείκτης προς τον ουρανό, και μάλιστα για τη φιλόχριστη νεολαία μας21. Ένα υπόδειγμα ταπείνωσης, αγάπης, αθόρυβης εν Χριστώ προσφοράς προς τον ποικιλότροπα δοκιμαζόμενο πλησίον μας! Ένα παράδειγμα σεβασμού, τιμής και αγάπης προς τους γονείς!
Και, τέλος, ένας ακόμη θερμός πρέσβυς προς τον Κύριο, προς τον οποίο πλουτεί πολλή παρρησία και οικείωση! Ας επικαλούμεθα και εμείς την ιερή του μεσιτεία στις πολυώδυνες του βίου περιστάσεις, για να αξιωθούμε, μαζί του, να υμνούμε Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, τη μία Τρισυπόστατη Θεότητα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!
ΕΠΙΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Το υλικό του παρόντος άρθρου βασίζεται σε ανάλογο κείμενό μας, που περιλήφθηκε, ως παράρτημα, στην άσματική Ακολουθία του οσίου Αθανασίου του Πεντασχοινίτου, ποίημα του Υμνογράφου Χαραλάμπους Μπούσια και έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου (Λάρνακα, 2001) με γενική επιμέλεια της Μονής Σταυροβουνίου. Το εδώ κείμενο διαφοροποιήθηκε βασικά στην ενότητα, που αναφέρεται στον προσκυνηματικό ναό του Οσίου, και διαμορφώθηκε σύμφωνα με τα αποτελέσματα της αρχαιολογκής ανασκαφής που διενεργήθηκε εκεί από το Τμήμα Αρχαιοτήτων κατά τα έτη 2004-2005. Εκφράζω και εντεύθεν τις θερμές μου ευχαριστίες προς την κ. Θάλεια Περατίτου για την επιμελή πληκτρολόγηση του παρόντος κειμένου.
1. Βλ. Menelaos N. Christodoulou and Konstantinos Konstantinides, A Complete Gazetteer of Cyprus, τόμ. I, Λευκωσία 1987, σσ. 973 και 1326.
2. Βλ. σχετικά Ν. Γ. Κυριαζής, Τα χωριά της Κύπρου, Λάρνακα, 1952, σσ. 148-149· Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 1, σ. 577· Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 1, σ. 220 και, G. Griveaud, Villages désertés à Chypre, (εκδ.) Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ [Μελέται και Υπομνήματα, III], Λευκωσία 1998, σσ. 222 και 453. Αυτόθι (σ. 478) το Πεντάσχοινο παρουσιάζεται να λειτουργεί ως τσιφλίκι με 11 εργάτες κατοίκους, σύμφωνα με μια καταγραφή των τσιφλικιών της Κύπρου του έτους 1881.
3. Σχετική για τον όσιο Αναστάσιο βιβλιογραφία βλ. στό: Κύπρια Μηναία, (εκδ.) Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, τόμ. Ϛ΄ (Μάρτιος – Απρίλιος), Λευκωσία 1999, σσ. 148-149.
4. Την καταγωγή του μαρτυρεί ο ίδιος ο όσιος Αναστάσιος στο έργο του Ψυχωφελή και στηρικτικά διηγήματα, η συνολική κριτική έκδοση του οποίου αναμένεται στο εγγύς μέλλον. Στον κώδ. Vatic. Gr. 2592, που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού και πού, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει και έργα του οσίου Αναστασίου, στο φ. 135r, αναφγράφει ο όσιος Αναστάσιος: «εν τη εμή πατρίδι Αμαθούντι». Σημειώνουμε εδώ πως, όπως ο ίδιος αναφέρει σε συνάρτηση με τον όσιο Αθανάσιο, το Πεντάσχοινο, κατά την εποχή εκείνη τουλάχιστον (7ος-8ος αι.), υπαγόταν στη διοικητική περιφέρεια της Αμαθούντος.
5. Για την προσωπικότητα και το έργο του οσίου Αναστασίου κλασική παραμένει η μελέτη του Γάλλου καθηγητή στη Σορβώννη Bernard Flusin, «Démonset Sarasins», Travauxet Mémoirs, 11 (1991), σσ. 381-409, όπου, μεταξύ άλλων, τεκμηριώνεται η πατρότητα των εν λόγω έργων, καθώς και η κυπριακή καταγωγή του οσίου Αναστασίου. Η ως άνω (βλ. προηγ. σημ.) αναμενομένη κριτική έκδοση του έργου του «Ψυχωφελή και στηρικτικά διηγήματα» ετοιμάστηκε ακριβώς κάτω από την εποπτεία του κ. Flusin, από τον André Binggeli.
6. Πλήρης άσματική Ακολουθία του, ποίημα του Υμνογράφου αρχιμανδρίτου Αθανασίου Σιμωνοπετρίτου, δημοσιεύθηκε στα Κύπρια Μηναία, όπ. αν. (επισημ. 3), σσ. 139-147.
7. Στο πρωτότυπο αρχαίο σχετικό κείμενο, που για πρώτη φορά δημοσιεύσαμε στην πιό πάνω Ακολουθία του οσίου Αθανασίου, σ. 65, ο πατέρας του χαρακτηρίζεται ως «πρεσβύτερος», αλλ’ η ιερατική του ιδιότητα εδώ αποκλείεται, ένεκα της δευτερογαμίας του, η οποία ανέκαθεν απαγορευόταν αυστηρά από τους ιερούς Κανόνες για τους κληρικούς. Τον όρο εδώ πρέπει να ερμηνεύσουμε ως ηλικιωμένος, σεβάσμιος γέροντας.
8. Από τη θαυμαστή αυτή συνομιλία του κεκοιμημένου ήδη οσίου Αθανασίου με τον πατέρα του, διαφαίνεται με ενάργεια η βαθιά πίστη και αγία βιοτή του δευτέρου, για να επαληθεύσει και εδώ το ευαγγελικό λόγιο «εκ γαρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται» (Ματθ. 12, 33). Μόνο άνθρωπος με μεγάλη πίστη και παρρησία στον Θεό, θα αποτολμούσε τέτοια πράξη! Ομοιότατο γεγονός συναντούμε και στον βίο του μεγάλου Πατρός και θαυματουργού Σπυρίδωνος. Ενώ δηλ. ο άγιος παρευρισκόταν στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας (325 μ.Χ.), εκοιμήθη η αγία θυγατέρα του Ειρήνη, που είχε διέλθει τον βίο της με παρθενία και οσιότητα. Όταν λοιπόν επέστρεψε στην Τριμιθούντα ο άγιος, επειδή κάποια γυναίκα στο μεταξύ είχε δώσει στην Ειρήνη πολύτιμο χρυσό κόσμημα για να το φυλάξει και δεν μπορούσε να το ανεύρει μετά την κοίμησή της, ο Μέγας Σπυρίδων ανέστησε θαυματουργικά τη θυγατέρα του και τη ρώτησε πού είχε τοποθετήσει την παρακαταθήκη. Αφού αυτή του απάντησε σχετικά, την πρόσταξε ο άγιος να κοιμηθεί (αποθάνει) και πάλιν μέχρι την ημέρα της Κρίσεως, όπως και έγινε! (Το σχετικό απόσπασμα από τον Βίο του αγίου Σπυρίδωνος, που συνέταξε ο επίσκοπος Πάφου Θεόδωρος [7ος αι.] βλ. στην κριτική έκδοση του Paul Vanden Ven, La Légendede S. Spyridon, évêquede Trimithonte, Louvain 1953, §7, σσ. 34-36).
9. Όπως σημειώνει ο όσιος Αναστάσιος στη διήγηση για τον άγιο Αθανάσιο (βλ. Ακολουθία, σ. 67), ο εν λόγω Μητροπολίτης Δαμασκού είχε επισκεφθεί το Πεντάσχοινο και προσκύνησε τον τάφο του οσίου οκτώ χρόνια προηγουμένως, από τότε δηλ. που έγραφε ο όσιος Αναστάσιος. Σύμφωνα με διάφορα εσωτερικά ιστορικά τεκμήρια, το έργο τούτο των «Ψυχωφελών και στηρικτικών διηγημάτων» ο Αναστάσιος έγραψε περί τα έτη 690-700 μ.Χ. Άρα περί τα 680-690 είναι που ο Μητροπολίτης αυτός επισκέφθηκε το Πεντάσχοινο. Αφού λοιπόν, όπως αναφέρει στην ίδια συνάφεια ο άγιος Αναστάσιος, πληροφορήθηκε τα σχετικά προς τον όσιο Αθανάσιο από τους γέροντες του χωριού, πού, όπως φαίνεται υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της ζωής και των θαυμάτων του οσίου στην παιδική ή νεανική τους ηλικία, επομένως η εποχή ακμής του Αθανασίου πρέπει να τοποθετηθή στις αρχές του 7ου αιώνα, και οπωσδήποτε προ της πρώτης αραβικής κατά της Κύπρου επιδρομής (649 μ.Χ.), όπως σημειώνει σχετικά ο όσιος Αναστάσιος (δηλ. στο πρώτο μισό του 7ου αι.).
10. Η λέξη αρκοσόλιον (από το λατινικό arcosolium, προερχόμενο από τις λ. arcus= τόξο και solium= σορός, θήκη, τάφος) δηλώνει τους τοξωτούς τάφους, που κατασκευάζονταν κατά την παλαιοχριστιανική-πρωτοβυζαντινή περίοδο. Σ’ αυτούς ο τάφος, που προεξείχε λίγο από το δάπεδο, επιστεγαζόταν από τοξωτή οροφή, δίνοντας έτσι ένα πλαστικό βάθος στην κατασκευή. Συχνά τα αρκοσόλια, μάλιστα αυτά των αγίων, διακοσμούνταν από ποικίλες παραστάσεις.
11. Αναμένεται εισέτι η επίσημη έκδοση των πορισμάτων των εν λόγω ανασκαφικών εργασιών από το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου.
12. Λεόντιος Μαχαιράς, Χρονικόν (έκδ. R. M. Dawkins, Oxford1932), τόμ. Ι, §36, σσ. 34-36. Ανάλογες αναφορές γίνονται και από τους λατίνους Κυπρίους χρονογράφους του 16ου αι. Φλώριο Βουστρώνιο (Fl. Bustron, Historia…, ανατ. Θεόδ. Παπαδοπούλλου, Κυπριολογική Βιβλιοθήκη, 8, Λ/σία, 1998, σ. 34) και Διομήδη Στραμβάλδη (Diomede Strambaldi, Ciprioto, Chronicha…, (εκδ.) René De Mas Latrie, Paris1893, σ. 15), οι οποίοι, εν προκειμένω αντιγράφουν τον Μαχαιρά.
13. Είναι γνωστή η κατά τον Μεσαίωνα τακτική των Φράγκων-Ενετών κλπ. επωνύμων παπικών της σύλησης, διαρπαγής και διακίνησης αγίων λειψάνων, και πολλών μάλιστα αφθάρτων, τα οποία οικειοποιήθηκαν, μεταφέροντάς τα στις χώρες τους (Ιταλία, Γαλλία κ.ά.). Δεν αποκλείεται στους δίσεκτους εκείνους για τη μεγαλόνησό μας χρόνους να είχε την ίδια τύχη και το λείψανο του Πεντασχοινίτου οσίου (καθώς και αυτό, που απέκειτο πλησίον του, στο άλλο αρκοσόλιο).
14. Ευχαριστούμε θερμά τον καταγόμενο από τον Άγιο Θεόδωρο Λάρνακας, κ. Γρηγόριο Σταύρου, τόσο γι’ αυτή, όσο και για άλλες πληροφορίες σχετικά με τον ναό του Οσίου Αθανασίου. Σημειώνουμε εδώ ακόμη πως, τόσο για το υπόγειο ταφικό σύμπλεγμα, όσο και για τις σωζόμενες παραδόσεις σχετικά με τον άγιο και τον ναό του, μάς διηγήθηκε επίσης (κατά το 2000) ο (τότε ογδοντάχρονος) κ. Καλοζώης από τον Άγιο Θεόδωρο. Σύμφωνα με τον τελευταίο, που πρόφθασε σε καλή κατάσταση τον ταφικό θάλαμο και πριν καταρρεύσει, πάνω από τον τάφο του οσίου υπήρχε ενεπίγραφη επιτύμβια πλάκα με ελληνική επιγραφή, που σωζόταν τότε ολόκληρη, και η οποία αναμφίβολα ταυτίζεται με αυτή, της οποίας ανευρέθη κατά τις πρόσφατες ανασκαφές το κάτω τμήμα, όπως ήδη αναφέραμε. Η επιτύμβια αυτή πλάκα έσπασε, σύμφωνα με τον κ. Καλοζώη, κατά την διάρκεια της ως άνω κλοπής της εικόνας του οσίου, καθώς αυτή βρισκόταν κρυμμένη πίσω από την πλάκα. Στη συνέχεια φαίνεται ότι κάποιος αφαίρεσε και το ελλείπον σήμερα άνω τμήμα της εν λόγω επιτύμβιας πλάκας, η οποία, κατά τον κ. Καλοζώη πάντοτε, είχε συνολικό ύψος περίπου δύο μέτρα (το τεμάχιο που βρέθηκε είναι αρκετά μικρότερο, ύψους περίπου μισού μέτρου).
15. Την καταστροφική επίδραση της σειράς των σεισμικών αυτών δονήσεων, που έγιναν στις 24/25 Απριλίου και την 1η Μαΐου του 1491, περιγράφουν αρκετοί περιηγητές της εποχής, καθώς και κυπριακά χρονογραφικά σημειώματα (σχετικές αναφορές βλ. στό: Eugen Oberhummer, Der Bergdes Heiligen Kreuzes, Ausland 1892, σ. 407 και, πιό πρόσφατα, Θεοχάρης Σταυρίδης, «Ο σεισμός του 1491 στην Κύπρο», Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου, XXIV, Λευκωσία, 1998, σσ. 125-144). Ειδικότερα για την καταστροφή του ναού του Οσίου Αθανασίου στο Πεντάσχοινο έχουμε αναφορά σε σύγχρονο παρασελίδιο χειρόγραφο σημείωμα του παπά Αθανασίου Φάρη από την (πλησιόχωρη στο Πεντάσχοινο) Κοφίνου στον κώδικα Parisinus Graecus 624, φ. 2v: «Την εχρονίαν αυϞα΄ (=1491) εγίνετον σεισμός μέγας εις τι (= την) (η) μέρα απριλλίου κδ΄, ημέρα Κυριακή, ειπία (= η οποία) κυριακή είτον (= ήταν) του παραλύτου και εχάλασεν η Αγία Σοφία και πολλές εκκλησίες εις τι (= την) χώρα·… εχάλασε και η εκκλησία του Πεντήσχην του οσίου πατρός ημών Αθανασίου του Πεντησχηνίτου εκ βάθρου. Διά αθίμησιν (=ενθύμησιν) έγραψα απριλίου κδ΄ εχρονίας άνοθεν παπάς Αθανάσιος Φάρης από χωρίου Κοφίν(ου)» (JeanDarrouzès, «Notespourservirà l’histoiredeChypre», Κυπριακαὶ Σπουδαί, ΚΒ΄ [1958], σ. 245). Είναι αξιοσημείωτο ότι αναφέρεται εδώ η σχεδόν ολοσχερής καταστροφή του ναού («εκ βάθρου»), που θα άφησε τον ναό στην κατάσταση, που βρισκόταν πριν το 1974, η οποία, όπως πληροφορηθήκαμε, ήταν καλύτερη από την κατάστασή του πριν το 2004 (οπότε έγινε η ανασκαφή και αποκατάστασή του).
16. Αντίστοιχη παράδοση συναντούμε και σε ορισμένα άλλα χωριά, για άλλους αγίους της Κύπρου. Ανάλογο γεγονός (και ίσως το αγιολογκό πρότυπο) συναντούμε στον Βίο του αγίου ιερομάρτυρος Αθηνογένους, επισκόπου Πηδαχθόης (BHG197-197e), που εορτάζει στις 16 Ιουλίου, και μαρτύρησε επί Διοκλητιανού. Ενώ δηλαδή οδηγούσαν τον άγιο στην καταδίκη, ευλόγησε ένα ελάφι, που είχε αναθρέψει στη Μονή του, να μην αγρευθεί ποτέ από κυνηγό, ούτε το ίδιο, ούτε οι απόγονοί του, αλλά να έρχεται κάθε χρόνο στη μνήμη του και να φέρνει ένα ελαφάκι για τους πανηγυριστές, πράγμα που γινόταν χάριν του αγίου προς δόξαν Θεού.
17. Βλ. σχετικά, A. and J. Stylianou The painted Churches of Cyprus, Nicosia, 21997 (revised edition), σσ. 88, 147, 239, 254, 273, 405. Όλλη τοιχογραφία του (του 13ου αι.) στον ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος του χωριού Σωτήρας Αμμοχώστου, που δημοσιεύθηκε στην Ορθόδοξη Μαρτυρία, 71 [Φθινόπωρο 2003], εικόνα εμπροσθοφύλλου. Περαιτέρω, ημικατεστραμμένη τοιχογραφία του βρίσκεται στη βόρεια ημικυκλική αψίδα του ιερού βήματος του ναού του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων της εντός των τειχών παλαιάς Αμμοχώστου, χρονολογουμένη στον 15ο αι., με επιγραφή «ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΕΝΤΑΣΧΟΙΝΙΟΤΗΣ ΚΗΠΡΟΥ», από όσο διακρίνεται.
18. Είναι αξιοσημείωτο πως μία φορητή εικόνα του οσίου (η μόνη ίσως σήμερα γνωστή παλαιά φορητή), των μέσων του 19ου αιώνα, που φυλάσσεται στον ναό του Αγίου Θεοδώρου του ομωνύμου χωριού της Λάρνακας (βλ. Ακολουθία του οσίου, όπ. αν., σ. 7), τον απεικονίζει ως λαϊκό, με σταυρό στο δεξί χέρι και ποιμενική ράβδο στο αριστερό. Κρίνοντας δε από την εγγύτητα του χωριού στο Πεντάσχοινο, καθώς και την ονομαστική της εν λόγω εικόνας επιγραφή («Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΠΕΝΤΑΣΚΗΝΗΤΙΣ»), εύλογα μπορούμε να εικάσουμε πως αυτή αντιγράφει πιθανώτατα παλαιό πρότυπο, προερχόμενο κατευθείαν από τον προσκυνηματικό του Οσίου ναό, και ίσως παραπέμπει στην πραγματική αρχική απεικόνισή του.
19. Σύμφωνα με τους ιερούς Κανόνες των τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων (Νεοκαισαρείας ια΄, Καρθαγένης κα΄, ΣΤ΄ Οικουμενικής ιδ΄), ο χειροτονούμενος διάκονος πρέπει να είναι τουλάχιστον 25 ετών, ο δε πρεσβύτερος 30 ετών. Κάτι ανάλογο παρατηρείται και στην περίπτωση του οσίου Ιωάννου του Λαμπαδιστού. Παρόλο που στον βίο του δεν αναφέρεται ότι ήταν κληρικός, από τον 13ο αι. κ.ε. εικονογραφείται ως διάκονος, αν και εκοιμήθη επίσης σε αρκετά νεανική ηλικία, και μάλιστα τυφλός! Στην περίπτωση τούτη το γεγονός εξηγείται, είτε διότι ως υιός ιερέως είχε κάποια διακονία στον ναό, προτού τυφλωθεί, είτε από τη θαυμαστή εμφάνισή του, μετά θάνατον, στον αγιογράφο, που απορούσε πώς να τον απεικονίσει, με το σχήμα νοταρίου (γραμματέως). Εξάλλου, δεν αποκλείεται και εδώ η τέτοια απεικόνισή του να είναι συμβολική της προς τον Θεόν μεσιτευτικής ικεσίας του υπέρ των πιστών.
20. Κατά το έτος 2007, με την ανασύσταση της Μητροπόλεως Τριμιθούντος, το χωριό Άγιος Θεόδωρος και το υποκείμενο σ’ αυτήν προσκύνημα του Οσίου Αθανασίου παραχωρήθηκε εκκλησιαστικά σ’ αυτήν από τον Μητροπολίτη Κιτίου κ.κ. Χρυσόστομο, κατόπιν και της σχετικής εγκρίσεως της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας Κύπρου.
21. Το χαρακτηριστικό τούτο του οσίου ως προτύπου και προστάτου της χριστιανικής νεολαίας, τονίζεται και στην ωραία Ακολουθία του οσίου (βλ. ανωτ.), που με περισσή ευλάβεια και αγάπη συνέθεσε ο ενάρετος χαρισματούχος Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας, κύρ Χαραλάμπης Μπούσιας. Η Ακολουθία αυτή, εκτός της αυτοτελούς εκδόσεώς της από τη Μητρόπολη Κιτίου, περιλήφθηκε, με ευλογία του Μητροπολίτου Κιτίου κ.κ. Χρυστοστόμου και της ιεράς Μονής Σταυροβουνίου, και στα Κύπρια Μηναία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, τόμ. Θ΄ (Ιούλιος), σσ. 49-59 (στις σσ. 60-61 οι σχετικές Πηγές και η Βιβλιογραφία).
Από ιστοσελίδα: https://churchofcyprus.org.cy/72036