Στον Νίκο Ορφανίδη
Το όνομα του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού μοιάζει να ακούγεται ως ταυτολογία με την Μεγαλόνησο. Τόσο πολύ ταυτίστηκε μαζί της ο Ιερομάρτυρας και εθνομάρτυρας της 9ης Ιουλίου του 1821. Και μοιάζει να είναι ως εσαεί ο προεξάρχων, ο μιλλέτ μπασί, δηλαδή ο τοπικός εθνάρχης της Ρωμιοσύνης. Του κυπριακού τόπου που τέτοια μέρα γίνεται ένα διάσπαρτο μαρτυρικό τοπίο από τις άκρες των ακρών μέχρι το κέντρο της και το τουρκικό σαράι της Λευκωσίας έξω από το οποίο μαρτύρησε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός μαζί με τους Μητροπολίτες Kιτίου Mελέτιο, Πάφου Xρύσανθο και Kυρηνείας Λαυρέντιο.
Αλλά σε ποια Ρωμιοσύνη αναφερόμαστε; Αυτή την οποία ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης γράφει πως: «Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,/ κανένας εν εβρέθηκεν για να την ιξηλείψει,/ κανένας, γιατί σσιέπει την που τά ‘ψη ο Θεός μου./ Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει!»
Ουσιαστικά της Ρωμιοσύνης που ταυτίζεται τόσο με τον κόσμο όσο και με την διάρκειά του. Για να μην πούμε, μάλιστα, πως μερικές φορές δρα και εκ μέρους του, τον αντιπροσωπεύει ή τον εκπροσωπεί και μάλιστα ποικιλοτρόπως. Και, φυσικά, δεν αναφερόμαστε σε κουτσαβακισμούς, ψευτοπαλικαριές, πάσης φύσεως επιδειξιομανίες, αλλά για θυσίες υπέρ ελευθερίας της ύπαρξης, των προσωπικών πεποιθήσεων, της πίστης, του τόπου και όλης της ανθρωπότητας και της κτίσεως!
Και να που και ο ποιητής μοιάζει και ο ίδιος να προεξάρχει μέσα από την ποιητική του δεινότητα στον καημό της ίδιας πράξεως της φρικτής και υπέρκοσμης τελετής της 9ης Ιουλίου του 1821 στην Λευκωσία της Κύπρου. Έτσι, όπως κάθε ποιητής ο οποίος μπορεί να υψώνεται στο μέτρο του έπους που θέλει να απαγγείλει στον λαό και σε όσους κρολλοούνται, στήνουν δηλαδή αυτί, για να ακούσουν τι μεταφέρουν, τι αποκαλύπτουν οι θεσπέσιοι λόγοι του.
Τόσο ο Ιεράρχης όσο και ο ποιητής, σε αντίθεση με τον Σαλαμίνιο Τεύκρο τον οποίο ο θεός Απόλλων εθέσπισε, όρισε να ζήσει στην Κύπρο («Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν οικείν» «Ελένη» Ευριπίδη), θεσπίζουν ο μεν πρώτος με την προσφορά και την θυσία της ζωής του υπέρ της πίστης, του ποιμνίου, της Ρωμιοσύνης και του τόπου του, και ο άλλος με την τέχνη του έναν δυσπερίγραπτο τρόπο ύπαρξης, ζωής, δημιουργίας και ασύλληπτης προσφοράς.

Τηρουμένων των αναλογιών ανάμεσα στις δύο αυτές προσωπικότητες ο μεν ένας προσφέρεται ο ίδιος ο δε άλλος με την ποίησή του δημιουργεί το πιο ποιητικό, εκφραστικό, στοχαστικό, θρηνητικό συναξάρι της θυσιαστικής και θριαμβευτικής πορείας και πράξης εξόδου του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού.
Γιατί όχι, όμως, και αντίστοιχης εισόδου του στην αιωνιότητα; Άλλωστε κάθε δημιουργική έξοδος η οποία ταυτίζεται με την αυταπάρνηση αποτελεί, ανεπιφύλακτα, εισδοχή σε έναν κόσμο ευρύτερο. Συγχρόνως, βέβαια, εισχωρεί και βαθιά μέσα και στις ψυχές των ανθρώπων ως ένα ανεπανάληπτο φιλότιμο δοσίματος. Μια ιδιότητα που αποκτούν οι άγιοι με την ανιδιοτελή θυσία τους.
Ένα πλήρες ξόδεμα και άδειασμα που δεν αποτελεί σημαία ευκαιρίας για να «αποσώσουν» την ύπαρξή τους, έστω την τελευταία στιγμή, αλλά η ίδιά τους η ζωή. Δεν πρόκειται για: την τύχη τους που ενδίδει πια, τα έργα τους που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής τους που απέτυχαν, που βγήκαν πλάνες. (παράφραση ποιήματος Κωνσταντίνου Καβάφη). Γιατί, προφανώς, οι γενναίες και θυσιαστικές πράξεις δεν προκατασκευάζονται.
Όπως και να έχει ο Ιερομάρτυρας Κυπριανός και ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης μοιάζουν να ταυτίζονται και οι ίδιοι και να συγκατοικούν μέσα στην ημερομηνία της 9ης Ιουλίου.
Ο ένας μαρτυρώντας έξω από το σαράι της Λευκωσίας και ο άλλος, μαρτυρώντας ποιητικά εσαεί τα του μαρτυρίου. Ένα τουρκικό σαράι το οποίο αποτέλεσε το σκηνικό του απαγχονισμού του Αρχιεπισκόπου σε μια «συκαμνιά», συκαμιά, μουριά, ενώ κοντά στα πόδια του σφαγιάστηκαν οι άλλοι τρεις αρχιερείς της Κύπρου.
Ένα υπαίθριο μαρτυρικό ανάκτορο-σαράι και ένα αντίστοιχο περίοπτο σαλόνι της αιμάσσουσας Ρωμιοσύνης. Εκεί που μοιάζει να εγκαταστάθηκε ένας αιμάτινος, ιερός θεμέλιος λίθος τόσο για την Κύπρο όσο και για τον λοιπό ελληνισμό. Ο Αρχιερέας, ο «μιλλέτ μπασί του τόπου», όπως γράφει ο Μιχαηλίδης, δηλαδή ο εθνάρχης του τόπου γίνεται μαρτυρικός τοπάρχης-εθνάρχης ο οποίος θυσιάζεται υπέρ ολόκληρης της Ρωμιοσύνης. Ένας αυτοπροσφερόμενος αμνός. Ο Αρχιθύτης της Εκκλησίας της Κύπρου επιτέλεσε πολλές φορές τελετουργικά και λατρευτικά την θυσία του Αμνού της ζωής. Και έτσι γνωρίζει πολύ καλά τον τρόπο της προσφοράς, τον τρόπο της παράδοσης και θυσίας υπέρ της του κόσμου ζωής.
Η μαρτυρική συστολή της ζωής διαστέλλει και διευρύνει τόσο την ύπαρξη του προσφερόμενου όσο και τον τόπο που τον περιβάλλει. Γιατί τίποτε δεν τον καθορίζει πλέον, αλλά ανάλογα ο ίδιος προσδιορίζει και τον τόπο, τον χώρο, τον χρόνο, τον κόσμο.

Αντίστοιχη είναι και η ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη της οποίας ο κυπριακός ιδιωματικός λόγος διευρύνεται ως πλήρως αναπτυγμένος ελληνικός λόγος, ενώ το φρικτό τοπίο του σαραγιού μας το προσφέρει, ως άλλος Διονύσιος Σολωμός και στρατηγός Μακρυγιάννης ταυτοχρόνως, σαν ένα ακόμη παλάτι-σαράι και σαλόνι της ελληνικής ποίησης, του ελληνικού κόσμου.
(Μου έρχεται κατά νουν και λέω να μην αποφύγω να σημειώσω πως όλοι έχουμε στο μυαλό μας μια άλλη σκηνή και σκηνικό από το θέατρο σκιών. Από την μια μεριά έχουμε το σαράι και από την άλλη την καλύβα του μάρτυρα της ζωής, βιοπαλαιστή και καταφερτζή, ενίοτε και αγωνιστή του ελληνισμού Καραγκιόζη. Από την μια μεριά η αδίστακτη εξουσία και από την άλλη η πλήρης ελευθερία. Και βεβαίως η ζωή και η λαχτάρα της που ο πεινασμένος ένοικος ψάχνει την λύση και επιμένει)!
Η 9η Ιουλίου του 1821, δεν αποτελεί μια ημερομηνία «γλώσσα τυφλή», και βουβή θα πρόσθετα, στο ιστορικό μας ημερολόγιο και χρονολόγιο, αλλά ούτε βεβαίως και στην γεωγραφία: «Ελλάδα γλώσσα τυφλή στην γεωγραφία» (Δ. Σαββόπουλος).
Αποτελεί μια δύσκολη και προφανώς… βραχνή επέτειο, αφού ολόκληρη η σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου μαρτύρησε και ακολούθησε ένα πογκρόμ μερικών εκατοντάδων κληρικών, μοναχών και λαϊκών, προυχόντων και λιγότερων προβεβλημένων Ελλήνων. Αυτών που κρατούσαν και έδιναν τον ελληνικό παλμό στην Μεγαλόνησο. Και προς τιμή τους ελάχιστοι… αξιοποίησαν την «προσφορά» του εξισλαμισμού για την διάσωση του ευτελούς τους σαρκίου και διέσωσαν ακέραια την καθόλου ευγενική τους ύπαρξη! Και αυτήν την διέθεσαν ως θυσία πνευματική για την ευωδία του μυριοευώδιστης νήσου των Αγίων. Γνωστών, αγνώστων και εμφανώς αξιωθέντων του μαρτυρίου Αγίων. Όπως οι ίδιοι!
Προφανώς σε όλους αυτούς τους μάρτυρες της 9ης Ιουλίου και όλους τους λοιπούς του θέρους του 1821 κανείς δεν μπορεί να αποδώσει τιμή που δεν τους πρέπει, δεν τους αξίζει ούτε, βεβαίως και το αντίθετο. Να μην κλείνουμε, δηλαδή μπροστά τους ευγενικά τα γόνατά μας. Και περισσότερη τιμή, βεβαίως, πρέπει σ’ αυτούς που τους την αποδίδουν.
Και αυτοί δεν είναι μόνο μέσα στα στενά θαλάσσια σύνορα της Κύπρου, αλλά και εκτός από αυτήν, τελώντας όλο το τυπικό λειτουργικό σκέλος της απόδοσης της ιεράς τιμής. Ακόμη και στα μοναστήρια του Άθωνα. Και το γεγονός αυτό συνεπάγεται μια απεραντοσύνη!

Κάθε τέτοια μέρα η ελεύθερη και η υπό κατοχή ελληνική γη της Κύπρου, όπως μαρτυρούν τα μνημεία της, εμφορείται από την αντρειοσύνη των Μαρτύρων της 9ης Ιουλίου και έτσι εμφανίζεται μπρος τα μάτια μας και μέσα μας πιο τρανή και ανάμικτη με την ερωτική και θυσιαστική προσφορά τους για όσα κράτησαν μέσα τους, για όσα δεν πρόδωσαν.
Η μαρτυρική θανή τους τόνιζε και έτρεφε το δέσιμό τους, την εσαεί ζωντανή συνέχειά τους με τον τόπο τους, τους ανθρώπους τους, την πίστη στον πολιτισμό τους που γεννούσε Μάρτυρες και ποιητές. Τον δικό τους εσωτερικό και εξωτερικό πλήρη κόσμο που τους διέκρινε μέσα στο κύμα του τουρκικού βαρβαρισμού που προδιέγραφε την πολιτική τους διαβίωση, αλλά όχι την ψυχική, υπαρξιακή και πολιτισμική. Ο ομφάλιος λώρος με την λοιπή μαρτυρική Ρωμιοσύνη δεν είχε αποκοπεί ποτέ!
Και έτσι τέτοια μέρα οι Μάρτυρες της 9ης Ιουλίου διευρύνουν την Μεγαλόνησο των Αγίων σε μια οικουμενική επέτειο και γιορτή που είναι μια μέρα μνήμης, θλίψης, αλλά και αναστάσιμη πανήγυρη, αφού οι ίδιοι δεν φοβήθηκαν τον θάνατο και τον έκαναν «οίστρο της ζωής»!
Ο ποιητικός οίστρος του Βασίλη Μιχαηλίδη μας φανερώνει και μαρτυρεί το όλο κυπριακό δράμα και ολοκαύτωμα του θέρους του 1821. Όταν η ελληνική επανάσταση ήταν στην αρχή της και σε εξέλιξη, ενώ πραγματοποιούσαν αντίστοιχα ολοκαυτώματα σε Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη Θεσσαλονίκη.
Έτσι και ο Μιχαηλίδης στην κατανυκτική και ήρεμη δύναμη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού βάζει στο στόμα του ως τελευταία του λόγια την εξής προσευχή:
«Θεέ, που νάκραν δεν έσιεις ποττέ στην καλωσύνην,
λυπήθου μας τζιαι δώσε πκιον χαράν στην Ρωμιοσύνην».
«Θεέ μου που δεν έχεις άκρη, τελειωμό ποτέ στην καλωσύνη,
Λυπήθου μας και δώσε πια χαρά στη Ρωμιοσύνη».