Υπάρχει ένα είδος ανθρώπου που δεν αντέχει την ιστορία όπως είναι και γι’ αυτό την ξαναγράφει όπως τον βολεύει. Την κόβει, τη ράβει, τη γυαλίζει, της αφαιρεί ό,τι τον ενοχλεί και κρατά ό,τι τον κολακεύει. Έτσι γεννιέται η σύγχρονη αρχαιολατρία, όχι ως γνώση αλλά ως επιθυμία μεταμφιεσμένη σε παράδοση.
Διότι αν υπήρχε στοιχειώδης ιστορική εντιμότητα, το πρώτο που θα ομολογούσαν οι αυτόκλητοι αναβιωτές είναι το εξής απλό: δεν υπάρχει μία αρχαία Ελλάδα για να την αναστήσεις.
Υπήρχαν πολλές και μεταξύ τους ασύμβατες.
Άλλος θεός στην Αθήνα, άλλος στη Σπάρτη. Άλλο ήθος στην Ιωνία, άλλο στη Μακεδονία. Άλλες τελετές, άλλες αντιλήψεις, άλλες κοσμοθεωρίες. Η λεγόμενη ελληνική θρησκεία δεν ήταν ποτέ ενιαία. Ήταν ένα μωσαϊκό τοπικών λατρειών που διαρκώς μεταβάλλονταν, δανείζονταν, συγκρούονταν και αλλοιώνονταν.
Και όμως, οι σημερινοί θιασώτες της «πατρώας θρησκείας» μιλούν γι’ αυτήν σαν να ήταν δόγμα με εγχειρίδιο χρήσης.
Ποιας εποχής, ποιας πόλης, ποιας εκδοχής;
Της αρχαϊκής, της κλασικής, της ελληνιστικής, όπου οι Έλληνες λάτρευαν την Ίσιδα και τον Σέραπι, ή της ύστερης, όπου ο φιλοσοφικός στοχασμός είχε ήδη αρχίσει να αποδομεί την ίδια τη μυθολογία.
Σιωπή.
Γιατί η απάντηση θα κατέρριπτε το οικοδόμημα. Αυτό που προτείνεται δεν είναι αναβίωση, είναι επινόηση. Ένα ιδεολογικό συνονθύλευμα με αρχαιοπρεπές προσωπείο.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η επιλεκτική τους μνήμη. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν αφελείς ειδωλολάτρες χωρίς κρίση, όπως θα τους ήθελαν. Ήταν οι πρώτοι που αμφισβήτησαν τους ίδιους τους θεούς τους. Ξενοφάνης, Ηράκλειτος, Ευριπίδης, Πλάτων δεν αποτελούν υποσημειώσεις, αλλά τον πυρήνα της ελληνικής σκέψης.
Μόνο που αυτοί δεν χωρούν στο αφήγημα.
Διότι ένας πολιτισμός που σκέφτεται, αμφιβάλλει και αναθεωρεί δεν προσφέρεται για εύκολη ιδεολογική εκμετάλλευση.
Έτσι, αντί για ιστορία έχουμε σύνθημα. Και αντί για έρευνα έχουμε κατήχηση.
Το φαινόμενο οξύνεται όταν συνοδεύεται από επιθετικό αντιχριστιανισμό που δεν στηρίζεται σε γνώση αλλά σε στερεότυπα και συνθήματα. Εκεί η «επιστροφή στις ρίζες» μετατρέπεται σε κάτι πολύ πιο σύγχρονο και πολύ πιο πεζό: σε μια ακόμη μορφή ιδεολογικής ταυτότητας που χρειάζεται έναν αντίπαλο για να υπάρξει.
Αλλά η ιστορία δεν λειτουργεί έτσι.
Το Βυζάντιο, που τόσο εύκολα λοιδορείται, υπήρξε ο βασικός θεματοφύλακας της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Χωρίς αυτό, οι ίδιοι που σήμερα επικαλούνται τον Πλάτωνα πιθανότατα δεν θα τον είχαν ποτέ διαβάσει. Η πολιτισμική συνέχεια του ελληνισμού δεν είναι καθαρή γραμμή. Είναι αλυσίδα μετασχηματισμών.
Και αυτό ακριβώς δεν συγχωρεί η αρχαιολατρία: την πολυπλοκότητα.
Η πολυπλοκότητα απαιτεί γνώση. Η απλοποίηση αρκείται στην πίστη.
Τελικά, το ερώτημα παραμένει και γίνεται ολοένα πιο ενοχλητικό.
Όταν μιλούν για «επιστροφή», πού ακριβώς θέλουν να επιστρέψουν;
Γιατί αν δεν μπορούν να απαντήσουν, τότε δεν έχουμε μπροστά μας ένα πολιτισμικό αίτημα, αλλά κάτι πολύ πιο οικείο και πολύ πιο ανθρώπινο:
Την ανάγκη να πιστέψει κανείς σε μια βολική εκδοχή του παρελθόντος, επειδή το παρόν δεν τον ικανοποιεί.