Προσβάσιμη σελίδα

Η θεία καταγωγή της μουσικής. Από τους αρχαίους Έλληνες στον Μέγα Αθανάσιο

Ο 4ος  αιώνας μ.Χ. σφραγίζεται από την επίσημη είσοδο της χριστιανικής διδασκαλίας στα ιστορικά, πολιτικά και πολιτιστικά τεκταινόμενα της εποχής εκείνης. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να παραλληλιστεί με την «μεγάλη έκρηξη» (big bang) στο χώρο της αστροφυσικής: Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, η Εκκλησία διαμορφώνει όχι μόνον των θεολογικό της λόγο αλλά και την οργάνωση τής καθημερινότητάς της ως προς τη διοίκηση και τη λατρεία της. Καλείται να διαλεχθεί με τα δεδομένα της εποχής, να απορρίψει ή να ενσωματώσει ορολογία και πρακτικές, να πείσει πως φέρνει στην ανθρωπότητα κάτι το ριζικά καινούργιο, εντοπίζοντας συγχρόνως στοιχεία τού παρελθόντος που θα διευκόλυναν την διάδοση τού λυτρωτικού της μηνύματος.

Ήταν επόμενο πως ένα από τα βασικά στοιχεία για τα οποία θα καλείτο να πάρει θέση ήταν η μουσική, ως παράγοντας διασκέδασης αλλά και έκφρασης τού θρησκευτικού συναισθήματος. Ο Μέγας Αθανάσιος, ο μεγάλος αυτός αλεξανδρινός συγγραφέας και πατήρ της Εκκλησίας, στη ζωή και τον συγγραφικό μόχθο τού οποίου στήριξε τη διδασκαλία και το ήθος της, πήρε θέση απέναντι στη μουσική, πιεζόμενος σαφώς από τη θέση της στο ελληνιστικό περιβάλλον μέσα στο όποιον ανδρώθηκε και διαλέχθηκε. Από την θέση που διατυπώνει στην επιστολή του «Προς Μαρκελλίνον εις την ερμηνείαν των ψαλμών», κρατά επιφυλακτική στάση απέναντι στο επιχείρημα πως η μουσική κάνει πιο ευχάριστη την πρόσληψη των πνευματικών αληθειών εκ μέρους των πιστών. Με σαφήνεια διδάσκει πως η Γραφή δεν έχεις σκοπό να επιδιώξει το ευχάριστο και το ελκυστικό. Το κείμενο της, προσθέτει, είναι θεόπνευστο αλλά η μελοποίηση της αποτελεί ανθρώπινο κατασκεύασμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως απορρίπτει την μουσική. Αντιθέτως, επιφυλάσσει γι΄ αυτήν έναν ανώτερο, συμβολικό χαρακτήρα. Αναγνωρίζοντας στον μουσικό ήχο τη μεγάλη επίδραση που έχει στο ανθρώπινο συναίσθημα, την θεωρεί ως αφορμή στροφής προς τα ανώτερα επίπεδα πνευματικότητας, ενώ συγχρόνως βλέπει στην εναρμόνιση της την αντίστοιχη εναρμόνιση όλων των ψυχών πνευματικών δυνάμεων τού ανθρώπου. Με άλλα λόγια, αναγνωρίζει στην μουσική τον συνεκτικό κρίκο όλων των δυνάμεων τής ψυχής και την εναρμονισμένη στροφή της προς τον Θεό Πατέρα. Και εδώ πρέπει οπωσδήποτε κανείς να αναγνωρίσει τη σοφή διακριτικότητα των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας μας ως προς την χρήση της αρχαιοελληνικής σοφίας. Αυτός ο συμβολικός χαρακτήρας της μουσικής συναντά την διδασκαλία τού Πλάτωνα όπως παρουσιάζεται στην «Πολιτεία» και τους «Νόμους» του. Ο αρχαίος σοφός μιλάει εκεί για την γενική αρμονία λογικής και συναισθημάτων που συνθέτουν την αρετή αλλά και την τάξη των κινήσεων της ψυχής που ονομάζει  «ρυθμό και αρμονία». Σε αυτόν ανήκει επίσης και η ισορροπημένη στάση του απέναντι στη μουσική, αφού, αν και δεχόταν τη θεϊκή της καταγωγή, ήταν πολύ αυστηρός ως προς τη χρήση της, διαβλέποντας πως η απόλαυση που προκαλεί, αν ξεφύγει από τον έλεγχο τού νου, μπορεί να εκτραπεί σε ακραία ηδονή.

Αυτό ακριβώς είναι που φοβάται και ο Μέγας Αθανάσιος: Μήπως η ψυχή παρασυρθεί εντελώς από το αισθητικό καλός και αδιαφορήσει για τα νοήματα. Από εκεί πηγάζει και η προτροπή του προς τους ψάλτες, όπως παρουσιάζεται στην εν λόγω επιστολή, να μην θέτουν ως πρώτο στόχο την «θύραθεν καλλιέπεια» αλλά να προτιμήσουν ακόμη και μουσικές ατέλειες προκειμένου να διατηρηθεί η σαφήνεια τού λόγου. Όπως ο Πλάτωνας έτσι και ο Μέγας Αθανάσιος, αναγνωρίζουν την μουσική, περισσότερο ως παράγοντα εσωτερικής πειθαρχίας και αρμονίας των δυνάμεων της ψυχής παρά ως παράγοντα ηδονής ή, αντιστρόφως, αηδίας. Παρόλα αυτά, ο μεγάλος αλεξανδρινός Πατήρ, όταν στον περίφημο «κατά Ελλήνων» λόγο του θέλει να παρομοιάσει με κάτι την δημιουργία τού Θεού, χρησιμοποιεί την εικόνα μιας μεγάλης χορωδίας από ανθρώπους, παιδιά, γυναίκες και γέροντας, με τον καθένα να συνεισφέρει την ιδιίατερη μελωδία του σε μια συμπαντική αρμονία. Ενώπιον τού ενός Θεού, τού διευθύνοντος την συμπαντική αυτή χορωδία, ο Μέγας Αθανάσιος αναγνωρίζει στην χορωδιακή μουσική πράξη την αλληλοσυμπλήρωση και την συνεργασία που διαρκώς αντιμάχεται την παραφωνία που προκαλεί το πάθος τής επικράτησης τού ίδιου θελήματος εις βάρος όλων των υπολοίπων. (Άπάντα μΜάλου Αθανασίου, Αθήνα 1973, σελίδα 118)

Στην προαναφερθείσα επιστολή προς Μαρκελλίνον, ο Μέγας Αθανάσιος επισημαίνει πως δεν αρκεί το κάλλος της μελωδίας όταν δεν προέρχεται από ψυχή διαποτισμένη από το πνευματικό κάλλος. Η γλώσσα, διδάσκει, πρέπει να ψάλλει από κοινού με τον νουν, διαφορετικά, η ίδια μουσική, αν και εκπέμπει κάλλος αισθητικό, ουσιαστικά εμπλέκει τον ακροατή στην ψυχική αμαρτωλότητα. Με άλλα λόγια, ο Μέγας Αθανάσιος υποδεικνύει την μεγάλη δύναμη που εκπέμπει, κυρίως ο ψυχικός κόσμος τού καλλιτέχνη, στον οποίον και αναγνωρίζει την μεγάλη δύναμη τής επιρροής του στο ευρύτερο κοινωνικό και στην περίπτωσή μας, εκκλησιαστικό σύνολο.  Είναι όντως εντυπωσιακό πως ο Αθανάσιος επισημαίνει 1600 χρόνια προν την επιστήμη της ψυχολογίας και πλέον της επιχειρηματικότητας την μεγάλη σημασία, όχι των λόγων, αλλά εκείνων που χαρακτηρίζονται ως υπεραισθητά ερεθίσματα, όπως κινήσεις, τόνος ομιλίας και γενικά όλες οι αδιόρατες ενδείξεις της ψυχικής, που αποκαλύπτουν την ψυχική κατάσταση τού πομπού. Προφητικά, ο μεγάλος πατήρ διαβλέπει αυτό που είναι ιδιαίτερα εμφανές και στην εποχή μας, δηλαδή την αρνητική επίδραση που έχει ο καλλιτέχνης ως ψυχοσωματική οντότητα στα εκατομμύρια των θαυμαστών του, προς τα οποία έχει διάπλατη πρόσβαση μέσω των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, αλλά και διαδικτυακής επικοινωνίας.

Τέχνη χωρίς ήθος αποτελεί για τον Αθανάσιο παράγοντα κάκιστης επίδρασης, ιδιαίτερα προς τους νέους ανθρώπους, κάτι που θα έπρεπε ως θέση και αρχή να διαποτίζει την κάθε καλλιτεχνική παιδεία. Η άποψη αυτή επαληθεύεται στην αναφορά τού Αθανασίου στον Βίο τού οσίου Αντωνίου, όπου ο μέγας ασκητής προειδοποιεί τους μοναχούς πως οι δαίμονες μπορούν ακόμα και να προσποιηθούν μοναχούς που ψάλλουν ύμνους και προφέρουν λόγους από την γραφή. Παράλληλα όμως, στο ίδιο έργο, αναφέρεται σε μοναστήρια στα οποία οι χοροί έψαλλαν με τέτοιον τρόπο, ώστε να παρουσιάζεται αισθητικώς η ομόνοια και η αγάπη μεταξύ των. Δεν είναι όμως αυτό αυτοσκοπός: Προς έναν μαθητή του ο οποίος γυρίζει εντυπωσιασμένος από την ψαλμωδία των ναών στην έρημο της Νιτρίας, τον προειδοποιεί πως, αλίμονο αν εγκαταλείψουν οι μοναχοί της στερεά τροφή και προσηλωθούν μόνος τα άσματα και τους ήχους, υποδεικνύει δε την προσευχή στον Χριστό να απαγγέλεται «μετά ευλαβούς και ευκατανύκτου και μετρίας και ταπεινής φωνης. (Ευεργετινός εκδ.  1783 σελίδα 371).

Πολύ ενδιαφέρον γεγονός είναι πως ο Μέγας Αθανάσιος αναγκάστηκε να εμπλακεί, αν όχι σε πρωτότυπη σύνθεση ύμνων, οπωσδήποτε όμως σε διασκευή τους: Έχοντας υπόψη του το κύριο λειτουργικό βιβλίο τού Αρείου «Θάλεια» που προσπαθούσε να συνδυάσει την Ελληνική ποίηση και το θέατρο με τα χριστιανικά ιδεώδη, ο Αθανάσιος αναγκάστηκε να επιτρέψει -ίσως και να συμμετάσχει- στη σύνθεση της «Αντιθάλειας».  όπου χρησιμοποίησε τις ίδιες μελωδίες τού Αρείου, διορθώνοντας όμως τους αιρετικούς του στίχους.

Γενικά, σε πρώτη εντύπωση, ο Μέγας Αθανάσιος μπορεί να ενταχθεί αν όχι στους πολέμιους, οπωσδήποτε όμως στους επιφυλακτικούς έναντι της μουσικής και της χρήσης της στη θεία λατρεία και ευρύτερα στην πνευματική ζωή. Μία διεισδυτικότερη όμως έρευνα τον παρουσιάζει να προσδοκά από τη μουσική πολύ περισσότερα από μία απλή επιφανειακή διασκέδαση και να την τοποθετεί, υπό αυστηρές βέβαια προϋποθέσεις, στο σύνολο των εργαλείων της πνευματικής ωρίμανσης.

Πρόσφατες
δημοσιεύσεις
«Εις το μνήμα σε επεζήτησεν» – Γεώργιος Χατζηχρόνογλου
«Λόγχαις ἐκεντήθης τὴν πλευρὰν», Προσόμοιο αγ. Δημητρίου-Ματθαίου Βατοπαιδινού (Θεσσαλονικείς Υμνωδοί)
Λειτουργικά ήχ. πλ. α΄ (Βεροίας Παντελεήμων- Χρ. Θεοδοσόπουλος)
Ποιος είναι ο Γεώργιος Ραιδεστηνός;