Προσβάσιμη σελίδα

Ποιος είναι ο Γεώργιος Ραιδεστηνός;

Σε μία εποχή κατά την οποία κυκλοφορούν πάρα πολλές συλλογές με ύμνους της Θείας Λειτουργίας, ποιος είναι ο λόγος της ύπαρξης ενός ακόμη μουσικού βιβλίου; Ποιος είναι ο Γεώργιος Ραιδεστηνός και γιατί τα έργα του κεντρίζουν το ενδιαφέρον όσων ασχολούνται με την βυζαντινή μουσική. Να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι συνδρομητές από Ελλάδα και εξωτερικό (Κύπρο, Βαλκανικές χώρες, Ευρώπη, Αυστραλία) προαγοράζουν το βιβλίο από την στιγμή που ανακοινώθηκε η πρόθεση του Συλλόγου να το κυκλοφορήσει.

Ο Γεώργιος Ευστρατιάδης, γεννήθηκε στη Ραιδεστό το 1833, εξ ου και το επίθετο Ραιδεστηνός, και εκεί έζησε τα παιδικά του χρόνια. Διδάχθηκε την μουσική από κάποιο ιερέα Δομέτιο και από μικρή ηλικία ασκούσε το επάγγελμα του ιεροψάλτη. Στα δεκαέξι του, πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη. Μαθητεύει δίπλα στον Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Μ.Χ.Ε. Κωνσταντίνο τον Βυζάντιο. Το φωνητικό του τάλαντο του επιτρέπει να διακονεί σε διάφορους ναούς της Πόλης ενώ ακόμη είναι έφηβος. Σε ηλικία τριάντα ετών καλείται να αναλάβει την διακονία του αριστερού αναλογίου του Πατριαρχικού ναού ως Λαμπαδάριος. Στις 2 Φεβρουαρίου 1871 ανεδείχθη πρωτοψάλτης και παρέμεινε στη θέση αυτή έως τον Οκτώβριο του 1876. Μετά την απόσυρση του από το Πατριαρχείο διετέλεσε ψάλτης σε σημαντικούς ναούς της Πόλης, έως τον θάνατό του,  τον Αύγουστο του 1889.

Ο Ραιδεστηνός είχε την φήμη άριστου ιεροψάλτου και μουσικοδιδασκάλου και τον θαύμαζαν οι σύγχρονοι του. Εξαιρετική εντύπωση προκαλούσε το αρχαιοπρεπές εκκλησιαστικό του ύφος, το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά «τό κατά σεμνοπρεπῆ τρόπον καί ἀπαγγελίαν ψάλλειν τά ἐκκλησιαστικά μέλη».

Ο Ραιδεστηνός κατόρθωσε να δώσει νέα ζωή στα τροπάρια, προσθέτοντας σε διάφορα σημεία δικές του μελικές θέσεις, δηλαδή μουσικές γραμμές. Προσάρμοσε τις μελωδίες σε μία σύγχρονη μουσική αντίληψη, η οποία ήταν σύμφωνη με το μουσικό αισθητήριο της εποχής του. Τα νέα μέλη που έγραφε απέκτησαν κίνηση και ζωή, χωρίς όμως να χαθεί η σεμνότητα και το εκκλησιαστικό τους ήθος. Κατόρθωσε με τον τρόπο αυτό να ενώσει την ποίηση του τροπαρίου με την μελωδία του ώστε αυτά να αποτελούν αχώριστο σύνολο. Με τον τρόπο αυτό ό,τι εκφράζει η υμνογραφία, το διερμηνεύει η μουσική.

Επομένως, ο τρόπος που μελοποιούσε και έψαλλε ο Ραιδεστηνός του επέτρεπε να επιτύχει τον βασικό σκοπό της εκκλησιαστικής ψαλτικής τέχνης: να οδηγήσει μέσω της ψαλμωδίας τους πιστούς στην προσευχή. Με τις μελικές του θέσεις και την απαράμιλλη τεχνική του δημιουργούσε κλίμα κατάνυξης που βοηθούσε τους εκκλησιαζομένους να πλησιάσουν προς τον ουρανό. Όταν έψαλλε συνέρρεαν πλήθη πιστών για να τον ακούσουν.

Ο Ραιδεστηνός πρόλαβε και εξέδωσε δύο βιβλία. Την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα και το Πεντηκοστάριον. Πρόθεσή του ήταν να προχωρήσει στην έκδοση μουσικών βιβλίων για κάθε ακολουθία του έτους δυστυχώς όμως δεν πρόλαβε. Τα τελευταία έτη έχουν εκδοθεί τρία ακόμη βιβλία, τα οποία περιέχουν αποκλειστικά δικές του συνθέσεις. Πρόκειται για το «Αναστασιματάριον», το «Τριώδιον» και τώρα την «Θεία Λειτουργία» του.

Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι τα μέλη που συνθέτει για την Θεία Λειτουργία ο Ραιδεστηνός είναι λιτά, περισσότερο εκκλησιαστικά, έχουν πιο απλές γραμμές, χωρίς υπερβολές.

Επιστρέφω στο αρχικό ερώτημα. Γιατί μία ακόμη Θεία Λειτουργία; Τι έχει να προσφέρει; Η απάντηση είναι εύκολη. Σε μία εποχή που όλοι έχουν την δυνατότητα να μελοποιήσουν και να εκδώσουν μουσικά βιβλία, υπάρχει ο κίνδυνος να επικρατήσουν μελωδίες μη εκκλησιαστικές, ακατάλληλες για την λατρεία μας. Έχουμε ως ιεροψάλτες χρέος να ψάλλουμε σεμνά, να βοηθούμε τους πιστούς να προσεύχονται. Για τον λόγο αυτό πρέπει να επιστρέψουμε στην πηγή και να αντλήσουμε από τα κρυστάλλινα νερά της παραδόσεως. Η έκδοση αυτή πηγάζει απευθείας από την πηγή αυτή και φιλοδοξεί να προσφέρει σε όλους τους φιλόμουσους ύδωρ ζων, διαυγές και ικανό να ξεδιψάσει τους εκκλησιαζομένους.

Με αφορμή την συμπλήρωση 130 ετών από την κοίμηση του Γεωργίου Ραιδεστηνού, τον Αύγουστο του 2019, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως κ.κ. Άνθιμος απέστειλε επιστολή προς την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο. Στην επιστολή αυτή ζητούσε την πατριαρχική ευλογία για την έκδοση της Θείας Λειτουργίας του Γεωργίου Ραιδεστηνού του Β΄.

Το βιβλίο περιέχει «ἅπαντα τά  τῆς Θείας καί Ἱερᾶς Λειτουργίας μαθήματα». Στην αρχή της έκδοσης παρατίθεται πατριαρχικός χαιρετισμός[1], τον οποίο απέστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, «διά νά συμπεριληφθῇ εἰς τό παρόν ἀξιόλογον πόνημα»[2].

Το πόνημα αυτό αποτελεί τη συνέχεια της πρώτης εκδοτικής προσπάθειας του Συλλόγου, της έκδοσης δηλαδή του Τριωδίου του Γ. Ραιδεστηνού. Στην παρούσα έκδοση οι υπεύθυνοι του Συλλόγου έκριναν σκόπιμο να παραμείνουν πιστοί στη μεθοδολογία που ακολούθησαν και στο Τριώδιο. Από το πλήθος των αυτόγραφων κωδίκων επιλέχθηκαν οι συνθέσεις, οι οποίες ψάλλονται στη Θεία Λειτουργία. Το μουσικό κείμενο, που παρέδωσε ο μελουργός, αντιγράφηκε πιστά χωρίς να αλλοιωθεί. Διατηρήθηκαν οι ιδιόχειρες σημειώσεις του Ραιδεστηνού, το χρώμα των χαρακτήρων που χρησιμοποίησε[3] και η ορθογραφία του, η οποία αποτελεί βασικό συστατικό της μουσικής προσωπικότητάς του.

Ο μελουργός δεν είχε καταρτίσει συγκεκριμένη συλλογή, στην οποία να βρίσκονται συγκεντρωμένα όλα τα μαθήματα που χρησιμοποιούσε κατά τη διακονία του στο αναλόγιο. Όλα τα μέλη, που ψάλλονται στην Θεία Λειτουργία, βρίσκονται διάσπαρτα στο αρχείο του. Αφού ψηφιοποιήθηκαν, αντιγράφηκαν και ταξινομήθηκαν σύμφωνα με τη διάταξη που συναντάται σε ανάλογες έντυπες εκδεδομένες συλλογές. Μοναδική εξαίρεση στον κανόνα αυτό αποτελεί η μεταφορά των τριπλών «Κύριε ἐλέησον» στην αρχή του βιβλίου[4].

Σκοπός του Συλλόγου είναι να παρουσιάσουν ένα βιβλίο πλήρες, ώστε να είναι χρηστικό στο αναλόγιο. Για τον λόγο αυτό προστέθηκαν τα παρακάτω μέλη:

  • Τα αντίφωνα και το Εισοδικόν της Κυριακής «Δεῦτε προσκυνήσωμεν» από τον Πέτρο Λαμπαδάριο[5].
  • O αντί του «Ἄξιον ἐστιν» ψαλλόμενος ύμνος εις την εορτήν της Μεταμορφώσεως «Νῦν τὰ ἀνήκουστα ἠκούσθη».
  • και το Μεγαλυνάριον της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου «Ἄγγελοι τήν εἴσοδον τῆς Πανάγνου» από την Μουσική Συλλογή του Γ. Πρωγάκη[6].

Ο ψαλλόμενος κατά την απόλυσιν ύμνος «Τόν Δεσπότην καί Ἀρχιερέα ἡμῶν» ελήφθη από το χειρόγραφο αρχείο του Νικολάου Ραιδεστηνού, υιού του Γεωργίου. Ο Νικόλαος το καταγράφει «ὡς ἐψάλλετο ὑπό τοῦ ἀειμνήστου μοι πατρός» σύμφωνα με την αυτόγραφη σημείωση του.

Στο βιβλίο περιλαμβάνονται δύο σειρές χερουβικών πλήρεις. Σύμφωνα με ιδιόχειρη σημείωση του μελοποιού «μελοποιήθηκαν κατ’ ἐκλογήν συνοπτισμοῦ»[7]. Δηλαδή ερανίζεται και προχωρά στη σύντμηση μελικών θέσεων παλαιοτέρων μελωδών. Η τρίτη σειρά αποτελείται από πέντε χερουβικά. Δύο εξ’ αυτών σε ήχο γ΄. Το πρώτο μελοποιήθηκε κατ’ αίτησιν μαθητού του και το τελευταίο χερουβικό της σειράς είναι οκτάηχο[8].

Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Θεία Λειτουργία περιλαμβάνονται και πέντε χερουβικά αρχαίων διδασκάλων. Πρόκειται για τις συνθέσεις του Ιωάννου Κλαδά σε ήχο α΄, του Μανουήλ Αγαλλιανού σε ήχο β΄, το φερόμενο ως σύνθεση του Ιωάννου Δαμασκηνού σε ήχο πλ.β΄, του Παναγιώτη Χρυσάφη του νέου και του Δούκα Συρόπουλου σε πλ.δ΄. Τα μαθήματα αυτά δίδασκε ο Ραιδεστηνός στην Πατριαρχική Μουσική Σχολή, στην οποία διετέλεσε καθηγητής, την περίοδο που διακόνησε ως λαμπαδάριος του πατριαρχικού ναού, αλλά και σε όλη την διδακτική του πορεία έως το τέλος της ζωής του.

Μετά την απομάκρυνσή του από τον πατριαρχικό ναό ο Ραιδεστηνός μελοποίησε και ορισμένα λειτουργικά. Τα πιο γνωστά είναι τονισμένα σε ήχο β΄, ενώ στο αρχείο του βρέθηκαν και ορισμένα σε άλλους ήχους. Φαίνεται ότι παρακινήθηκε στην μελοποίησή τους από τους φίλους του, τον δημοσιογράφο και εκδότη Σταύρο Βουτυρά και τον δικηγόρο Βασίλειο Πανοικίδη. Είναι γνωστό ότι ο ίδιος ποτέ δεν έψαλλε αυτές τις συνθέσεις, μένοντας πιστός στην πατριαρχική παράδοση, που επιβάλλει τη «χύμα» ψαλμώδησή τους. Όταν οι δομέστικοι και οι κανονάρχες τα έψαλλαν, αυτός παρέμενε στο στασίδι του ακίνητος, έχοντας κλειστό το στόμα[9].

Μεγάλη είναι η ποικιλία των συνθέσεων του θεομητορικού ύμνου «Ἄξιον ἐστιν»[10]. Ο άρχοντας ακολουθεί τον τρόπο μελοποίησης προγενεστέρων μουσικοδιδασκάλων, χωρίς να απομακρύνεται από το παραδοσιακό πατριαρχικό ύφος. Μελοποιεί σε όλους τους ήχους, σύμφωνα με την παράδοση των μελοποιήσεων που ξεκινά από τα μέσα του 19ου αιώνα, τρία σε ήχο δ΄ (λέγετο, άγια και εκ του φθόγγου Πα) και στον πλ.α΄, έξι σε βαρύ και από δύο στον πλ.β΄ και πλ.δ΄.

Στα πλαίσια των εξηγητικών του προσπαθειών, μας παραδίδει το «ἀργόν βυζαντινόν» σε δύο μελοποιήσεις[11]. Επιπλέον από το ίδιο «Ἄξιον ἐστιν» μελοποιεί και ένα «συντετμημένο» και ένα ακόμη συντομότερο. Στο βιβλίο περιλαμβάνονται και τρεις συνθέσεις του ύμνου, που φέρουν την ένδειξη του ήχου και με την αραβοπερσική του ονομασία, τρία «μελοποιηθέντα χάριν συντομίας», ένα με την ονομασία «Βλάχικον» και ένα του Γεωργίου Σαρανταεκκλησιώτου.

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στα οκτάηχα «Ἄξιον ἐστιν». Συνθέσεις οκτάηχες, έξοχα δείγματα καλοφωνίας, συναντώνται στα Στιχηράρια ήδη από τον 13ο αι. και φθάνουν μέχρι την εποχή του Ραιδεστηνού, με ιδιαίτερη προτίμηση των μελουργών σε θεοτοκία μαθήματα.

Ο άρχων πρωτοψάλτης, δεινός μελοποιός, μάς παραδίδει συνθέσεις αυτού του είδους[12]. Οι πέντε από αυτές αφορούν τον συγκεκριμένο ύμνο. Πιθανότατα είναι και οι αρχαιότερες, μαζί με τις αντίστοιχες συνθέσεις του αρχιδιακόνου Ανθίμου και του Αντωνίου Δεναξά του Θηραίου[13]. Στην πρώτη εξ’ αυτών ο ήχος που ακολουθεί σηματοδοτείται με την αρκτική του μαρτυρία, ενώ σε άλλη βρίσκουμε ιδιόχειρη σημείωση του μελουργού με τη φράση «δρόμος Πέτρου Λαμπαδαρίου και Ιακώβου Πρωτοψάλτου». Η φράση αποτελεί απόδειξη της προσκόλλησής του στις παραδεδομένες θέσεις των προκατόχων του στον πάνσεπτο πατριαρχικό ναό.

Στη Συλλογή αυτή περιλαμβάνονται και μία σειρά Κοινωνικών της Εβδομάδος[14]. Στο χειρόγραφο φέρουν την επιγραφή «ἀρχαῖα». Πρόκειται για συνθέσεις του Πέτρου Μπερεκέτου. Ο Ραιδεστηνός πιθανότατα έχει υπ’ όψιν του τις εξηγήσεις του Χουρμουζίου, δεν πρέπει όμως να αποκλείσουμε και την πιθανότητα να αντιγράφει από άλλο αντιγραφέα ή να εξηγεί από την παλαιά γραφή. Είναι άξιο προσοχής ότι μελοποιούνται σε ήχο αντίστοιχο με την ημέρα[15].

Στην συλλογή βρίσκουμε μελοποιημένο και το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Θ΄ Κυριακής του Λουκά[16]. Η καταγραφή αυτή μπορεί να μας βοηθήσει να εξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα για την εμμελή απαγγελία του ευαγγελίου κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνος και να προχωρήσουμε σε σύγκριση με τον τρόπο που απαγγέλλεται σήμερα στους ναούς.

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει και στη μελοποίηση των λειτουργικών της Θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου. Εκτός από τα γνωστά μέλη  «μελοποιηθέντα παρά Ἰωάννου Πρωτοψάλτου τοῦ Γλυκέως, συντμηθέντα δέ παρά Ἰωάννου Πρωτοψάλτου τῆς τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τοῦ Τραπεζουντίου», μας παραδίδει και ένα «Σέ ὑμνοῦμεν» συντετμημένο[17]. Ακολουθώντας το παράδειγμα μεγάλων μουσικοδιδασκάλων, οι οποίοι μετά την Άλωση προχωρούν στη σύντμηση και τον καλλωπισμό παλαιοτέρων συνθέσεων, προσφέρει στην Εκκλησία μία σύνθεση, η οποία καλύπτει συγκεκριμένες λειτουργικές ανάγκες. Το μέλος ακολουθεί τις παλαιότερες παραδεδομένες θέσεις και η μετάβαση από τη μία μελική φράση στην επόμενη γίνεται ομαλά χωρίς να καταστρέφεται ο ρυθμός και να διασπάται η ενότητά του.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι και με την έκδοση αυτή αναδεικνύεται η μουσική προσωπικότητα του Άρχοντος και έχουμε τη δυνατότητα να κατανοήσουμε καλύτερα την εποχή στην οποία έζησε, δραστηριοποιήθηκε και μεγαλούργησε. Πολύ σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι ο Σύλλογος Ιεροψαλτών Αλεξανδρουπόλεως εξέφρασε και πάλι την πρόθεσή του να συνεχίσει την προσπάθεια ανάδειξης του έργου αυτού και να το παρουσιάσει στο ευρύ κοινό[18].

[1] Ο πατριαρχικός χαιρετισμός εστάλη προς τον Σεβ. Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως την 16η Νοεμβρίου 2019.

[2] Ραιδεστηνός Γεώργιος, Θεία Λειτουργία, εκδ. Συλλόγου Ιεροψαλτών Ι.Μ. Αλεξανδρουπόλεως, Αλεξανδρούπολη 2019, σ. ε΄-στ΄.

[3] Ο Ραιδεστηνός ακολουθώντας τον τύπο αντιγραφής χειρόγραφων κωδίκων χρησιμοποίησε κόκκινο μελάνι για τις επικεφαλίδες, τα γοργά, τὰ μαρτυρικά σημεία και τα αρχιγράμματα και μαύρο για τα υπόλοιπα.

[4] Ραιδεστηνός Γεώργιος, Θεία Λειτουργία…, ό.π., σ. θ΄.

[5] Ἰωάννου Λαμπ. και Στεφάνου α΄ δομ., Πανδέκτη της Ιεράς Εκκλησιαστικής Υμνωδίας, τ. Δ΄ Εν Κωνσταντινουπόλει 1851, σ. 26-27.

[6] Πρωγάκη Γεωργίου, Μουσική Συλλογή, τ. Γ΄, Κωνσταντινούπολη 1909, σ. 256, 268.

[7] Ο Ραιδεστηνός αποστήθιζε τα χερουβικά και τα κοινωνικά παλαιοτέρων διδασκάλων και τα έψαλλε χωρίς να χρησιμοποιεί μουσικό κείμενο, προσθέτοντας τις δικές του μουσικές θέσεις. Βλ. Βουδούρης Άγγελος, Πρωτοψαλτικά …, ό.π., § 593, σ. 353.

[8] Το χερουβικό, αφού κινείται αριστοτεχνικά και στους οκτώ ήχους, ολοκληρώνεται στη λέξη «προσάδοντες». Για να μη μείνει ημιτελές, συμπληρώθηκε το υπόλοιπο του ύμνου «πᾶσαν τὴν βιωτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν» από άλλο χειρόγραφο. Αξίζει να σημειωθεί ότι μελοποιήθηκε από τον Ραιδεστηνό σε ένα φύλλο χαρτιού του Ελληνικού Μουσικού Συλλόγου, με το οποίο ως πρόεδρος αυτού καλεί τα μέλη του να παραστούν στο μνημόσυνο του «ἀειμνήστου μουσικοδιδασκάλου Στεφάνου Βυζαντίου».

[9] Βουδούρης Άγγελος, Πρωτοψαλτικά, Εν Κωνσταντινουπόλει 1940, Μουσικολογικά Απομνημονεύματα, τ.18, εκδ. Ευρωπαϊκού Κέντρου Τέχνης, Αθήνα 1998, § 431, σ. 300.

[10] Ραιδεστηνός Γεώργιος, Θεία Λειτουργία…, ό.π., σ. 247-294.

[11] Στρουμπάκης Μιχαήλ, «Η μελοποίηση του “Ἄξιον ἐστιν” στις ελληνόφωνες έντυπες εκδόσεις του 19ου αι. Μουσικολογικές παρατηρήσεις», Θεωρία και Πράξη της Ψαλτικής Τέχνης, Εισήγηση στο Ζ’ Διεθνές Συνέδριο Ι.Β.Μ., Αθήνα 18-20 Οκτωβρίου 2018. Η σύνθεση μας παραδίδεται από τον Χουρμούζιο Χαρτοφύλακα στις εξηγήσεις του (Ε.Β.Ε.-Μ.Τ.Π. 705, φ. 778) και έχει εκδοθεί στο έργο: Κυριαζίδης Αγαθάγγελος, Εν άνθος της καθ’ ημάς Εκκλησιαστικής μουσικής, Εν Κωνσταντινουπόλει 1896, σ. 323. Η σύγκριση των δύο γραφών αποδεικνύεται πολύ χρήσιμη για την κατανόηση της ενέργειας συγκεκριμένων σημοδόφωνων της βυζαντινής σημειογραφίας.

[12] Εκτός από το χερουβικό και τα «Ἄξιον ἐστιν» στο χειρόγραφό του αρχείο υπάρχει μελοποιημένο αργό δοξαστικό της εορτής του Αγίου Γερασίμου, κατά μίμησιν του δοξαστικού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου «Θεαρχίῳ νεύματι».

[13] Δημήτριος Μπαλαγεώργος, «Τα οκτάηχα μέλη της Ψαλτικής στη χειρόγραφη παράδοση», Θεωρία και Πράξη της Ψαλτικής Τέχνης, Εισήγηση στο Ζ’ Διεθνές Συνέδριο Ι.Β.Μ., Αθήνα 18-20 Οκτωβρίου 2018, σ. 487-507. Ο Ραιδεστηνός τονίζει τα «Ἄξιον ἐστιν» σύμφωνα με τη φυσική εναλλαγή των ήχων, αλλά και σε ζεύγη κυρίων και πλαγίων. Όλα επανέρχονται και καταλήγουν στον αρχικό α΄ ήχο.

[14] Ραιδεστηνός Γεώργιος, ό.π., σ. 320-339.

[15] Στο βιβλίο υπάρχει και ένα κοινωνικό «Αἰνείτε», τονισμένο στον πλάγιο του δευτέρου ήχο. Φέρει την παρακάτω επιγραφή: «Τό παρόν διορθωθέν παρά Γεωργίου Πρωτοψάλτου τοῦ Ῥαιδεστηνοῦ τοῦ Β΄ κατ’ αἴτησιν τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Χ. Πασχάλη. Τῇ 15η Σεπτεμβρίου 1883», Ραιδεστηνός Γεώργιος, Θεία Λειτουργία…, ό.π., σ. 340.

[16] Λκ. ιβ΄ 16-21, η΄ 8.

[17] Ραιδεστηνός Γεώργιος, ό.π., σ. 230-231.

[18] Ό.π., σ. ιβ΄.

Πρόσφατες
δημοσιεύσεις
Χερουβικόν Χαρ. Παπανικολάου, ήχ. δ΄«άγια» (Δανιηλαίοι-Θωμάδες)
Θρονική εορτή Οικουμενικού Πατριαρχείου (30/11/2020)
Εφαρμογές Προτάσεων για Μορφολόγηση και Μουσική Ανάλυση Μελών της Ελληνικής Ψαλτικής μας Τέχνης Βάσει Θέσεων του Δρ. Σωτηρίου Δεσπότη
Χερουβικόν Νικολάου Σμύρνης, ήχ. πλ. δ΄ (Ν. Στάθης)
Η Θεσσαλονίκη παραμένει το θερμοκήπιο της βυζαντινής μουσικής παράδοσης