Η μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων

28 Απριλίου 2023

Η χριστιανική Εκκλησία αποτελεί ένα αρραγές και ενοποιό σώμα, το Σώμα του ιδίου του Ιησού Χριστού, του οποίου κεφαλή συνιστά ο ίδιος ο Κύριος. Η ενότητα του ευχαριστιακού, μυστικού Σώματος του Χριστού διαφαίνεται μέσα από την μέριμνα της Εκκλησίας για τους ζώντες και κεκοιμημένους αδελφούς – μέλη της. Σημαντική πτυχή αυτής της προσευχητικής, ενοποιού στάσης της Εκκλησίας αποτελεί και η μνημόνευση των ονομάτων όλων των μελών της, γνωστών και αγνώστων.

Το κυριακό Σώμα, κάθε φορά που συνάγεται, θυμάται και μνημονεύει προσευχητικά κάθε μέλος του, με αιτήσεις για ειρήνη σε όλο τον κόσμο, για όλους τους ανθρώπους, όλων των εποχών, των πολιτισμών και των θρησκειών. Η γενική αυτή προσευχητική επίκληση εξειδικεύεται στη συνέχεια με προσεχή υπέρ των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, αλλά και υπέρ όλων των μελών, είτε ζουν ειρηνικά, είτε βρίσκονται σε ανάγκη, κίνδυνο ή σε ειδικές συνθήκες. Οι λατρευτικές επικλήσεις περιλαμβάνουν και τη μνήμη των κεκοιμημένων αδελφών, οι οποίοι έχουν αποδημήσει της σύναξης και βρίσκονται πλέον στην ουράνια μακαριότητα.

Η μνημόνευση των ονομάτων των μελών της Εκκλησίας, συγκεκριμένα, μπορεί να εντοπισθεί στα ακόλουθα σημεία:

α) Η μνημόνευση των ονομάτων των ζώντων μελών.

Η ανύστακτη προσευχή της εκκλησιαστικής σύναξης υπέρ υγείας, αποκατάστασης, ανάρρωσης, ενδυνάμωσης των μελών της είναι καταφανής στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Πρωταρχικό και αξεπέραστο σημείο συνιστά η μνημόνευση των ονομάτων στην πρόθεση, κατά την προετοιμασία των ευχαριστιακών Δώρων, πριν από την τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Η αναφορά αυτή είναι η πλέον σημαντική, αφού ο ιερέας τοποθετεί μαζί με το Σώμα του Χριστού – Αμνό, τη μερίδα της Θεοτόκου, των αγίων και του επιχωρίου αρχιερέα, μικρές μερίδες – ψυχία από το λεγόμενο κατακλαστό, δηλαδή ειδικό μέρος του προσφόρου (το κάτω κεντρικό ένατο της σφραγίδας του), στο εμπρόσθιο τμήμα του δισκαρίου.

Η πρακτική αυτή φθάνει στην απόλυτη πληρότητά της όταν ο λειτουργός αποθέσει τις μερίδες υπέρ υγείας των ζώντων μέσα στο ποτήριο, μαζί με το κυριακό Σώμα και Αίμα, αφού ολοκληρωθεί η κοινωνία των πιστών ή κατά την πλέον διαδεδομένη πρακτική πριν οι πιστοί μεταλάβουν. Το δισκάριο, στην πλήρη σύνθεσή του αναπαριστά ολόκληρη την επουράνια και επίγεια πραγματικότητα με επίκεντρο τον ίδιο τον Κύριο, ενώ ο ίδιος, οικουμενικός συμβολισμός αποδίδεται και στο πρόσφορο. Η ένταξη όλων των μερίδων που προαναφέρθηκαν στο ποτήριο μεταβάλλει όλους όσους μνημονεύθηκαν στην πρόθεση σε σύναιμους και σύσσωμους με τον Χριστό, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων στη Ζ’ Μυσταγωγική Κατήχησή του. Η πληρότητα, βέβαια, αυτής της συσσωμάτωσης στο Σώμα του Χριστού επιτυγχάνεται με την άξια και άδολη μετοχή του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και την κοινωνία των ευχαριστιακών Δώρων.

Η μνημόνευση των ονομάτων των ζώντων λαμβάνει χώρα και σε άλλες αγιαστικές τελετές της Εκκλησίας, με πρώτο και κύριο το ιερό Ευχέλαιο, το οποίο στοχεύει στην ανακούφιση πασχόντων αδελφών από σωματικές και πνευματικές νόσους, αλλά και συμπληρωματικά την απαλλαγή τους από ανεπαίσθητα, ασύγγνωστα και ελαφρά αμαρτήματα. Η τελετή του Ευχελαίου είχε παλαιότερα καθιερωθεί και υπέρ ενισχύσεως των άρτι κεκοιμημένων, το λεγόμενο νεκρώσιμο Ευχέλαιο. Η πρακτική αυτή δεν απηχεί το πνεύμα της Εκκλησίας και ορθά δεν ευδοκίμησε ως τις μέρες μας, παρά τα αγαθά κίνητρά της. Άλλες τελετές στις οποίες μνημονεύονται οι ζώντες αδελφοί αποτελούν η ακολουθία του Αγιασμού, διάφορες, σύντομες αγιαστικές ακολουθίες (π.χ. σταύρωση πάσχοντος αδελφού με τη λόγχη) και ευχές κ.α.

Μνημόνευση ζώντων μελών της Εκκλησίας απαντάται και κατά τη διάρκεια των παρακλητικών κανόνων του Δεκαπενταυγούστου προς τη Θεομήτορα ή και σε αντίστοιχες, κατά μίμηση αυτών νεώτερα συντεθειμένες ακολουθίες αγίων και εορτών. Η αναφορά των ονομάτων από τον ιερέα σε αυτές είναι μια καλή ευκαιρία για την προσευχητική ανακούφιση πασχόντων ή μη αδελφών. Φρόνιμο είναι τα ονόματα να αναγιγνώσκονται από τον λειτουργό χαμηλόφωνα, μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου ή του τιμώμενου αγίου ή ενώπιον της αγίας τράπεζας, ενόσω οι χοροί ψάλλουν τα τροπάρια του κανόνα. Η ανάγνωση των ονομάτων εκφώνως κατά τη διάρκεια μίας ή όλων των αιτήσεων, τις οποίες εκφωνεί ο ιερέας είναι άστοχη, δεδομένου ότι: α) μακραίνει την ακολουθία άσκοπα, χαλαρώνοντας το εκκλησίασμα, β) κουράζει τους συμπροσευχόμενους πιστούς, γ) δημιουργεί ανταγωνισμό μεταξύ των πιστών για τη σειρά ανάγνωσης των ονομάτων κ.α. Σημασία έχει η υπέρ των πιστών προσευχή από όλο το εκκλησίασμα, αφού ο ιερέας δεν τελεί αφ’ εαυτού μαγικές πράξεις, αλλά χρειάζεται την προσευχητική συνεπικουρία όλης της σύναξης.

β) Η μνημόνευση των ονομάτων κεκοιμημένων αδελφών.

Η υπέρ των μελών της Εκκλησίας μέριμνα δεν παραμένει στην επίγεια πραγματικότητα, αλλά εκτείνεται στην αιωνιότητα, συγκεντρώνοντας στην ίδια στιγμή το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, αυτό που ονομάζει η ορθόδοξη θεολογία ως εσχατολογικό παρόν. Η Εκκλησία σε αυτό το πλαίσιο θυμάται διαρκώς όλα τα κεκοιμημένα μέλη της, από κτίσεως κόσμου και τους γενάρχες Αδάμ και Εύα, έως και τον πιο πρόσφατα αποδημήσαντα αδελφό.

Η έγνοια αυτή της Εκκλησίας φαίνεται ξεκάθαρα κάθε φορά που τελείται η Θεία Λειτουργία, οπότε ο ιερέας μνημονεύει τα ονόματα των κεκοιμημένων στην πρόθεση, προετοιμάζοντας τα Τίμια Δώρα, όπως ακριβώς προεκτέθηκε και για τους ζώντες πιστούς. Η μνημόνευση των ονομάτων των κεκοιμημένων, αλλά και των ζώντων στη Θεία Λειτουργία λαμβάνει κανονικά χώρα δύο φορές, αφενός στην πρόθεση και αφετέρου στα Δίπτυχα, δηλαδή μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων και την εκφώνηση του Εξαιρέτως. Κάθε άλλη αναφορά των ονομάτων των κεκοιμημένων είναι περιττή.

Οι υπόλοιπες, χωρίς λόγο ύπαρξης μνημονεύσεις μπορούν να εντοπιστούν: α) στην Εκτενή δέηση του λειτουργού μετά τα αγιογραφικά αναγνώσματα και β) κατά την άφιξη της Μεγάλης Εισόδου στην ωραία πύλη. Η τελευταία μνημόνευση αποτελεί καθαρά στοιχείο της αρχιερατικής Θείας Λειτουργίας και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνεται από τους πρεσβυτέρους. Ο αρχιερέας μνημονεύει στην ωραία πύλη ζώντες και κεκοιμημένους, αφού λάβει στα χέρια του διαδοχικά το δισκάριο από τον διάκονο και το ποτήριο από τον πρεσβύτερο. Η αρχιερατική πρακτική της μνημόνευσης ονομάτων στην ωραία πύλη αποτελεί κατάλοιπο της αρχαίας τάξης της Θείας Λειτουργίας. Η προετοιμασία των Τιμίων Δώρων γινόταν από τους διακόνους στο διακονικό ή σκευοφυλάκιο, πρόσκτισμα του ναού στη νοτιοδυτική πτέρυγά του. Ο αρχιερέας ερχόταν πρώτη φορά σε επαφή με τα Τίμια Δώρα τη στιγμή εκείνη και για το λόγο αυτό μνημόνευε τα ονόματα των μελών της σύναξης. Η σύγχρονη τέλεση της προσκομιδής των Τιμίων Δώρων λαμβάνει χώρα στο ιερό βήμα και ο αρχιερέας έρχεται σε επαφή με αυτά αμέσως μετά την ένδυσή του με τα λειτουργικά άμφια, οπότε και μνημονεύει τα ονόματα. Παρά την τελευταία μεταβολή, το αρχαίο έθος της μνημόνευσης στη Μεγάλη Είσοδο δεν απομακρύνθηκε από την αρχιερατική Θεία Λειτουργία, αλλά, αντίθετα, δεν έλαβε ποτέ θέση στην υπό τον πρεσβύτερο τελούμενη και καλό θα ήταν να μην ακολουθείται από τους ιερείς.

Σημαντική πτυχή της μνημόνευσης των κεκοιμημένων αποτελούν τα ιερά μνημόσυνα, δηλαδή οι συνοπτικές τελετές μνημόνευσης υπέρ αναπαύσεως της ψυχής των κεκοιμημένων αδελφών με την ταυτόχρονη παράθεση νεκρώσιμων κολλύβων. Η αξία των μνημοσύνων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας και τη μνημόνευση των ονομάτων στην πρόθεση. Η αποκομμένη από τη Θεία Λειτουργία τέλεση μνημοσύνων κατά τη διάρκεια άλλων ακολουθιών (π.χ. Εσπερινός) ή επί του μνήματος στο κοιμητήριο συνιστά ευκαιρία προσευχής υπέρ του κεκοιμημένου, αλλά είναι ατελής και πρέπει να γίνεται μόνο συμπληρωματικά. Κάθε πράξη προσευχής συνεργεί στην ανάπαυση της ψυχής του κεκοιμημένου, αλλά η πληρότητά της βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στη τέλεση της Θείας Λειτουργίας, δηλαδή της απόλυτης έκφρασης της εκκλησιαστικής σύναξης.

naxioimelistes.blogspot.com