Οι αντιδράσεις του αγίου Λεωνίδη και της συνοδίας του κατά τα βασανιστήρια και ενώπιον του δικαστή

17 Απριλίου 2024

Ο άγιος Μάρτυρας Λεωνίδης και η συνοδία του. (Εικόνα από https://argolika.gr).

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Το εγκώμιο έγραψε ο Επίσκοπος Αθηνών Μιχαήλ Γ’ Χωνιάτης (1182-1222).

 

Λεωνίδης ο Άγιος Μάρτυς μετά των συναθλησασών μετ’ αυτού Αγίων Γυναικών Χαρίσσης*, Νίκης, Γαληνής, Καλλίδος, Νουνεχίας, Βασιλίσσης και Θεοδώρας, έζων επί της βασιλείας του Δεκίου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σμθ’-σνα’ (249-251), κατήγοντο δε εκ της Πελοποννήσου.

* Εν άλλοις γράφεται Χαριέσσης.

 

Συνέχεια από εδώ: http://www.pemptousia.gr/?p=396951

 

Ω γενναίου φρονήματος! Ω ψυχής ανικήτου!

Αι σάρκες του Μάρτυρος κατεξεσχίζοντο και αι φλέβες του ανεστομώνοντο καθώς εθραύοντο και ποταμοί αίματος εσχημάτιζον λίμνην γύρω από τον Αθλητήν, διαβρέχοντες ολόκληρον το σώμα του, διότι εις όλα του τα μέρη ήτο κατεσκαμμένον από τους ξεσμούς.

Ο Αθλητής όμως εδοκίμαζε μεγάλην χαράν, διότι επίστευεν ότι με την διάσπασιν των σαρκών του ενώνεται με τον Χριστόν, και ότι όσον το σώμα του γυμνώνεται από τας σάρκας, ενδύεται τον Χριστόν και ότι δοξάζεται μαζί με τον Χριστόν όσον εκολυμβούσε μέσα εις το αίμα του, το οποίον εχύνετο διά τον Χριστόν, και ότι τόσον περισσότερον επλησίαζε προς το κατά Χριστόν κάλλος, όσον απαλλάσσεται από την ύλην του σώματος και ότι όσον το σώμα του εσπαράσσετο από τα διάφορα όργανα των βασανιστηρίων, τόσον ωραιότερος καθίστατο και εικών του Χριστού εγίνετο, φέρων ως άγαλμα την κατ’ εικόνα Χριστού ομοιότητα.

Και ο μεν γενναίος Λεωνίδης κατ’ αυτόν τον τρόπον εσπαράσσετο υπό των αλιτηρίων ειδωλολατρών ως άλλος Τιτάν* και τόσην μεγαλοψυχίαν εδείκνυεν, όσον περισσότερον διεσπώντο αι σάρκες του.

Τι έκαμνον δε αι γυναίκες Μάρτυρες, αι οποίαι ήσαν μαζί με την χαριτωμένην Χάρισσαν; Μήπως αντιμετώπισαν τους αγώνας με δισταγμόν η μήπως έλαβον υπ’ όψιν των την γυναικείαν φύσιν των η μήπως εφοβήθησαν τας βασάνους η μήπως εδειλίασαν την ωμότητα των ασεβών;

Όχι, σας διαβεβαιώ εις τους γενναίους αγώνας των διά την ευσέβειαν και την μέχρις αίματος καρτερίαν των· διότι αφού ενεψύχωσαν εαυτάς λαβούσαι ανδρικόν θάρρος, επροχώρησαν όλαι μαζί προς τους κινδύνους και με ατρόμητον φωνήν ωμολόγησαν Θεόν αληθινόν τον αθάνατον Νυμφίον των. Διότι τοξευόμεναι διά την αγάπην του, εθεώρουν τας πληγάς των ασεβών ως βέλη νηπίων.

«Μη νομίζης, δηλαδή, έλεγον, ω δικαστά, ότι τον αγώνα σου αυτόν διεξάγεις προς γυναίκας τρυφεράς· διότι ημείς, αν κατά την εξωτερικήν εμφάνισιν είμεθα γυναίκες, εν τούτοις είμεθα πολύ γενναιότεραι και της χειροτέρας ωμότητος, από όσον επιτρέπει τούτο η γυναικεία φύσις μας. Ημείς εκυριεύθημεν από το κάλλος του Χριστού και την ζωήν μας την αφιερώσαμεν εις τον έρωτα εκείνου. Χάριν εκείνου ζώμεν, προς Χάριν εκείνου είμεθα εδώ όλαι μαζί, διότι ποθούμεν να ενωθώμεν στενώτερον μετά του Χριστού έχουσαι απηλλαγμένας τας ψυχάς μας εκ τούτου του σαρκίου».

«Το σώμα τούτο το υλικόν το αποστρεφόμεθα και βιαζόμεθα να απαλλαγώμεν από τον δεσμόν μας με αυτό. Ώστε, εάν μας βασανίσης, περισσότερον θα μας λαμπρύνης και θα μας κάμης περισσότερον ποθητάς διά τον ουράνιον Νυμφίον μας· όταν δηλαδή θα στολισθώμεν με τα στίγματα των πληγών, τας οποίας θα λάβωμεν προς Χάριν του. Και εάν τεμαχίσης τα σώματά μας, δεν θα δυνηθής να μας χωρίσης από τον Χριστόν, προς τον οποίον είμεθα ηνωμέναι διά της Πίστεως.

Όσον ταχύτερον μας θανατώσης, τόσον γρηγορώτερον θα μας παρουσιάσης εις τον αγαπημένον μιας Ιησούν. Απάλλαξόν μας από την ζωήν όσον ταχύτερον δύνασαι, κατηραμένε, διά να μεταβώμεν ταχύτερον εις την Βασιλείαν των ουρανών».

Έμεινε κατάπληκτος από την παρρησίαν των παρθένων εκείνων ο τύραννος και νικηθείς από την γενναιότητα και την καρτερίαν, την οποίαν έδειξαν, διατάσσει να ριφθούν εις τον βυθόν της θαλάσσης και να εξαφανισθούν εις τα ύδατα της, ώστε να λησμονηθούν, διά να μη παρουσιάζωνται ως λαμπρά τρόπαια της εναντίον του νίκης.

Ωδηγούντο λοιπόν προς τον θάνατον αι περί τον θείον Λεωνίδην γενναίαι Μάρτυρες όχι κατηφείς η σκυθρωπαί, όπως θα συνέβαινε με οιασδήποτε άλλας μελλοθανάτους, αλλά χαίρουσαι και ψάλλουσαι, αφ’ ενός μεν διότι με την καρτερίαν των ενίκησαν τον δικάζοντα αυτάς τύραννον, αφ’ ετέρου δε διότι ηξιώθησαν να πίουν με τα αλμυρά ύδατα της θαλάσσης το γλυκύ ποτήριον του Μαρτυρίου.

Απόδειξις δε τούτου είναι το άσμα εκείνο, το οποίον έψαλλεν η μακαρία Χάρισσα, και το συνέχιζε με ρυθμόν ο υπόλοιπος χορός των Μαρτύρων. Είχε δε το άσμα τούτο ως εξής· διότι δεν είναι δίκαιον να μεταβάλωμεν το άσμα των εκείνο·
«Εν μίλλιον έδραμον, Κύριε, και στράτευμά με εδίωξε, Κύριε, και ουκ ηρνησάμην σε Κύριε, σώσον μου το πνεύμα»2.

Ψάλλουσαι το άσμα τούτο αι Άγιαι Μάρτυρες, ως εάν ευρίσκοντο επάνω εις κάποιαν άμαξαν, έφθασαν εύθυμοι εις την θάλασσαν και από εκεί, επιβιβασθείσαι εις πλοίον, οδηγούνται εις την ανοικτήν θάλασσαν και ρίπτονται εις τα κύματα και ούτω, αφού διεπέρασαν την αθεΐαν, όπως άλλοτε οι Εβραίοι διεπέρασαν την Ερυθράν θάλασσαν, αμέσως διεπεραιώθησαν εις την γην της επαγγελίας, τον Παράδεισον.

* Το πρωτότυπον λέγει ότι εσπαράσσετο «τιτανικώς». Δι’ αυτού υπαινίσσεται ο Χωνιάτης τον Τιτάνα Προμηθέα, ο οποίος εδέθη επί του Καυκάσου κατά διαταγήν των θεών και καθ’ εκάστην αετός εσπάρασσε το ήπαρ του, διότι παρέδωσε το πυρ εις τους ανθρώπους.

Συνεχίζεται

 

Από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Απρίλιος, τόμος 4ος.