Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού: Οι τρεις προϋποθέσεις της Σωτηρίας μας

20 Σεπτεμβρίου 2020

«Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησά­σθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακο­λου­θεί­τω μοι» (Μαρκ. 8.34).

Πριν από λίγες ημέρες η Εκκλησία μας εόρτασε την παγκόσμιο ύψωση του τιμίου και ζωο­ποι­ου Σταυ­ρού· και σήμε­ρα, Κυ­ριακή μετά την Υ­ψω­ση, μας υπενθυ­μι­ζει με το ευαγγελικό ανά­γνωσμα τη σημασία του Σταυρού στη ζωή μας. Διότι μπορεί ο Χριστός να ανήλθε στον σταυρό για τη σωτηρία μας, μπορεί ο Σταυρός του να αποτελεί σύμβολο δυ­νάμεως και ελπίδος για όσους πιστεύουν σ᾽ Αυτόν, όμως δεν αρκεί μο­νο η θεωρητική πι­στη, χρειάζεται και η πρακτική απόδειξή της. Και αυτή γίνεται με τον τρόπο που μας υποδει­κνύει ο Χριστός στο ση­με­ρινό ευαγγελικό ανά­γνω­σμα, λέγοντας: «Ο­στις θέλει οπί­σω μου ελθείν απαρνη­σα­σθω εαυ­τον και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακο­λου­θεί­τω μοι».

Τα λόγια του Χριστού δεν είναι μόνο μία προσ­κληση, είναι ταυ­το­χρονα και ο καθορι­σμος τριών προϋπο­θε­σεων που τίθενται προ­κειμένου να αποδείξει ο άνθρωπος την πίστη του και να οικειωθεί τη σωτηρία και τη λύτρω­ση που του προσέφερε ο Χριστός με τη σταυρική του θυσία.

Η πρώτη προϋπόθεση είναι η ελεύθερη βού­λη­ση του ανθρώπου που επιλέγει αυτόν τον δρόμο. Ο Χριστός είναι σαφής. Κανείς δεν είναι ανα­γκασμένος να τον ακολουθήσει. Κανείς δεν πιέζεται και κανείς δεν εκβιάζεται. «Όστις θέλει». Μόνο όποιος θε­λει μπορεί να τον ακο­­λου­θήσει.

Η δεύτερη προϋπό­θε­ση είναι η αρ­νηση του εαυτού μας. «Απαρνη­σα­σθω εαυτόν». Ο,τι μας κρατά δε­­­σμίους με τις συνήθειες και τα πα­θη μας, ο,τι μας δένει με τα γήι­να και τα εγ­κο­­σμια, ο,τι δυσκο­λευ­ο­μαστε να το αποχωρι­σθού­με, ακό­μη και εάν δεν είναι κακό, ακόμη και εάν δεν είναι εφάμαρτο, δεν είναι συμβατό με την απόφασή μας να ακολουθήσουμε τον Χρι­στο.

Πολλές φορές ε­μείς οι αν­θρω­­ποι νομίζουμε ότι μπορούμε να τα συνδυ­α­­σουμε όλα. Πιστεύ­ου­με ότι μπορούμε να ζού­­με τη ζωή μας όπως μας αρέ­σει, όπως μας ευ­χαριστεί και ταυτό­χρο­να να είμαστε μέλη της Εκ­κλη­σίας, να θεω­ρούμε ότι ζούμε την εν Χριστώ ζωή. Όμως ο Χρι­­στος το διευκρινίζει: όσοι τον ακο­λουθούν πρε­πει να είναι από­λυ­τα αφοσιωμένοι σε Ε­κείνον· να μην λοξο­δρο­­­­μούμε, να μην αλ­λοι­­­­θωρί­ζουμε, γιατί δια­φορετικά δεν είναι δυνα­τον να τον ακο­λου­­θήσουμε· δεν ει­ναι δυ­­νατόν να δουλεύ­ου­με «δυσί κυρίοις».

Εάν θέλουμε, λοιπόν, πράγματι να ακολουθήσουμε τον Χρι­­­στο, το­­τε θα πρέπει να α­παρ­νηθούμε κατά το δυνατό τον εαυ­το μας, να κλείσουμε τα αυ­τιά μας στις σειρή­νες του κο­σμου και να προ­ση­­λω­θούμε στον Χρι­στο, τον οποίο δεν θα πρέπει να χάσουμε από τα μάτια μας καθ᾽ όλη την επίγεια πορεία μας.

Βέβαια η απάρνηση του εαυτού μας, που ζη­τα ο Χριστός, δεν είναι μία στιγμιαία απόφαση ή πράξη, είναι ένας διά βίου αγώνας, τον οποίο θα πρέπει να αγωνιζό­μα­στε καθημερινά. Και απαι­τείται, διότι διαφο­ρε­τικά δεν θα μπορέ­σουμε να ανταπεξέλ­θου­­με στην τρίτη προ­ϋπόθεση, η ο­ποία είναι να ση­κώσουμε τον σταυ­­ρο μας.

«Αράτω τον σταυρόν αυτού», ζη­τα ο Χριστός από όσους θέλουν να τον ακολουθήσουν. Δεν γι­νε­ται, λοιπόν, να α­κο­­λου­θούμε τον Χρι­στο χωρίς να σηκώνου­με τον σταυ­ρο μας. Δεν γι­νεται να ακο­λουθούμε τον Χριστό χωρίς κο­­­πο και χωρίς θυσίες, χωρίς δυ­σκο­λίες και χω­ρις δάκρυα. Διότι κα­νε­νας σταυρός δεν ει­ναι ανώδυ­νος, κανέ­νας σταυρός δεν είναι ελα­φρυς· και γι᾽ αυτό ο Χρι­­στος θε­τει ως προϋ­πο­θεση για να σηκώ­σουμε τον σταυρό μας την αρ­νηση του εαυτού μας. Μόνο όταν είμαστε α­πο­­δεσμευμένοι από αλ­λα βάρη, θα μπορέ­σου­με να άρουμε τον σταυ­ρο μας. Διαφορε­τι­κα δεν θα αντέ­ξουμε το βάρος του και θα λυγί­σουμε και θα εγκατα­λείψουμε την προ­σπάθεια. Και ο στόχος μας είναι να φθάσουμε στο τέλος, να φθάσουμε στον σκοπό μας.

Ας αγωνιζόμαστε, αδελφοί μου, για να εκπληρώνουμε αυτές τις προϋποθέσεις που έθεσε ο Χριστός, ώστε να αίρουμε  και εμείς τον σταυρό μας με υπομονή και να φθάσουμε στον προο­ρισμό μας ενωμέ­νοι μαζί του για να απολαύσουμε την αι­ω­­νία ζωή που Εκείνος μας χα­ρισε με τη σταυρική του θυσία.