Ιωάννης της Κλίμακος. Διαμάντι ολόφωτο σε καιρούς «δήθεν»

7 Απριλίου 2021

Το γνήσιο και το «δήθεν» αντιπαλεύουν μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, σχεδόν από το ξεκίνημά της. Σε μια ανθρωπότητα που αναζητά πάντα το αληθινό, χίλιοι δυο παράγοντες εκτροχιάζουν, ίσως και να μαγνητίζουν, τον νου προς το κάλπικο. Μπορεί πράγματι να φαίνεται πως το κίβδηλο κερδίζει τον πρώτο γύρο, σε βάθος χρόνου όμως τα πράγματα έρχονται να δικαιώσουν το γνήσιο, έστω και αν, αρχικά, οι πλειοψηφίες, σχεδόν πάντα το αρνούνται. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η σύγκρουση ψευδοπροφητών και προφητών στην Παλαιά Διαθήκη. Το βολικό και καθησυχαστικό κήρυγμα των πρώτων ηχούσε πάντοτε γλυκύτερα στα αυτιά του λαού των Ισραηλιτών, σε σύγκριση με τα πύρινα και ενίοτε απειλητικά λόγια των γνήσιων προφητών. Τα γεγονότα όμως πάντα δικαίωναν τους δεύτερους. Προς αυτούς τελικά στρεφόταν ο λαός, όταν οι συνέπειες της αποστασίας και της αχαριστίας χτυπούσαν τις πύλες της Ιερουσαλήμ.

Η διαπάλη αυτή χαρακτηρίζει και όλη μας την πνευματική παράδοση. Την ώρα που η ταλαιπωρημένη από ψυχικά και σωματικά πάθη ψυχή ζητάει ένα φως και κραυγάζει «πού πορευθώ Κύριε», η αυθαιρεσία, η αμάθεια, η επιπολαιότητα, ο μωρός ζήλος, ή ακόμη και η ιδιοτέλεια αυτοανακηρυσσόμενων «πνευματικών», «γερόντων» και λοιπών καραδοκεί, επιβάλλεται, παρασύρει και ενίοτε πλανά ανεπανόρθωτα την άπειρη στα πνευματικά ψυχή. Σε μια εποχή σύγχυσης και διάσπασης, όπως η δική μας, ο κίνδυνος αυτός επιτείνεται και γι΄ αυτό, πέρα από την πολύ συνηθισμένη παράθεση βιβλικών χωρίων, ανεκδότων επιστολών από πνευματικούς, συμβουλών προς προσκυνητές εκ μέρους φημισμένων και όχι βεβαίως τυχαίων πνευματικών του παρόντος ή του παρελθόντος, υπάρχει απόλυτη ανάγκη να ξεκαθαρίζουν όσο το δυνατόν συχνότερα, αλλά και όσο πιο απλά γίνεται, τα κριτήρια της γνησιότητας και της αληθινής πνευματικότητας.

Ένα από τα βασικότερα κριτήρια είναι η απέραντη, γλυκύτατη και λυτρωτική φιλανθρωπία, συνδυασμένη πάντα με λόγο αληθείας, λόγο όχι χαριστικό, ενίοτε λόγο επώδυνο, ποτέ όμως λόγο εξουθενωτικό. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην επώδυνη αποκάλυψη του πάθους που ταλαιπωρεί μια ψυχή και μια αύρα αληθινής έννοιας για έναν άνθρωπο που υποφέρει, έστω και από λάθη δικά του, είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα χαρακτηριστικά των πατέρων της Εκκλησίας μας.

Σαν δεύτερο χαρακτηριστικό θα πρότεινα την ικανότητα του λόγου των Πατέρων μας να αντέχει στον χρόνο και να γίνεται κατανοητός στον καθημερινό άνθρωπο κάθε εποχής. Καταλήγει αληθινά θαυμαστό, άνθρωποι που, όντες εν ζωή, ψηλάφισαν τα άφθαρτα και τα αιώνια, να μπορούν να αγκαλιάζουν με τόση τρυφερότητα και κατανόηση τον άνθρωπο μιας τόσο διαφορετικής εποχής σαν τη δική μας.

Τρανό παράδειγμα όλων αυτών στον κόσμο της νηπτική θεολογίας της Εκκλησίας μας ακτινοβολεί το πρόσωπο και ο λόγος του Αγίου Ιωάννου του Σιναίτου, του συγγραφέα της Κλίμακας. Μέσα σε αυτό το βιβλίο των τριάντα κεφαλαίων, μπορεί κανείς να γευτεί το απόσταγμα πνευματικής εμπειρίας και αγώνα αιώνων και συγχρόνως να αισθανθεί τον θησαυρό αυτό, σαν τον πολύτιμο μαργαρίτη, που η ψυχή του ποθούσε, χωρίς ίσως καν να το γνωρίζει.

Ο χώρος δεν προσφέρεται για αναλύσεις του έργου του, στις οποίες άλλωστε έχει επιδοθεί απίστευτος αριθμός μελετητών ανά τους αιώνες σε όλον το χριστιανικό κόσμο. Ίσως όμως ελάχιστες αναφορές σε κάποια σημεία, που δείχνουν αυτόν τον ρεαλισμό, την διαχρονικότητα, αλλά και την φιλανθρωπία, που αναφέρθηκε παραπάνω, να προσέθεταν κάτι το ελάχιστο στην ωφέλεια, που ο καθένα μπορεί και μόνος του να αποκομίσει, αφιερώνοντας λίγο χρόνο, και κυρίως λίγη αντίστοιχη πρακτική εφαρμογή, στο υπέροχο κείμενο του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη:

Διαχρονική η αγωνία των ανθρώπων που ζουν στον κόσμο και πολλές φορές η σύγκριση της βιωτής τους με τα κατορθώματα των μοναχών τους οδηγεί στην απόγνωση και της εξ αυτής εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας. Αποδέκτης τέτοιας αγωνίας φαίνεται πως είχε γίνει και ο άγιος Ιωάννης. Δεν διστάζει λοιπόν, εν μέσω προτροπών προς νέους μοναχούς, διατεθειμένους να αφήσουν τα εγκόσμια, να περιλάβει και τον παρηγορητικό του λόγο προς κοσμικούς:

« Μερικοί κοσμικοί που ζούσαν αμελώς με ρώτησαν: ‘Πώς μπορούμε εμείς που ζούμε με συζύγους και είμαστε περικυκλωμένοι με τόσες κοινωνικές υποχρεώσεις ν΄ ακολουθήσουμε την μοναχική ζωή;’ και τους απάντησα: ‘ Όσα καλά μπορείτε, να τα κάνετε. Κανένα να μην περιγελάσετε, κανέναν να μην κλέψετε, σε κανέναν να μην ειπήτε ψέματα, κανένα να μην περιφρονήσετε, κανένα να μη μισήσετε. Να μη παραλείπετε τον εκκλησιασμό, να δείχνετε συμπόνια στους πτωχούς, κανένα να μη σκανδαλίσετε. Σε ξένο πράγμα και σε ξένη γυναίκα να μην πλησιάσετε. Αρκεσθήτε στην ιδική σας γυναίκα. Εάν ζήτε έτσι, ΄ου μακράν εστε της βασιλείας των ουρανών΄’» (Λόγος 1, Περί αποταγής, 38)
Εκεί όμως, που με θαυμαστό τρόπο αποκαλύπτεται ο ρεαλισμός, η διάκριση, αλλά και η φιλανθρωπία του νηπτικού του λόγου, είναι στην παρουσίαση της σύγκρουσης του ανθρώπου με την ίδια του την σάρκα.

« Με ποια μέθοδο και με ποιον τρόπο να δέσω αυτόν τον φίλο μου, δηλαδή την σάρκα, και να τον δικάσω, όπως και τους άλλους, δεν γνωρίζω. Διότι πριν τον δέσω λύεται, και πριν τον δικάσω συμφιλιώνομαι μαζί του. και πριν τον τιμωρήσω τον λυπούμαι και κάμπτομαι. Πώς να νικήσω αυτόν που εκ φύσεως αγαπώ; Πώς να ελευθερωθώ απ΄ αυτόν, με τον οποίον είμαι και συνδεδεμένος αιωνίως; Πώς να καταργήσω εκείνο που θα αναστηθή μαζί μου; …είναι για μένα και συνεργάτης και εχθρός. Και βοηθός και αντίδικος. …Τον ίδιο και τον εναγκαλίζομαι και τον αποστρέφομαι». (Λόγος 15, Περί αγνείας, 83)

Αποβαίνει αληθινά συγκινητικός ο τρόπος, με τον οποίον ο άγιος Ιωάννης, χωρίς να «χαρίζεται» στη σάρκα και χωρίς να αποφεύγει την επώδυνη, αλλά τελικώς λυτρωτική δίκην χειρουργού ιατρού τομή πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη, αποενοχοποιεί τον άνθρωπο, αναγνωρίζοντας την βαθειά αυτή αντίφαση, που όλους μας διακατέχει, ανάμεσα στους στόχους που θέτει η πνευματική ζωή και στα εμπόδια, που τελικά ο ίδιος μας ο εαυτός υψώνει. Δεν είναι η ψυχολογία του 20ου αιώνα εκείνη που ανακάλυψε πρώτη το δηλητήριο της ενοχής. Πριν από 15 αιώνες, ο άγιος Ιωάννης και όλοι οι πατέρες μας γνωρίζουν, πως η λεπτή διάκριση ανάμεσα στην διαρκή αναγνώριση της ατέλειας του εαυτού μας και στην ενοχή, ως διαρκή εξουθένωσή του, μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε εντελώς διαφορετικά μονοπάτια. Και εάν στον πορωμένο πνευματικά άνθρωπο, η συναίσθηση της ενοχής μπορεί να τον συνεφέρει, στον πνευματικό οδοιπόρο, η διαρκής υπενθύμισή της μπορεί να τον οδηγήσει στην οριστική απόγνωση. Γι΄ αυτό και οι συμβουλές των όντως πνευματικά εμπείρων Πατέρων φροντίσουν να διαφυλάξουν ως κόρην οφθαλμού το φρόνημα της ελπίδας και της πίστης στο άπειρο έλεος του Θεού.

Αυτό όμως που κυρίως προσπαθούν να διαφυλάξουν με τον τρόπο αυτό είναι η βασιλίδα των αρετών, η βάση και το θεμέλιο κάθε επιτεύγματος: την Ταπεινοφροσύνη. Ο ενοχικός άνθρωπος, ο αμείλικτος προς τον εαυτό του και μοιραία προς τον κάθε «πλησίον», είναι ίσως ο μόνος βέβαιος εκτός νυμφώνος. Ο συμφιλιωμένος αλλά βεβαίως και αγωνιστής κατά των παθών του, βυθίζει την αδυναμία του στο θείο έλεος, γεγονός που τον οπλίζει με επιείκεια προς τον κόσμο και διαρκή ταπεινόφρονα ευγνωμοσύνη προς τον Δημιουργό. Αυτή είναι η οδός ενώσεως μαζί Του, και γι΄ αυτό ο άγιος Ιωάννης, αναγνωρίζοντας την αδυναμία του να περιγράψει την ταπεινοφροσύνη, στρέφει τον αναγνώστη προς την θεία πηγή της και καλεί στην ένωση εκείνη, που οδηγεί σε μια άλλου είδους και άλλου επιπέδου κατανόηση των ουρανίων μυστηρίων:

«Η ταπεινοφροσύνη είναι ανώνυμη χάρις της ψυχής, η οποία μπορεί να ονομασθή μόνον από όσους την εδοκίμασαν εκ πείρας είναι ανέκφραστος πλούτος, ονομασία του Θεού, δωρεά του Θεού, εφ΄ όσον Εκείνος λέγει: «Μάθετε ουκ απ΄ Αγγέλου, ουκ απ΄ ανθρώπου, ουκ από δέλτου. Αλλ΄ απ΄ εμού», δηλαδή από την ενοίκησί μου και την έλλαμψί μου και την ενέργειά μου μέσα σας, ‘ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και τω λογισμώ και τω φρονήματι, και ευρήσετε ανάπαυσιν πολέμων και κουφισμόν λογισμών ταις ψυχαίς υμών’ (Λόγος 25, Περί ταπεινοφροσύνης, 3)

Μπορεί οι καιροί μας να απεχθάνονται αυτές τις προσεγγίσεις. Ίσως γιατί πονούν, ίσως γιατί, όσοι ανέλαβαν να τις μεταδώσουν, προτίμησαν να επισημαίνουν διαρκώς το …κατάντημα των καιρών από το να αφουγκράζονται τις κραυγές και τα αδιέξοδα. Η άρρητη όμως γλυκύτητα της νηπτικής σοφίας, αλλά και όλης της Ορθόδοξης παράδοσής μας περιμένει, πάντα πρόθυμη να γειάνει πληγές, όχι τόσο με λόγο επίκρισης και καταγγελίας αλλά βαθειάς, βαθύτατης αγάπης._