Η παιδεία του Κυρίου και οι Άγιοι Πάντες

18 Ιουνίου 2022

«διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχὴν»[1]

Με την Πεντηκοστή συμπληρώθηκε ο κύκλος των μεγάλων εορτών της Οικονομίας του Κυρίου. Το Πνεύμα το Άγιο επεδήμησε, για να δοξάσει και να σφραγίσει το έργο του Κυρίου Ιησού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Σήμερα, Κυριακή των Αγίων Πάντων, η Εκκλησία μας διδάσκει ότι ο καρπός του Αγίου Πνεύματος είναι οι Άγιοι. Ο Ουράνιος Πατέρας την ημέρα της Πεντηκοστής εξαπέστειλε ως βροχή τα δόματα του Αγίου Πνεύματος. Όπου αυτές οι δωρεές βρήκαν γη αγαθή, καρποφόρησαν άγια ζωή.

Η Πεντηκοστή επομένως δεν αποτελεί μόνο τη γενέθλιο ημέρα της Εκκλησίας, αλλά και όλων των Αγίων της. Οι Άγιοι Πάντες είναι ο καρπός του Πνεύματος του αγιασμού, τα κατεξοχήν φωτόμορφα τέκνα της Εκκλησίας, της οποίας το έργο είναι να παράγει εικόνες και μιμήματα Χριστού. Για την Εκκλησία της Παλαιάς Διαθήκης το έργο αυτό ήταν αδύνατον. Παραμένοντας προσκολλημένη στο γράμμα του νόμου, αδυνατούσε να συλλάβει στα σπλάγχνα της το Πνεύμα που «όπου θέλει πνεί»[2]. Γι’ αυτό απέτυχε να αποδώσει καρπό αγιασμού και αποδοκιμάσθηκε από τον Κύριο[3].

«Δεί άρξασθαι το κρίμα του Θεού από του οίκου του Θεού»[4]. «Οίκος του Θεού» είναι κατεξοχήν ο Χριστός. Το «κρίμα του Θεού», δηλαδή το κρίμα της εξαλείψεως του θανάτου και της φανερώσεως της «εις τέλος» θείας αγάπης έλαβε χώρα με τον άδικο θάνατο του Κυρίου Ιησού για χάρη της σωτηρίας του κόσμου.

Οίκος του Θεού είναι και κάθε πιστός που ακολουθεί τον Κύριο Ιησού[5] και επομένως, το κρίμα του Θεού πρέπει να επαναληφθεί στη ζωή του. Αυτό το κρίμα ενεργεί στη διάρκεια της ιστορίας και διαιωνίζει τη χάρη της σωτηρίας από γενεά σε γενεά, διότι ο Θεός, όπως η Γραφή μαρτυρεί, είναι Θεός Πατέρων. Έπλασε Πατέρες και τέκνα και τα τέκνα με τη σειρά τους γίνονται Πατέρες. Ο Χριστός είναι ο «Πατήρ του μέλλοντος αιώνος»[6], είναι ο Γενάρχης μιάς νέας ανθρωπότητας, που αναγεννάται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, χωρίς να έχει προπομπό την αμαρτία. Με τον θάνατο και την Ανάστασή Του ο Χριστός έδωσε τη χάρη της αναγεννήσεως στους μετόχους της Πατρότητάς Του. «Όσοι δε έλαβον Αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοις πιστεύουσιν εις το όνομα Αυτού, οι ουκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ’ εκ Θεού εγεννήθησαν»[7].

Ο Θεός δεν εντέλλεται φυσική ζωή, αλλά υπερφυσική. Επιθυμώντας να αποδώσει στους εκλεκτούς Του ίση τιμή με τον Χριστό, τους υποβάλλει στην παιδεία που παρέδωσε τον Μονογενή και Ηγαπημένο Υιό Του. Πολλές φορές ο Κύριος οδηγεί τους εκλεκτούς Του μέχρι το κατώφλι του θανάτου, ώστε να θανατωθεί μέσα τους κάθε επιθυμία, όχι μόνο προς τα πάθη, αλλά ακόμη και η επιθυμία της ζωής μέσα σε αυτό τον κόσμο. Τότε μόνο καθίσταται δυνατό το θαύμα της πνευματικής αναγεννήσεως[8].

Η παιδεία του Κυρίου, όπως διαπιστώνουμε στους βίους των Αγίων, ενίοτε είναι φοβερή. «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος»[9]. Ο Θεός παραχωρεί να εύρουν τους πιστούς δούλους Του θλίψεις, παθήματα, δοκιμασίες, ώστε να κατέρχονται οι ψυχές των Αγίων, ήδη από αυτή τη ζωή, στα βάθη των κολάσεων. Ωστόσο, στον ζοφερό αυτό χώρο συναντούν τον Κύριο Ιησού, διότι με την κάθοδό Του στον άδη και την ανάβασή Του υπεράνω των ουρανών «επλήρωσεν Εαυτού τα πάντα»[10]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί ο πιστός να ενωθεί με τον Χριστό κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, γεγονός που καταργεί τα αδιέξοδα και θέτει τις τραγωδίες και τα παθήματα σε άλλο επίπεδο. «Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά ότι συ μετ’ εμού ει· η ράβδος σου και η βακτηρία σου αύται με παρεκάλεσαν»[11].

Η συνάντηση με τον Κύριο σημαδεύει ανεξίτηλα με τη χάρη της τον πιστό. Η ψυχή πλέον ζει με την πεποίθηση ότι τίποτε δεν μπορεί να τη χωρίσει από την αγάπη του Χριστού, «θλίψις η στενοχωρία η διωγμός… ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε τις κτίσις ετέρα»[12]. Επιστρέφοντας στην καθημερινότητα, ο άνθρωπος είναι πλέον νεκρός σε κάθε δέλεαρ και κάθε πειρασμό αυτού του κόσμου, διότι γνώρισε κάτι που είναι απερίγραπτα πιο μεγάλο, απερίγραπτα πιο ένδοξο.

Οι Άγιοι, κατά τη διάρκεια της παιδείας και των δοκιμασιών που διέρχονται, για να εισέλθουν στον δοξασμένο χώρο της παρουσίας του Θεού, μαθαίνουν πολλά μυστήρια της πνευματικής ζωής. Το μεγαλύτερο ίσως είναι αυτό που ο άγιος Σιλουανός ονομάζει «Μεγάλη Επιστήμη». Συνίσταται στο πως να ταπεινώνει ο άνθρωπος το πνεύμα του, ώστε να παραμένει απρόσιτος στις προσβολές του εχθρού και έτσι να μπορεί να αγαπά με ελεύθερη καρδιά τον Θεό.

Τα μιμήματα του Χριστού, οι Άγιοι, ακολουθούν τον «Αμνόν τον εσφαγμένον προ καταβολής κόσμου»[13], που επείγεται να πάθει για τη σωτηρία του ανθρώπου. Η προοπτική του Ευαγγελίου ανατρέπει κάθε πτυχή του κατεστημένου. Όσα είναι πολύτιμα στα μάτια των ανθρώπων, ενώπιον του Θεού είναι βδελυκτά. Όποιος ασπασθεί την ανεστραμμένη Ευαγγελική προοπτική, αναπόφευκτα σταυρώνει τον νού και τη λογική του. Η σταύρωση όμως αυτή ελκύει τη χάρη, η οποία ενεργεί στην ψυχή αυτομίσος για το «βδέλυγμα της ερημώσεως» που εναποκρύβει στον κόρφο της. Η ενέργεια αυτή, ορμητική από τη φύση της, αποσπά τον άνθρωπο από κάθε κτιστό και τον συνάπτει στο Πρόσωπο του Χριστού, ωσότου φθάσει στην τελειότητα της ομοιώσεως.

Ακολουθώντας στα χνάρια του Χριστού οι Άγιοι όλων των αιώνων, οι Απόστολοι, οι Μάρτυρες και οι Όσιοι γεύθηκαν εκούσιο θάνατο κατά τις εντολές του Θεού, ώστε να νικήσουν στη φθαρτή σάρκα τους τον ακούσιο, αλλά δίκαιο λόγω της αμαρτίας που προηγήθηκε θάνατο, στον οποίο ήταν καταδικασμένο το ανθρώπινο γένος. Με τέλεια υπακοή και παράδοση στο άγιο θέλημα του Θεού, θανάτωσαν κάθε ίχνος φιλαυτίας. Βίωναν διαρκώς τη διάβαση από τον θάνατο στη ζωή και ζούσαν μόνο για τον Λυτρωτή και Σωτήρα Ιησού.

Η ζωή των Αγίων στέφθηκε με το μαρτύριο είτε το εξωτερικό είτε το εσωτερικό, το «εν τω κρυπτώ». Οι Όσιοι με όμβρους δακρύων εργάσθηκαν έως αίματος για την κάθαρση της καρδιάς τους από τα πάθη, για να την ευπρεπίσουν και να δώσουν όλο τον χώρο της στον Θεό να «περιπατήση και να ενοικήση εν αυτή»[14]. Στο διάβα της ζωής τους ήταν ως επιθανάτιοι, παλεύοντας ενάντια στο πνεύμα της υπερηφανείας, διότι η πείρα τους δίδαξε την απαράβατη αλήθεια της αποκαλύψεως του Κυρίου, ότι «ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν»[15]. Γνώρισαν ότι όταν ταπεινώνουν το πνεύμα τους και θέτουν τον εαυτό τους κάτω από κάθε κτίσμα, λαμβάνουν χάρη, η οποία επιτελεί το μέγα θαύμα της διαβάσεως από το σκότος στο φως και διαφυλάσσει άρρηκτη την ένωση της καρδιάς του ανθρώπου με το Πνεύμα του Θεού.

Η σωτηρία δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η είσοδος του πιστού στην κοινωνία των Αγίων. Βεβαίως, ελάχιστοι ανά γενεά λαμβάνουν τη χάρη των Αγίων, αλλά όταν ο άνθρωπος με εμπιστοσύνη αποδέχεται τον λόγο τους, έστω και αν δεν αντιλαμβάνεται το βάθος του, και με πιστότητα τον ακολουθεί, λαμβάνει δόση χάριτος, η οποία γίνεται κλειδί, για να εισέλθει στη θεσπέσια σύναξή τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι πτωχοί και ταπεινοί πλουτίζουν από τα δοξασμένα και ολοτελώς αγιασμένα μέλη αυτής της κοινωνίας. Η μετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας, και κατεξοχήν στη Θεία Λειτουργία, ανοίγει τη θύρα του Παραδείσου, όπου μέσα στην κοινωνία Θεού, Αγγέλων και Αγίων απολαμβάνουν οι πιστοί τη θεία τρυφή και αποθησαυρίζουν τη χάρη της σωτηρίας.

«Πολλά υμών τα ονόματα και μείζονα τα χαρίσματα». Παρά τη γενική κατάπτωση των εσχάτων ημερών, η Εκκλησία δεν παύει να έχει ακόμη τη δύναμη να παράγει μορφές Χριστού. Είναι μια χάρη οφθαλμοφανής, που δεν συναντάται σε καμιά άλλη ομολογία. Ακόμη και όταν δεν θαυματουργούν εκδήλως, καθημερινά στη ζωή τους επιτελούν το μεγαλύτερο, κατά τον άγιο Σιλουανό, θαύμα, «αγαπούν τον αμαρτωλό στην πτώση του»[16]. Και μόνο αυτό το γεγονός, το οποίο ενεργείται με τη χάρη της Εκκλησίας, διαλύει κάθε αμφιβολία και δυσπιστία, που θα εμπόδιζαν τον άνθρωπο να παραδοθεί με εμπιστοσύνη σε όσα διδάσκει ο Χριστός και οι Άγιοι Του. «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού»[17].

Οι Άγιοι σε αυτό τον κόσμο είναι «οσμή ευωδίας πνευματικής». Είναι οι πολύφωτοι αστέρες του νοητού στερεώματος της Εκκλησίας που πιστοποιούν ότι «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας»[18] και ότι «μεθ’ ημών έσται πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος»[19]. Δίνουν τύπο και υπόδειγμα. Με τον εκούσιο θάνατο αναδεικνύονται νικητές του ακούσιου θανάτου. Όπως οι Εβραίοι πριν από την έξοδό τους από τη δουλεία των Αιγυπτίων έφαγαν το Πάσχα «εν σπουδή», έτσι και οι σεσωσμένοι περπατούν στη γη και ζούν σε αυτό τον κόσμο σπεύδοντας προς τα ασάλευτα και αιώνια. Η διαλογή τους είναι με τον Ουρανό. Σταθερά προσανατολίζουν τα μάτια της ψυχής εκεί, από όπου απεκδέχονται Σωτήρα και Λυτρωτή. Κάπου – κάπου ρίχνουν μια ματιά στη γη, μόνο για να διαπιστώσουν πόσο μίζερη και φτωχή είναι η πρόσκαιρη ζωή που προσφέρει, και στρέφονται πάλι με σφοδρότερο πόθο προς τον πλούτο του Ουρανού, τον μόνο που μπορεί να γεμίσει τα φαράγγια της καρδιάς. Αυτό ήταν το πολίτευμα των Αγίων ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, όταν οι πιστοί διακατέχονταν από την επίγνωση ότι ήταν πάροικοι και παρεπιδημούντες σε αυτό τον κόσμο. Έχοντας βιώσει το πέρασμα «από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού»[20], γνώρισαν τον Θεό όχι μόνο ως Κριτή και τιμωρό, αλλά ως Πατέρα «γνησιότατο, πλησιέστατο, τον πιο αγαπημένο, τον πιο αγαθό»[21].

«Ψυχή που γνώρισε τον Κύριο εν Πνεύματι Αγίω στρέφεται με ορμή προς Αυτόν. Η μνήμη Του αρπάζει με δύναμη το νού, και αυτός λησμονεί τον κόσμο. Και όταν πάλι θυμηθεί τον κόσμο, τότε ποθεί για όλους την ίδια χάρη, και προσεύχεται για όλον τον κόσμο να μετανοήσουν όλοι και να γνωρίσουν πόσο ελεήμων είναι ο Θεός»[22].

 

[1] Ψαλμ. 65,12.
[2] Ἰωάν. 3,8.
[3] Πρβλ. Ματθ. 21,18-19· Μάρκ. 11,12-14 καὶ 20-21.
[4] Α’ Πέτρ. 4,17.
[5] Βλ. Ἑβρ. 3,6.
[6] Πρβλ. Ἡσ. 8,18.
[7] Ἰωάν. 1,12-13.
[8] Πρβλ. Ἰωάν. 3,3.
[9] Ἑβρ. 10,31.
[10] Βλ. Ἐφ. 4,10· βλ. Ἀναφορὰ Λειτουργίας Μεγάλου Βασιλείου.
[11] Ψαλμ. 22,4.
[12] Βλ. Ρωμ. 8,35-39.
[14] Βλ. Ἀποκ. 13,8.
[15] Βλ. Λευϊτ. 26,12· Β’ Κορ. 6,16.
[16] Βλ. Παροιμ. 3,34· Ἰακ. 4,6.
[17] Βλ. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 422.
[18] Ψαλμ. 67,36.
[19] Ἑβρ. 13,8.
[20] Ματθ. 28,20.
[21] Ρωμ. 8,21.
[22] Βλ. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 450.
[23] Ὅ.π., σσ. 405-406.