Η θάλασσα στην νεοελληνική λογοτεχνία

5 Ιουλίου 2022

Ο θαλασσινό ταξιδάκι Πειραιά-Αίγινα αποτελεί για μεγάλο αριθμό κατοίκων του λεκανοπεδίου την πρώτη θαλασσινή εμπειρία. Ίσως κάποιοι συνομήλικοί μου να θυμούνται αυτό το σχετικά σύντομο ταξίδι, έστω κι αν τα καράβια της δεκαετίας του ΄60 δεν ξεπερνούσαν σε ταχύτητα τους 11-12 κόμβους, πράγμα που του έδιναν διάρκεια σχεδόν 2,5 ώρες.

Είναι περίεργη η σχέση με τον χρόνο σε κάθε ηλικία ξεχωριστά. Πρόκειται για σχέση …κυμαινόμενη. Για την ηλικία των 10-12 χρόνων ήταν ένα μεγάλο ταξίδι. Η μοναδική απασχόληση ήταν κάποιο επιτραπέζιο παιχνίδι -αν υπήρχαν συνομήλικοι- ή ο ρεμβασμός στα κύματα. Πόσο άλλαξαν τα πράγματα! Στο προχθεσινό μου ταξίδι για το νησί του αγίου Νεκταρίου και του γέροντος Ιερωνύμου, 50 σχεδόν χρόνια μετά, οι οθόνες έπαιζαν διαρκώς το πρόγραμμα των καναλιών, ενώ τα παιδιά είναι ζήτημα αν ξεκόλλησαν τα μάτια τους έστω και μία στιγμή από τις ταμπλέτες και τα κινητά.

Κι όμως! Για αιώνες, αυτό το γαλάζιο υδάτινο τοπίο της πατρίδας μας ήταν η πιο μόνιμη συντροφιά μικρών και μεγάλων, η πιο μεγάλη δεξαμενή φαντασίας και στοχασμού, ο πιο θελκτικός δρόμος που καλούσε σε ταξίδια και έξοδο προς μέρη άγνωστα και περιπέτειες που η ξηρά δεν θα μπορούσε ποτέ να υποσχεθεί.

Ν. Λύτρας «Βάρκα με πανί»

Είναι επόμενο λοιπόν πως η θάλασσα κατέχει σημαντικό μέρος στη θεματική της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Δεν υπάρχει Έλληνας ποιητής ή πεζογράφος, ο οποίος να μην έχει χρησιμοποιήσει στο έργο του τη θάλασσα, άλλοτε ως σκηνοθετικό πλαίσιο, άλλοτε ως πηγή έμπνευσης και άλλοτε ως στοιχείο συμβολισμού και αλληγορίας. Ο λόγος είναι ευνόητος: είμαστε λαός θαλασσινός. Οι πόλεις και τα χωριά της Ελλάδας, όσο βαθιά κι αν βρίσκονται στην ενδοχώρα, απέχουν λίγες ώρες από την πλησιέστερη ακτή. Η μοίρα του τόπου μας στις κρίσιμες κοσμοιστορικές στιγμές αλλά και στον καθημερινό, ελληνικό βίο είναι στενά δεμένη με τη θάλασσα, το ταξίδι, την ξενιτιά, την περιπέτεια.

Η θαλασσινή εμπειρία αποτελεί μόνιμο, προσφιλές και συχνά κεντρικό θέμα των Ελλήνων συγγραφέων από την εποχή των αρχαίων λυρικών έως την εντελώς σύγχρονη παραγωγή. Ανάμεσα στον ομηρικό Οδυσσέα για παράδειγμα – του οποίου η συμβολική διάσταση έχει απλώσει ρίζες στην παγκόσμια λογοτεχνία- και στον Στρατή Θαλασσινό του Σεφέρη παρεμβάλλονται μερικές δεκάδες αιώνων. Παρά τη χρονική απόσταση, έχουμε να κάνουμε με το επαναλαμβανόμενο θέμα ενός ανθρώπινου τύπου, ο οποίος επιβιώνει στον έντεχνο λόγο αλλά και στη συλλογική μνήμη, μεταγγίζοντάς μας αισιοδοξία και αλληλεγγύη για τη διαχρονική θαλασσινή περιπέτεια του Έλληνα.

Μία τεράστια παραγωγή νεοελληνικού λόγου που σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τη θάλασσα επαληθεύει απλώς τον άρρηκτο δεσμό της μοίρας του Ελληνισμού με το υδάτινο στοιχείο. Πρόκειται για δεσμό γόρδιο, δεσμό που δεν μπορεί να λυθεί ούτε καν από την βίαιη σπαθιά ενός Μεγαλέξανδρου, ακριβώς γιατί πρόκειται για δεσμό μητρικό, τον ισχυρότερο δεσμό του φυσικού κόσμου. Η μητέρα θάλασσα στάθηκε για τον Έλληνα η πρώτη του πατρίδα, το λίκνο των μύθων, η μήτρα του πολιτισμού του, τα ξύλινα τείχη του. Επί κυμάτων περπάτησε, ανδρώθηκε, άνθισε. Στα 40 κύματα εξακτινώθηκε γύρω από τη Μεσόγειο όπως τα βατράχια γύρω από τη λίμνη (Πλάτων) και αργότερα κυματοβατησε  στις πέντε ηπείρους, περιηγητής των παγκόσμιων θαλασσών. Λαός λοιπόν αμφίβιος, με εγγεγραμμένη στο γενετικό του κώδικα τη δίψα φύγεις, ο Έλληνας ταυτίστηκε με τον αρχετυπικό του ήρωα, τον Οδυσσέα. Η Ελλάδα, από την αρχαιότητα, γεννά ναυτικούς και ποιητές, ιδιότητες συχνά ανταμωμένες στο ίδιο πρόσωπο. Το ελληνικό καράβι είναι το κατ΄ ουσίαν ελληνικό χώμα, ένα ασταθές πεδίο που ευνοεί τον στοχασμό και την αυτοσυγκέντρωση. Η θάλασσα, κάτοπτρο αθανασίας και αυτογνωσίας, πρόκληση για υπέρβαση και ανακάλυψη ενός χαμένου κρυμμένου εαυτού.

Β. Γερμενής, «Τοπίο με βάρκα»

Ας καλέσουμε τρεις μορφές μεγάλων ελλήνων λογοτεχνών, ως μία απλή αναφορά στη σχέση της έμπνευσής τους με τη θάλασσα.

Γιώργος Σεφέρης

Είναι πολύ γνωστή και αρκετά σχολιασμένη η σημαντική θέση που κατέχει στην ποίηση του Σεφέρη η θάλασσα. Η θάλασσα είναι από τις συχνότερα εμφανιζόμενες στα Σεφέρικα ποιήματα. Είναι το τρίτο κατά σειρά συχνότητας ουσιαστικό, με 80 αναφορές, μετά τα ουσιαστικά «μάτι» 96 αναφορές και «άνθρωπος» με 81 αναφορές. Δεν είναι επίσης τυχαίο- απεναντίας είναι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικό-το γεγονός ότι τρεις από τις ποιητικές συλλογές του Σεφέρη επί γράφονται με τον τίτλο «Ημερολόγιο Καταστρώματος». Το πιο συζητημένα εξάλλου βιβλίο του, η «Κίχλη», δεν είναι παρά το όνομα ενός βυθισμένου καραβιού, και η «Στέρνα», αν θελήσουμε να επιμείνουμε στις ονομασίες των έργων του, είναι το αντίθετο της θάλασσας, η εικόνα του ακινήτου νερού που δεν μπορεί να μεταφέρει και να μεταδώσει η ζωή. Στο ημερολόγιο του Σεφέρης σημειώνει:

«Το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου ήταν που ήμουν φτιαγμένος για τη θάλασσα και έγινα στεριανός».

Η αποκαλυπτική αυτή δήλωση φανερώνει πραγματικό πάθος ζωής. Έχει ήδη παρατηρηθεί ότι οι γνώσεις του ποιητή για τα σχετικά με τη θάλασσα πράγματα είναι γνώσεις έμπειρου θαλασσινού. Έτσι γίνεται απολύτως κατανοητό γιατί ο ποιητικός κόσμος του είναι ιδωμένος μέσα από τις αισθήσεις ενός θαλασσινού που ταξιδεύει.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων είναι νησιώτης, τόσο που είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κάνεις τη Σκιάθο από την ψυχή του και, κατ επέκταση, στο έργο του.  Ουσιαστικά, ταξιδευτής και μοναχικός σε ασάλευτη ζωή, έχει ζωντανέψει στα διηγήματά και τα μυθιστορήματα του έναν ολόκληρο κόσμο, ο οποίος έχει κατά πολύ αλλοιωθεί σήμερα από ό,τι ονομάζουμε πρόοδο και εκσυγχρονισμό, αλλά διατηρεί όχι μόνο στις σελίδες του συγγραφέα αλλά και στην καθημερινή ζωή πολλών νησιών της Ελλάδας την αρετή του, τις αξίες του και το ήθος του. Στα έργα του η θάλασσα είναι ο καμβάς, πάνω στον οποίον απεικονίζονται οι χαρακτήρες. Το αλμυρό νερό συχνά, συχνότατα, νοστιμίζει τα διηγήματά του, σχεδόν τα διαποτίζει, σε τέτοιο σημείο ώστε να είναι αδύνατον να φανταστούμε τις ιστορίες του να διαδραματίζονται οπουδήποτε αλλού εκτός από μία παραλία του νησιού του, όπου τα χρώματα και το φως εξαϋλώνονται και τα ανθρώπινα αποτελούν την πρώτη ύλη μιας υπόσχεσης για γεύση και εμπειρία ενός κόσμου αιώνιου και άφθαρτου. Η θάλασσα είναι ο δρόμος της πιο βαθιάς ευσεβείας να βρει τον προορισμό της στον «Χριστό στο Κάστρο». Η θάλασσα είναι η σφαίρα του πάναγνου και του εξιδανικευμένου. όταν προβάλει το «Όνειρο στο Κύμα». Η θάλασσα φέρνει πίσω τον «Αμερικάνο», η θάλασσα είναι και ο δρόμος προς την τραγωδία στο «Χριστόψωμο». Στον παράδεισο του Παπαδιαμάντη πολλά γήινα μπορεί και να είναι περιττά, δεν είναι όμως δυνατόν να τον φανταστούμε να ονειρεύεται παράδεισο χωρίς τη γαλάζια αλμύρα.

Νίκος Καββαδίας

«Εξωτικός», «κοσμοπολίτικος», «αθεράπευτα νοσταλγικός» είναι χαρακτηρισμοί που κατά καιρούς έχουν αποδοθεί στον ποιητή και πεζογράφο Νίκο Καββαδία. Το πολύχρονο ταξίδι σε εμπορικά πλοία λειτούργησε καταλυτικά και προσδιόρισε το χαρακτήρα της ποίησης και της πεζογραφίας του.

Μα, λίγη προσοχή: η θάλασσα δεν είναι το αντικείμενο των ποιημάτων του. Είναι αυτή η ίδια το καράβι των ονείρων του. Όπως εκείνος διήνυσε χιλιάδες μίλια μέσα στο δωματιάκι του ασυρμάτου των εμπορικών καραβιών που υπηρέτησε, έτσι και η θάλασσα είναι εκείνη πού πήρε την έμπνευσή του, της έδωσε μορφή και γεύση αλμυρή και την ταξίδεψε στη χώρα της ποίησης. Ήδη, από την πρώτη ποιητική συλλογή «Μαραμπού» το 1933, την οποία οι κριτικοί της εποχής υποδέχθηκαν με θερμή και τον αναγνώρισαν, ανάμεσα στα άλλα, ως κύριο πρόγονό του ποιητή Κώστα Ουράνη, τα θέματα της αποδημίας, του κορεσμού, της ενοχής, της νοσταλγίας, της προδοσίας, της στέρησης, του ανεκπλήρωτου ιδανικού και του άπιαστου αναδεικνύονται σε κυρίαρχα και σημαδεύουν με τη σταθερότητα και την ένταση τους το έργο του Καββαδία.

Πήγες: Δημήτρη Δασκαλοπούλου, Θαλασσινή Ανθολογία

Γιάννη Κουβαρά, Λογοτεχνία Καταστρώματος

Μαίρης Μικέ, Γραφές των Μακρινών Θαλασσών