Η διαχρονική ελληνική γλώσσα και η συνεχής κακοποίησή της

9 Φεβρουαρίου 2024

Η 9η Φεβρουαρίου, μνήμη του εθνικού μας ποιητή, Διονυσίου Σολωμού, έχει οριστή ως Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας. Όπως κατά την εορτή ενός Αγίου λέμε «μνήμη Αγίου, μίμησις Αγίου», έτσι και κατά την ημέρα που καθιερώθηκε να εορτάζη η γλώσσα μας, εάν θέλωμε πραγματικά να την εορτάσωμε, ας πούμε «μνήμη γλώσσας, μίμησις των τρόπων της», καθ’ όσον η γλώσσα –και μάλιστα η ελληνική, «η μητέρα των γλωσσών»- είναι φορέας αξιών, ιδεωδών, προτύπων, εν τέλει πολιτισμού, τρόπου και στάσεως ζωής.

Ένα κύριο, βεβαίως, χαρακτηριστικό της ελληνικής γλώσσας, στην πορεία των 4000 περίπου χρόνων ζωής της, είναι η θαυμαστή ενότητα και η αδιάλειπτη συνέχειά της, ώστε, όταν γίνεται λόγος για αρχαία, αττικοκοινή, ελληνιστική κοινή, λογία-καθαρεύουσα, δημοτική η νεοελληνική γλώσσα, να μην εννοή κανείς ότι πρόκειται για διαφορετικές γλώσσες αλλά για διαφορετικές εξελικτικές μορφές της ιδίας γλώσσας.

Η ελληνική, μάλιστα, γλώσσα είχε τέτοια πολιτισμική εμβέλεια ώστε, από τον 3ο αι. π.Χ., επεκράτησε αρχικά στον χώρο του πνεύματος, παραμερίζοντας ακόμα και μερικές εθνικές γλώσσες (λατινικά, εβραικά), και γινόμενη, παράλληλα, το κοινό πολιτισμικό όργανο όλων των κατακτημένων λαών της Ανατολής.

Σε ο τι αφορά την διαχρονικότητα της ελληνικής γλώσσας αρκεί μια μικρή μόνον ανάγνωση του προοιμίου της Οδύσσειας, για να μας πείση: Από τις 70 περίπου λέξεις του προοιμίου, μαζί με άρθρα και συνδέσμους, οι 45 περίπου είναι κατανοητές, διότι σώζονται ως παράγωγα η σύνθετα στην νεοελληνική, οι 15 είναι αυτούσιες (άνδρας, μούσα, ιερός, άνθρωπος, πόντος, ψυχή, εταίρος, νόστος, αυτός, θεά κ.α.) και οι υπόλοιπες (έννεπε, αρνύμενος, ιέμενος), που δεν είναι γνωστές, δεν δημιουργούν δυσκολία στην γενική κατανόηση του κειμένου. Εξ άλλου, το μεγαλύτερο μέρος του λεξιλογίου της ομηρικής γλώσσας σώζεται στην ν.ε. είτε αυτούσιο είτε κυρίως σε ρίζες λέξεων (ομόρριζα), σύνθετα και παράγωγα. Ομηρικές είναι οι λέξεις: ύδωρ (λέμε: υδραγωγείο, υδροφόρα κ.λπ.), αυδή (λέμε άναυδος, απηύδησα), άρουρα (λέμε αρουραίος, άροτρο), δέρκομαι (λέμε οξυδερκής), λώπος (λέμε λωπο-δύτης), πολύ-πλαγκτος (= περιπλανημένος, λέμε πλαγκτόν), Τηλέμαχος (λέμε τηλεόραση, τηλεπάθεια, κ.λπ.).

Έκτοτε, σε όλη την διάρκεια της ιστορίας της η ελληνική γλώσσα εξελισσόταν και προώδευε διαρκώς, τόσο η γραπτή όσο και η καθομιλουμένη: έτσι η μεν λογία, η γλώσσα του γραπτού συνήθως λόγου, εξελίχθηκε στην καθαρεύουσα, ενώ η δημώδης, η γλώσσα του προφορικού συνήθως λόγου, εξελίχθηκε στην δημοτική. Πρόκειται απλώς για δύο διαφορετικά «ενδύματα», εάν μπορούμε να το πούμε έτσι, τα οποία κάλυπταν διαφορετικές επικοινωνιακές περιστάσεις.

Είναι επομένως απορίας άξιο πως την υπέροχη αυτήν γλώσσα με την τεράστια ιστορία και τον εξαιρετικό πλούτο και την ποικιλία, που γι’ αυτό την εκτιμούν και την στηρίζουν Έλληνες του εξωτερικού και φιλέλληνες, ελληνόφωνοι και ελληνιστές, είναι, ξαναλέω, απορίας άξιο πως πολλοί Έλληνες στο εσωτερικό, και μάλιστα πνευματικοί και πολιτικοί άρχοντες, παραθεωρούν την αξία της, αγνοούν τον πλούτο της και το χειρότερο την καταστρέφουν με τις διαρκείς επεμβάσεις των.

Έτσι, με την συνεχή γλωσσική αποδόμηση και την συνακόλουθη γλωσσική άμβλυνση, που οφείλονται βεβαίως και σε άλλους παράγοντες (τεχνοκρατία, παγκοσμιοποίηση), κυρίως όμως στην δική μας ολιγωρία και ελλιπή γνώση της ιστορίας της γλώσσας μας, φθάσαμε στις ημέρες μας να αναρωτιώμαστε εάν είναι απαραίτητη η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στα σχολεία, και μήπως τα αρχαία είναι διαφορετική γλώσσα από τα νέα. Το αποτέλεσμα είναι η κακή και ασύνδετη διδασκαλία αρχαίων και νέων ελληνικών να έχη οδηγήσει τους νέους μας σε μια άνευ προηγουμένου «γλωσσική ανεπάρκεια» και ουσιαστική αδυναμία επικοινωνίας, με όλους τους κινδύνους που αυτά συνεπάγονται.

Είναι γεγονός ότι οι συνεχείς, πρόχειρες, αψυχολόγητες και δυστυχώς πολιτικά κατευθυνόμενες γλωσσικές μεταρρυθμίσεις, από την δημιουργία του νεοελληνικού κράτους έως και τις μέρες μας, με αποκορύφωση το 1982, που επιβλήθηκε «πραξικοπηματικά» το μονοτονικό, έχουν συντελέσει στην σε βάθος χρόνου κακοποίηση της γλώσσας μας σε όλα τα επίπεδα, γραμματικής, συντακτικών δομών και λεξιλογίου.

Επισημαίνω χαρακτηριστικά ορισμένες από τις κακοποιήσεις:

α) Η κατάργηση της δασείας, που είναι γράμμα, και έχει διατηρηθή σ’ όλες τις ευρωπαικές γλώσσες (π.χ. στα αγγλικά, Ηelen, Hellas, hero, κ.λπ.). Αποτέλεσμα είναι ότι δεν γίνονται πλέον κατανοητές οι σύνθετες λέξεις, π.χ. υφιστάμενος, ανθέλληνας, έφεδρος, έφιππος κ.α, διότι δεν διακρίνει κανείς τα συνθετικά των μέρη, ούτε αντιλαμβάνεται την σημασία των αντιστοίχων προθέσεων.

β) Η επικράτηση του «ει» παντού στις καταλήξεις, ώστε να μην γίνεται πλέον σαφής η διάκριση ανάμεσα στους χρόνους, στις εγκλίσεις, στις φωνές, π.χ. «έχω λύσει», «έχω λυθεί» (αντί για «έχω λυθή»), «να η θα λυθεί» (αντί για «να η θα λυθή»).

γ) Η τάση προς λατινοποίηση της γραφής, με την επικράτηση σταδιακά ενός «ο», ενός «ι», ενός «ε», όπως και γενικότερα της «ηχητικής» γραφής (βλ. αβγό). Για φανταστήτε όμως να γράφωμε «αβγή», αντί για «αυγή», που προέρχεται από το ωραίο ομηρικό ρήμα αυγάζω = λάμπω. Με την νέα γραφή για μας πλέον η λέξη δεν θα σημαίνη τίποτε, όπως και όταν θα γράφωμε «φονίεν» αντί για «φωνήεν», ή «ικόνα» αντί για «εικόνα» κ.ο.κ. Εάν μάλιστα γράφωμε «τιχι», για ποια λέξη θα πρόκηται, αλήθεια, «τείχη», «τύχη» η «τοίχοι»; Για την ελληνική γλώσσα, στην οποία υπάρχει απόλυτη αντιστοιχία «σημαίνοντος» και «σημαινομένου», της λέξεως δηλαδή και της σημασίας της (λέμε π.χ. «φωνήεν», επειδή φωνάζει, «εικόνα», από το «έοικα» = μοιάζω), μια τέτοια εξέλιξη θα επιφέρη τρομακτική σύγχυση τουλάχιστον.

δ) Η κακοποίηση, εν τέλει, και της ίδιας της δημοτικής γλώσσας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η χρησιμοποίηση της καταλήξεως –α για τα επιρρήματα (τα οποία στα αρχαία σχηματίζονταν με την κατάληξη –ως). Έτσι, ακούμε π.χ. «όπως είπα προηγούμενα» (αντί για «προηγουμένως»), «έρχομαι άμεσα» (αντί για «αμέσως»). Το «άμεσα» σημαίνει χωρίς παρεμβολή μέσου, ενώ το «αμέσως» σημαίνει χωρίς παρεμβολή χρόνου, κ.ο.κ. Βεβαίως, σοφώς λέμε –ακόμα- «καλώς», «κακώς», «ασφαλώς» κ.λπ.

Για να αποτραπή η περαιτέρω κακοποίηση της γλώσσας μας, τουλάχιστον από εμάς τους ιδίους, προτείνονται:

α) Η επανασύνδεσή μας με τις ρίζες μας, μέσω της μελέτης των αρχαιοελληνικών, και μάλιστα των λειτουργικών μας κειμένων, κατά το δυνατόν από το πρωτότυπο. Σ’ αυτό θα βοηθήση η ερμηνευτική προσέγγιση των αρχαιοτέρων κειμένων, με εισαγωγή και ερμηνευτικό λεξιλόγιο, ώστε να μην γίνεται «μετάφραση», σαν να είναι ξένη γλώσσα, αλλά απόδοση, κατά το δυνατόν, μόνον των μη κατανοητών σημείων. Έτσι, σταδιακά θα βελτιωθή το γλωσσικό μας επίπεδο και θα αυξηθή η γλωσσική μας καλλιέργεια, ώστε να είμαστε σε θέση να κατανοούμε καλύτερα τους γλωσσικούς μας θησαυρούς.

β) Η σύνταξη ενός εγχειριδίου γραμματικής και συντακτικού για την «κοινή ελληνική» γλώσσα. Σημειωτέον ότι ούτε καν για την νέα ελληνική δεν υπάρχει ένα εγχειρίδιο γραμματικής κοινώς αποδεκτό, π.χ. στην ορθογραφία (αναφέραμε παραπάνω το παράδειγμα του «αυγού», για κάποιους «αβγού»).

γ) Η με όλους τους δυνατούς τρόπους προβολή της ελληνικής γλώσσας στην διαχρονική της διάσταση, ως μέσου για την ανάδειξη του πολιτισμού μας και της ιδιοπροσωπίας μας και συγχρόνως ως «δρόμου» για την έξοδό μας από την μιζέρια, την ηττοπάθεια και την παντοειδή μας απομόνωση.

Χρειάζεται να θέσωμε τέτοιους μακρόπνοους στόχους, διότι διαφορετικά, με την προιούσα πολιτισμική μας αλλοτρίωση τόσο εξ ανατολών όσο και εκ δυσμών, θα φτάσωμε σε όχι πολλά χρόνια από σήμερα να θρηνούμε και εμείς, ως άλλοι «Ποσειδωνιάται» (ποίημα του Καβάφη), ενθυμούμενοι ότι κάποτε ήμασταν Έλληνες και τώρα πως ξεπέσαμε, πως έγινε να ζούμε και να ομιλούμε βαρβαρικά, βγαλμένοι — ω συμφορά! — απ’ τον Ελληνισμό.»

Αντί πάντως να μεμψιμοιρούμε και να σταυρώνωμε τα χέρια μας, περιμένοντας την καταστροφή, καλό είναι να ανασυντάξωμε, όσο είναι ακόμη καιρός, τις δυνάμεις μας γενικώς και, στην συγκεκριμένη περίπτωση, να επανεκτιμήσωμε τον γλωσσικό μας πλούτο και να εργαστούμε συνολικά και σοβαρά για την ανάδειξή του, μήπως και αποφύγωμε τις οδυνηρές συνέπειες από την εθνική και πολιτισμική μας συρρίκνωση.

Χρειάζεται, τέλος, να μην περιοριζώμαστε κάθε φορά είτε σε κινήσεις αυτοθαυμασμού για την ελληνικότητά μας είτε απλώς σε ημέρες τιμής για την ελληνική γλώσσα, σαν να έχη πεθάνει η να είναι «μουσειακό είδος», χωρίς να προβαίνωμε παράλληλα σε περαιτέρω ενέργειες η προτάσεις για την στήριξη και την προβολή της.

Καιρός για καθολική αναθεώρηση της νοοτροπίας μας και μάλιστα για συστηματική συνεργασία με όλους τους απανταχού ειλικρινώς ενδιαφερομένους φορείς και με επιμέρους πρόσωπα, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (ελληνόφωνες, ελληνιστές, φιλέλληνες), προς επίτευξη κάθε υγιούς στόχου για την πρόοδο της κοινής μας γλώσσας.

Γένοιτο!